Το κύμα λαϊκής οργής που συνταράσσει το Ιράν επί τέσσερις εβδομάδες έπειτα από τη δολοφονία της Μάχσα Αμινί, μέσα στο αστυνομικό τμήμα, έπειτα από τη σύλληψή της επειδή δεν φορούσε σωστά τη μαντίλα της, όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά όλο και γιγαντώνεται. Χιλιάδες νέες και νέοι σε όλη τη χώρα, αψηφούν κυριολεκτικά τους ξυλοδαρμούς, τις συλλήψεις, τους βασανισμούς, τους βιασμούς, ακόμη και τον θάνατο και απαιτούν την πτώση του καθεστώτος. Με τις γυναίκες στην πρώτη γραμμή, η ιρανική κοινωνία δεν ζητά πλέον απλά και μόνο δικαιοσύνη και ισότητα, γιατί η θεοκρατική δικτατορία δεν πρόκειται να την δώσει, δεν μπορεί, η αδικία και η καταπίεση είναι συνυφασμένη με την ίδια της την ύπαρξη.

Ελευθερία ζητούν τα οργισμένα πλήθη που αντιστέκονται στις επιθέσεις του στρατού και των φρουρών της επανάστασης, χωρίς να υποχωρούν απέναντι στους πυροβολισμούς και στις εν ψυχρώ δολοφονίες διαδηλωτών στη μέση του δρόμου. Τώρα επιτίθενται και αυτά ενάντια στους δημίους τους.

Το καθεστώς προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα λέγοντας ότι βρήκε και θα τιμωρήσει τους ενόχους του φόνου της Αμινί. Τώρα αυτό δεν αρκεί. Όπως δεν αρκεί η προσπάθεια να πείσει ότι οι διαδηλώσεις υποκινούνται από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Πράκτορες προφανώς θα υπάρχουν ανάμεσα στους συγκεντρωμένους, όμως, η πλειονότητα των συμμετεχόντων, κυρίως μια νεολαία μορφωμένη και με αξίες, ωθείται από το αίσθημα αδικίας και από την τρομερή καταστολή των ελευθεριών ενός καθεστώτος που εδώ και 40 χρόνια καταδυναστεύει τους πολίτες και κυβερνά με τον τρόμο και το μίσος.

Με σύνθημα «Δεν φοβόμαστε πια. Θα πολεμήσουμε» και με κραυγές «Θάνατος στον δικτάτορα», η φοιτητική και η μαθητική νεολαία ενώνεται στις διαδηλώσεις, παρά την τεράστια καταστολή, με τους απεργούς εργαζομένους της πετρελαιοχημικής βιομηχανίας στα δυτικά και στα νότια της χώρας. Η συμμετοχή των εργατών της πετρελαιοχημικής βιομηχανίας έχει εξαιρετική σημασία, γιατί το πάγωμα αυτού του κορυφαίου τομέα θα επιφέρει ένα σκληρό πλήγμα στην ήδη αδύναμη οικονομία της χώρας, αλλά και γιατί ο τομέας αυτός έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εθνικοποίηση των πετρελαϊκών εταιρειών και στην πτώση του Σάχη το 1978. Πρόκειται για τομέα κλειδί για την αντοχή του συστήματος.

«Μη φοβάσαι. Θα μείνουμε ενωμένοι», κραυγάζουν οι εργάτες. Ο θυμός για τους χαμηλούς μισθούς και για την ακρίβεια, συνδέεται και με τη διεκδίκηση περισσότερων πολιτικών ελευθεριών και με την οργή για την ανεξέλεγκτη βία κατά των νεαρών διαδηλωτών. Όμως, είναι ενάντια στα κορίτσια που εξαπολύεται η μεγαλύτερη βαναυσότητα, η αγριότητα και η ωμή βία, όπως συνέβη με τις δολοφονημένες 16χρονες Νίκα Σακαράμι και Σαρίνα Εσμαϊλζαντέχ.

Σύμφωνα με πηγές της ιρανικής αντίστασης, οι νεκροί είναι τουλάχιστον 400 μέχρι στιγμής, οι περισσότεροι θαμμένοι εν κρυπτώ μακριά από τις οικογένειές τους, ενώ οι συλληφθέντες είναι 20.000 σε πάνω από 177 πόλεις.

Είναι εκπληκτικό το θάρρος κοριτσιών του γυμνασίου που ανεμίζουν τις μαντίλες, κόβουν τα μαλλιά τους και τρέχουν να αντιμετωπίσουν την αστυνομία και τους πασνταράν, άοπλα απέναντι σε οπλισμένους άντρες που τις χτυπούν και τις πυροβολούν. Παρότι το καθεστώς έχει μπλοκάρει το ίντερνετ εδώ και εβδομάδες, στο διαδίκτυο κυκλοφορούν πολλά βίντεο παρόμοιου ηρωισμού. Αυτά τα κορίτσια γνωρίζουν ότι η θεοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την πατριαρχία και δηλώνουν δυναμικά τη διαφωνία τους φωνάζοντας «Γυναίκα, ζωή, ελευθερία», μπροστάρες στον αγώνα, έχοντας, όμως, και πολλούς άντρες στο πλευρό τους.

Ενώ ο πρόεδρος Ραΐσι μιλούσε στο γυναικείο πανεπιστήμιο Αλ-Ζάχρα στην Τεχεράνη και εξηγούσε ότι οι φοιτήτριες «δεν θα πάνε με το μέρος του εχθρού», ακούγονταν φωνές φοιτητριών που κραύγαζαν «Θάνατος στον καταπιεστή».

Την τελευταία εβδομάδα, το καθεστώς, φοβισμένο από την ορμή της αμφισβήτησης, μιλά μέσω διαφόρων στελεχών του για την «ανάγκη να ακουστεί ο λαός», «να ζητηθεί συγγνώμη από τον λαό», ενώ ο Μουλάς Εζάι, επικεφαλής της δικαστικής εξουσίας, δηλώνει: «είμαστε πρόθυμοι να δεχτούμε κριτική και να ακούσουμε όλες τις απόψεις, μέχρι και να διορθωθούμε. Αν κάναμε κάποιο λάθος, και αν είναι ανάγκη, θα κάνουμε μεταρρυθμίσεις». Επίσης, ο Μουλάς Αμελί, γραμματέας του πολιτιστικού συμβουλίου μίλησε για την απόφαση δημιουργίας ενός «Εθνικού Οίκου Διαλόγου» και ο πρώην υπουργός ενημέρωσης δηλώνει: «Συνέβη ένα ατύχημα, ζητάμε συγγνώμη δέκα φορές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει κάποιοι να πετάνε βόμβες μολότοφ και να επιτίθενται στην αστυνομία».

Ταυτόχρονα με αυτές τις δηλώσεις «συμφιλίωσης», το καθεστώς αυξάνει τους μισθούς των στρατιωτικών και στέλνει περισσότερο στρατό στις «θερμές» περιοχές του Κουρδιστάν και του Μπαλουχιστάν.

Σήμερα, όμως, το κίνημα διαμαρτυρίας έχει περάσει σε μια ανώτερη φάση από εκείνη του 2009. Δεν θα είναι εύκολο να κατασταλεί.

 

Τόνια Τσίτσοβιτς Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet