Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Με θέμα “Αντιμετώπιση των Σοβαρών Δομικών Προβλημάτων της Χώρας”, το ΕΝΑ (Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών) παρουσίασε τον προηγούμενο μήνα ένα κείμενο του καθηγητή Λόη Λαμπριανίδη που θέτει προς συζήτηση την αξιολόγηση αυτών των προβλημάτων, την ανάδειξη της σημασίας που έχει η διεύρυνση της βιομηχανικής βάσης της χώρας, την πρόταση δημιουργίας μιας “Επιτελικής Δομής Αναπτυξιακού Προγραμματισμού”, αλλά και την επισήμανση της ανάγκης να συγκροτηθούν ευρείες κοινωνικές συμμαχίες για την υποστήριξη αυτών των αλλαγών. Μια τέτοια θεματολογία, όσο κι αν μπορεί να θεωρηθεί εύστοχη, δεν μπορεί ταυτοχρόνως να θεωρηθεί ιδιαίτερα καινοτόμος, ούτε και αντίστοιχη με την σημερινή συγκυρία και την τρέχουσα δυναμική των δομικών προβλημάτων της χώρας.

 

Μπροστά στην παγκοσμιοποίηση που αλλάζει

 

Έχει σημασία να δούμε ότι η ελλειμματικότητα των εξωτερικών συναλλαγών ακολουθεί και πάλι μια πτωτική εξέλιξη, να καταγράψουμε ότι μετά το 2010 και ως τώρα οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου έχουν καθηλωθεί, ότι το ίδιο συνέβη με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, και ότι παράλληλα έχουμε μια έντονη αύξηση των ανισοτήτων. Η ιδέα ότι αυτά τα προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη διεύρυνση της βιομηχανικής βάσης, έχει φυσικά νόημα αλλά είναι απολύτως θεωρητική, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη ότι η διάρθρωση της οικονομίας και οι ανισορροπίες της είναι μια πολύπλευρη και σύνθετη πραγματικότητα. Οι σχέσεις υπηρεσιών και υλικής παραγωγής, η ελλειμματικότητα της πρωτογενούς παραγωγής, η θέση και η διάρθρωση της παραγωγής ενέργειας, ο ρόλος και η δυναμική των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, αποτελούν δομικά ζητήματα, που δεν μπορούν να λυθούν αυτόματα χάρη στην επέκταση της βιομηχανικής παραγωγής.

Μεγάλα δομικά προβλήματα είναι οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις και η σχέση της ελληνικής οικονομίας με το διεθνές τραπεζικό σύστημα. Είναι πλέον προφανές ότι η παγκοσμιοποίηση αλλάζει και ότι η προστασία των εθνικών οικονομιών επανέρχεται στο προσκήνιο, και ειδικότερα ότι η ελληνική οικονομία έχει πληγεί σε μεγάλο βαθμό από την επιδίωξη της ένταξης σε ένα ενιαίο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Η μερική εσωστρέφεια της ανάπτυξης της παραγωγής, είναι στις σημερινές διεθνείς συνθήκες, για μια οικονομία σαν την ελληνική, μια υποχρεωτική αναθεώρηση της αποκλειστικά εξωστρεφούς προσέγγισης. Η εμμονή ακόμα και αριστερών οικονομολόγων με την εξωστρεφή ανάπτυξη είναι ένα σοβαρό εμπόδιο που οδηγεί αυτό το διανοητικό δυναμικό στην υποστήριξη εμφανώς αποτυχημένων προτάσεων. Εξίσου σημαντικό δομικό πρόβλημα είναι η σχέση της ελληνικής οικονομίας με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η αναθεώρηση αυτής της σχέσης είναι βέβαια ένα δύσκολο πολιτικό ζήτημα, αλλά χωρίς έναν τέτοιο προσανατολισμό δεν μπορεί να ανασυγκροτηθεί μια εθνική οικονομία.

 

Η ιδέα του αναπτυξιακού προγράμματος

 

Η πρόταση για “Επιτελική Δομή Αναπτυξιακού Προγραμματισμού”, χρειάζεται πολλές διευκρινήσεις και περιγραφές. Στην πραγματικότητα η ιδέα του αναπτυξιακού προγράμματος υπάρχει και εμφανίζεται με διάφορες μορφές εδώ και δεκαετίες στην Ελλάδα. Η εμπειρία των λεγόμενων ευρωπαϊκών προγραμμάτων έχει δείξει ότι η επεξεργασία τους στο πλαίσιο του πελατειακού συστήματος, και η απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης έχουν υπονομεύσει την έννοια του προγράμματος και έχουν σπαταλήσει πόρους και ανθρώπινο δυναμικό. Για να ξεπεραστεί αυτή η αρνητική κληρονομιά πρέπει να γίνουν σοβαρές αξιολογήσεις και συστηματικές επεξεργασίες νέων θεσμικών λειτουργιών που μπορούν να εισάγουν κατά κύριο λόγο δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ελέγχου των υλοποιήσεων και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων. Ο προγραμματισμός ή καλύτερα ο σχεδιασμός των αναπτυξιακών διαδικασιών είναι στο σημερινό κόσμο μια εξαιρετικά διαδεδομένη πρακτική σε επιχειρήσεις και δημόσιες υπηρεσίες. Η άποψη ότι η αποτελεσματικότητα και η ορθολογικότητα των αποφάσεων είναι αποκλειστικά το προϊόν της αγοράς είναι ένας μύθος που έχει αποδειχθεί, στην Ελλάδα ειδικότερα, απολύτως καταστροφικός.

 

Συμμαχίες

 

Σωστά το κείμενο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι χρειάζονται ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Μια τέτοια διατύπωση μπορεί να ερμηνευτεί ως νοσταλγία των συμμαχιών της φορντιστικής φάσης του καπιταλισμού, της συμμαχίας κατά κύριο λόγο κεφαλαίου και εργασίας. Σήμερα όταν το κεφάλαιο υποστηρίζει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που έχουν διαιρέσει και εξατομικεύσει την εργατική τάξη, η νοσταλγία αυτή που φαίνεται να γοητεύει ακόμα ένα μεγάλο μέρος του στελεχικού δυναμικού της Αριστεράς, δεν έχει στην πραγματικότητα κανένα μέλλον. Οι κοινωνικές τάξεις που μπορούν να συμμαχήσουν είναι τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα με την ευρύτερη έννοια, και να συμμαχήσουν όχι απλώς στη βάση μιας κοινωνικής συνείδησης, αλλά στη βάση σχεδίου και ειδικότερων σχεδίων για την ικανοποίηση των αναγκών τους και την επίλυση των πολλαπλών προβλημάτων τους.

Η συσσώρευση δομικών προβλημάτων σε μια κοινωνία, και η ανάγκη ανασυγκρότησης θεσμών και πολιτικών, οδηγούν σε αδρανοποιήσεις και απογοητεύσεις των πλέον ευάλωτων τμημάτων του πληθυσμού. Η δραστηριοποίηση αυτών των κοινωνικών κατηγοριών δεν μπορεί να είναι απλώς συνάρτηση της συνείδησής τους για τις ανισότητες και τις εξαρτήσεις που τους αφορούν, αλλά μπορεί να επιτευχθεί όταν βρεθούν αντιμέτωπες με πειστικά σχέδια ικανοποίησης των πλέον σημαντικών αναγκών τους. Η προβολή από την Αριστερά ιδεολογικών αρχών και γενικών επιδιώξεων, προφανώς δεν αρκεί. Οι πολιτικές οργανώσεις της πρέπει να μετατραπούν σε δομές λεπτομερών επεξεργασιών σχεδίων επίλυσης οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων, που εν πολλοίς έχουν πράγματι δομικό χαρακτήρα.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet