Όταν το 1963 ο Σατγιαζίτ Ρέι σκηνοθέτησε την ταινία «Η μεγάλη πόλη» (Mahanagar), ήταν μια αληθινή πρόκληση για τα ήθη και τις παραδόσεις της Ινδίας. Αν αναλογιστούμε, δε, τις κοινωνικές, πολιτισμικές, ταξικές ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένη χώρας, τότε η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως βόμβα στα θεμέλια της ινδικής κοινωνίας. Βέβαια στη συγκεκριμένη περίπτωση όλο αυτό μετριάζεται κάπως, καθώς η υπόθεση εκτυλίσσεται μέσα στο πλαίσιο μιας οικογένειας η οποία ανήκει στη μεσαία τάξη, όπου υπάρχει μια σχετική ανοχή απέναντι σε νεωτερικές αντιλήψεις. Επειδή οι απόψεις αλλά και οι πράξεις των ανθρώπων κρίνονται ανάλογα με την εποχή και τη γεωγραφία, γι’ αυτό θεώρησα απαραίτητο τη μικρή εισαγωγή που προηγήθηκε. Καθώς ο τίτλος του κειμένου από μόνος του μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητικός, εάν δεν διευκρινιστεί πως μιλάμε για την Ινδία στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Βρισκόμαστε στην Καλκούτα. Εκεί ζει η Αράτι, μαζί με τον άνδρα της, ο οποίος είναι τραπεζικός υπάλληλος, και τον μικρό τους γιο καθώς και με τους γονείς και την αδελφή του άνδρα της. Αν και πρόκειται για μια μεσοαστική οικογένεια, παρόλα αυτά δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Ο πεθερός της Αράτι πρώην δάσκαλος χρειάζεται γυαλιά, η κουνιάδα της χρειάζεται χρήματα για το σχολείο, ο μικρός επίσης έχει τα δικά του έξοδα και για όλα αυτά ο μισθός του τραπεζικού υπαλλήλου δεν είναι αρκετός. Όταν η Αράτι μαθαίνει πως η σύζυγος ενός φιλικού τους ζευγαριού έπιασε δουλειά, προτείνει στον άνδρα της να κάνει κι αυτή το ίδιο. Εκείνος αρνείται αρχικά αλλά σύντομα ενδίδει καθώς η κατάσταση δυσκολεύει. Όμως αν και ο σύζυγος έχει συμφωνήσει, διαφωνεί κάθετα ο συντηρητικός πεθερός. Παρόλα αυτά και κάτω από την οικονομική πίεση, η Αράτι καταφέρνει να προσληφθεί σε μια εταιρεία ως πλασιέ. Εκεί θα γνωριστεί και θα συνδεθεί με μια ινδο-αγγλίδα συνάδελφό της, την Έντιθ. Η Αράτι θα επιδείξει ιδιαίτερη ικανότητα στη δουλειά της, η βοήθεια που προσφέρει στο σπίτι είναι πολύ σημαντική και ο εργοδότης της αρκετά ικανοποιημένος σχεδιάζει την προαγωγή της. Τότε είναι που ο άνδρας της αρχίζει να νιώθει ανασφαλής, ζηλεύει κιόλας και της ζητά να παραιτηθεί. Τότε όμως καταρρέει η τράπεζα που εργάζεται και το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας προέρχεται από τη δουλειά της Αράτι. Και σε αυτήν την κρίσιμη καμπή ο εργοδότης της απολύει την Έντιθ. Όταν, παρά την έκκληση της Αράτι να κρατήσει τη φίλη της στη δουλειά, εκείνος αρνείται, έρχεται η στιγμή που η κοπέλα θα πρέπει να πάρει μια μεγάλη απόφαση που θα κρίνει το μέλλον της. Χειραφετημένη πια και έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό της θα βρεθεί ανάμεσα στην ανάγκη της για δουλειά, από τη μια, και στην αγάπη για το σύζυγό της και τη φίλη της, από την άλλη.

Βέβαια ο Ρέι βαθιά φιλελεύθερος (και όχι... νεοφιλελεύθερος) και με οξυμμένη κοινωνική αντίληψη και θέση δεν περιορίζει την ηρωίδα του στην αμφισβήτηση των συντηρητικών οικογενειακών σχέσεων. Αλλά την βγάζει πιο έξω και την τοποθετεί μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Δηλαδή η Αράτι δεν είναι μια γυναίκα η οποία συγκρούεται με τα συντηρητικά ήθη και την πατριαρχία αλλά και με το οικονομικό σύστημα και τις εργασιακές σχέσεις οι οποίες αναπτύσσονται σε αυτό. Με λίγα λόγια έρχεται αντιμέτωπη με την ανηθικότητα και την εκβιαστική φύση του καπιταλισμού. Πάντως αυτό που πρέπει να διευκρινιστεί είναι πως η Αράτι δεν μετατρέπεται σε κάποια «πασιονάρια» του σοσιαλισμού ή του φεμινισμού, αλλά παραμένει μια απλή νέα γυναίκα η οποία απλώς αντιλαμβάνεται πως είναι ικανή να κάνει περισσότερα από όσα είναι προκαθορισμένα.

Έχοντας ενσωματώσει νεορεαλιστικά στοιχεία, ο Σατγιαζίτ Ρέι κάνει ένα θαυμάσιο κοινωνικό δράμα στο οποίο το δραματικό στοιχείο εμπεριέχει λεπτές πινελιές χιούμορ. Ο κορυφαίος ινδός σκηνοθέτης κινηματογραφεί τη μεγάλη πόλη, την Καλκούτα εν προκειμένω, και μέσα στο αστικό τοπίο τοποθετεί τους ήρωές του. Οι οποίοι προσπαθούν να επιβιώσουν και ταυτόχρονα να απελευθερωθούν από κοινωνικές προκαταλήψεις. Σημαντικό ρόλο παίζει για τον Ρέι η προσωπική ηθική στάση των ηρώων του απέναντι στις κοινωνικές και τις οικονομικές δομές η οποία καθορίζει και τις προσωπικές τους σχέσεις.

Το 1964 η ταινία προβλήθηκε σε διεθνές φεστιβάλ στην Ντάκα του σημερινού Μπαγκλαντές (τότε Ανατολικό Πακιστάν). Τότε τεράστια πλήθη, συμπεριλαμβανομένων χιλιάδων γυναικών, έκαναν ουρά για εισιτήρια για τις τρεις προγραμματισμένες προβολές. Η έλλειψη θέσεων προκάλεσε ταραχή. Περίπου εκατό άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν από την αστυνομία, οι διοργανωτές του φεστιβάλ αναγκάστηκαν να προγραμματίσουν δέκα επιπλέον προβολές, που διήρκεσαν διαδοχικά πάνω από είκοσι τέσσερις ώρες.

Η ταινία κέρδισε την Αργυρή Άρκτο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 1964.

 

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet