Ας ελπίσουμε ότι η επιτυχία της Ακροδεξιάς στη γειτονική Ιταλία και η εγκατάσταση μιας γνήσιας εκπροσώπου της στον πρωθυπουργικό θώκο, δεν θα προκαλέσει μόνο ανησυχία, απέχθεια ή οργή. Θα ήταν προτιμότερη μια βαθύτερη συζήτηση, που μπορεί να οδηγήσει σε χρήσιμα συμπεράσματα και για τα καθ’ ημάς.

 

Θερμοκήπια της Ακροδεξιάς

 

Μα εμείς έχουμε ξεμπλέξει με την ακροδεξιά απειλή. Η εγκληματική δράση του φασιστικού μορφώματος έχει αντιμετωπιστεί ποινικά με τη δίκαιη καταδίκη. Απειλητικά, από την άποψη της επιρροής τους, ακροδεξιά σχήματα δεν έχουν ευτυχώς ευδοκιμήσει… Αυτό, όμως, που προκύπτει από την ιταλική εμπειρία, είναι ότι δεν πρέπει να εφησυχάζουμε. Πραγματική απειλή αποτελούν οι ιδέες τους, που καλλιεργούνται και βρίσκουν εύφορο έδαφος μέσα στην κοινωνία, στο εκλογικό σώμα, πολύ πριν ή και χωρίς να εκφραστούν σαν αυτοτελές πολιτικό υποκείμενο. Συχνά με την ανοχή πολιτικών δυνάμεων που δεν θα τις έλεγες ακροδεξιές.

Στη γειτονική Ιταλία, πολύ πριν φτάσουμε σε μια ακροδεξιά πρωθυπουργό, περάσαμε από τον Μπερλουσκόνι, τον Σαλβίνι, από την καλλιέργεια της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, την ενοχοποίηση των προσφύγων και του Νότου στα μάτια των κατοίκων του Βορρά. Το κοινωνικό σώμα δέχτηκε ισχυρές και πολύχρονες επιθέσεις, ώσπου μεγάλο μέρος του μοιάζει να παραδόθηκε στις ακροδεξιές δοξασίες, που ενδύθηκαν και με τη στολή του αντισυστημισμού.

Πόσο απρόσβλητοι από τέτοια φαινόμενα μπορεί να νιώθουμε, όταν με τόση ευκολία τα ηγετικά στελέχη του ΛΑΟΣ μέσα σε μια νύχτα ανέλαβαν ηγετικές θέσεις στη ΝΔ και καθορίζουν σε σημαντικούς τομείς και σε μεγάλο βαθμό την πολιτική της; Όταν η διεκδίκηση των «ορφανών» ψηφοφόρων της φασιστικής ΧΑ γίνεται με εκπτώσεις στο δημοκρατικό προφίλ των διεκδικητών και με ενίσχυση του αυταρχισμού τους, με διακηρύξεις πίστης στο αίτημα «νόμος και τάξη», με παραχωρήσεις στον εθνικισμό, ακόμα και στην ξενοφοβία και τον ρατσισμό;

Όσοι νιώθουν την ανάγκη να αντιταχθούν σε μια προοπτική επιστροφής της ακροδεξιάς απειλής, έχουν πολύ δρόμο να κάνουν ακόμα και στη δική μας αυλή. Και για εμάς μιλάει ο μύθος. Και μας καλεί στην άντληση συμπερασμάτων από τα παθήματα άλλων και τον αναγκαίο αναστοχασμό.

 

Χωρίς ισχυρή Αριστερά δεν γίνεται

 

Καιρός, λοιπόν, να αναρωτηθούμε, όχι σαν τιμητές, αλλά ως συμπάσχοντες, τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια η ιταλική Αριστερά. Το πιο ισχυρό και οργανωμένο τμήμα της, με τις πιο βαθιές ρίζες και σημαντικότατη επιρροή στις λαϊκές τάξεις, το Ιταλικό ΚΚ, βυθίστηκε σε μια διαλυτική διαδικασία απαλλαγής από τα κομμουνιστικά σύμβολα και τελικά από κάθε αναφορά της Αριστεράς στον τίτλο του. Και μέσα από μια συνεχή αναζήτηση μεγαλύτερης επιρροής στο κέντρο του πολιτικού τόξου κατέληξε να επηρεάζει όλο και λιγότερο κόσμο και να χάνει όλο και περισσότερο την επαφή του με εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που είχε ανάγκη τις ριζικές αλλαγές. Μεταλλασσόμενο αρχικά σε κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς και κατόπιν σε ακόμα πιο ουδέτερο Δημοκρατικό Κόμμα, κατέληξε, αφού έπεσε ακόμα και στα χέρια του Ρέντσι, στις κρίσιμες αυτές ώρες ένα κεντρώο κόμμα, σύμφωνα με έγκυρους αναλυτές.

Χωρίς Αριστερά με συνείδηση του εαυτού της και του ρόλου της, αναμενόμενο είναι να κάνουν περίπατο οι ακροδεξιοί, όταν μάλιστα έχουν προετοιμάσει το έδαφος ο μπερλουσκονισμός και ο σαλβινισμός. Μήπως αδικούμε την υπόλοιπη Αριστερά, που δεν ήθελε τον ίδιο δρόμο; Η σκληρή αλήθεια είναι πως τόσα χρόνια δεν μπόρεσε να βρει τον δρόμο της ενότητας μέσω του διαλόγου και της κοινής δράσης, ώστε να αποτελέσει μια ισχυρή και υπολογίσιμη δύναμη ελπίδας για τις λαϊκές τάξεις. Δεν είναι εύκολος δρόμος, είναι όμως τόσο αναγκαίος.

 

Οι συμμαχίες στην κουλτούρα της Αριστεράς

 

Ευτυχώς, στον τόπο μας, την ώρα της μεγάλης κρίσης, γεννήθηκε η ελπίδα της Αριστεράς και η διέξοδος του ριζοσπαστικού κύματος δόθηκε σε δημοκρατική κατεύθυνση. Όμως, η τόσο γρήγορη επιστροφή της νεοφιλελεύθερης και αυταρχικής Δεξιάς με τη νίκη της ΝΔ το 2019 και την κυβέρνηση Μητσοτάκη, θα έπρεπε να μας προβληματίζει. Πολύ περισσότερο που ως αντίδοτο σ’ αυτήν από ορισμένες πλευρές επιδιώκεται η άμβλυνση του ριζοσπαστισμού, η υποβάθμιση των αριστερών χαρακτηριστικών. Ενώ ευδοκιμεί σε ορισμένους κύκλους και η φιλολογία περί απαλλαγής από τα βαρίδια, της αριστερής παράδοσης εννοείται. Η ιταλική εμπειρία, ωστόσο, είναι εδώ, για να μας υπενθυμίζει πως η απουσία της Αριστεράς πληρώνεται και μάλιστα ακριβά.

Εξίσου ακριβά πληρώνεται και η απουσία κουλτούρας συνεργασίας των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς και του προοδευτικού Κέντρου. Στο προηγούμενο φύλλο της «Εποχής», ο Δ. Παπανικολόπουλος μας έδωσε αρκετές αφορμές για μια γόνιμη συζήτηση με αυτό το θέμα. Με χρήσιμες επισημάνσεις τόσο για την αρνητική εμπειρία από την Ιταλία και τη Γαλλία, όσο και για τα βήματα που χρειάζεται να γίνουν άμεσα, για να μη θρηνούμε και εδώ την επομένη των εκλογών μια ακόμη χαμένη, από δικές μας ευθύνες, δυνατότητα.

Η πρόγνωση, πάντως, δεν φαίνεται για την ώρα καλή. Το κόμμα της αριστερής αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντί να έχει κηρύξει πανστρατιά με ανάλογους πολιτικούς στόχους, να έχει ρίξει ήδη με σχέδιο όλες τις δυνάμεις του σ’ αυτή τη μάχη, που δεν είναι μια οποιαδήποτε εκλογική μάχη, τέσσερις μήνες μετά το τελευταίο συνέδριό του ετοιμάζει με αργούς ρυθμούς την πρώτη συνεδρίαση της νέας κεντρικής επιτροπής του, με θέματα εσωτερικής κατανομής αρμοδιοτήτων. Αν συνεχίσει έτσι, το δώρο της εγκατάλειψης από τη ΝΔ των αιφνιδιαστικών εκλογών κινδυνεύει να αποδειχθεί άδωρο.

 

Χαράλαμπος Γεωργούλας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet