Η Αγγελική Δαρλάση είναι συγγραφέας και γράφει για παιδιά και νέους. Είναι πολυγραφότατη και πολυβραβευμένη επίσης. Αγαπά και το θέατρο μιας κι έχει σπουδάσει Θεατρολογία στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εμείς πάλι αγαπάμε να την διαβάζουμε. Για την τολμηρή θεματολογία της. Για την ευαίσθητη προσέγγισή της που ενίοτε μας κάνει να βουρκώνουμε. Για το υπόγειο χιουμοράκι της. Για τους ήρωες της, ανθρώπους αληθινούς, που μας συντροφεύουν. Για την απόλαυση που μας προσφέρει, εντέλει, η ανάγνωση των δια-ηλικιακών βιβλίων της. 

 

 

 

Γιατί γράφετε παιδική λογοτεχνία; Βοηθά κάθε Παλιόπαιδο του κόσμου τούτου;

Πάει καιρός που συνειδητοποίησα ότι δεν είναι απλώς και μόνο ότι μου αρέσει να κοιτάζω και να προσπαθώ να ερμηνεύσω τον κόσμο μέσα από τα μάτια των παιδιών και των νέων. Δεν είναι μόνο ότι με γοητεύει συγγραφικά αυτή η ηλικία του ανθρώπου. Είναι ότι όταν γράφω έχοντας ως πρωταγωνιστές μου παιδιά και νέους παίρνω κι εγώ κουράγιο και δύναμη. Έτσι, λοιπόν, νομίζω ότι πρωτίστως βοηθάω εμένα ν’ αντέχω όλα αυτά που με πληγώνουν και, συχνά, με στοιχειώνουν. Χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη σ’ αυτή μου τη συγγραφική πτυχή. Υπό αυτή την έννοια νιώθω κι εγώ ένα «παλιόπαιδο», που κάθε φορά σώζομαι. Το Παλιόπαιδό μου βοηθήθηκε, σώθηκε και χάρη στη μουσική. Όμως υπήρχε από πίσω του και μια παρέα ανθρώπων, ένα δίχτυ ασφαλείας που αργότερα εξελίχτηκε σ’ αυτό που ονομάστηκε «Εl Sistema» (=το σύστημα). Αν λοιπόν θεωρήσουμε γενικώς την τέχνη, άρα και τη λογοτεχνία, ως ένα σύστημα που μπορεί να υποστηρίξει ή/και ν’ ανοίξει δρόμους και να βοηθήσει όσα παιδιά το έχουν ανάγκη, τότε ναι μπορούμε να θεωρήσουμε ότι κι ένα βιβλίο μπορεί να βοηθήσει με τον τρόπο του και κάποιο «παλιόπαιδο».

 

Πώς αντιμετωπίζει, και πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίζει, η κοινωνία σήμερα τα παιδιά της προσφυγιάς, το σημερινό Αγόρι στο θεωρείο; Ποια θα είναι η τύχη τους άραγε;

Νομίζω πως όπως αντιμετώπισε και τα προσφυγόπουλα, ανάμεσα τους και τον Δρόσο τον ήρωά μου στο Αγόρι στο θεωρείο και γενικά τους Μικρασιάτες πρόσφυγες του τότε: άλλοι με καχυποψία ή ακόμη κι εχθρικά κι άλλοι με συμπόνια κι έμπρακτη αλληλεγγύη. Οι άνθρωποι δεν είμαστε ίδιοι. Παρ’ όλα αυτά θα περίμενε κανείς πως έναν αιώνα μετά θα είχαμε κάνει κάποια βήματα ως προς αυτά τα θέματα. Ειδικά όταν αναφερόμαστε σε παιδιά. Μου φαίνεται αδιανόητο σήμερα να υπάρχουν γονείς που δεν θέλουν τα παιδιά τους να πηγαίνουν στο ίδιο σχολείο με προσφυγόπουλα. Όταν όμως για παράδειγμα ακούγονται κι από επίσημα χείλη φράσεις όπως «κανονικοί πρόσφυγες», όταν φτάνουμε στο σημείο να μετράμε στο «ζύγι» τον πόνο, την απώλεια, την οδύνη, την απελπισία έχοντας ως μέτρο μας το χρώμα δέρματος ή τη θρησκεία, ή ό,τι άλλο ως αναγνωριστικά που μας διαχωρίζουν και μας χωρίζουν, τότε συνειδητοποιείς ότι το ανθρώπινο είδος μας δεν έχει προοδεύσει και πολύ – όσο κι αν επιχαίρουμε για την τεχνολογική πρόοδο. Οπότε για το ποια θα είναι η τύχη τους… Κάποια ίσως να έχουν την τύχη του Δρόσου και των φίλων του, των Μικρασιατών προσφύγων της ιστορίας μου, που κατάφεραν και στάθηκαν στα πόδια τους. Και πόσα όμως προσφυγόπουλα θα χαθούν... Άλλωστε μήπως πολλά από αυτά δεν έχουν ήδη, κυριολεκτικά, χαθεί στη χώρα μας και την Ευρώπη; Και πόσα άλλα προσφυγόπουλα δεν έχουν ανά τον κόσμο

 

Τι είδους όνειρα κάνουμε σήμερα; Έχουμε «ονειροφύλακες» να προστατέψουν τα όνειρα;

Δεν ξέρω τι όνειρα κάνουμε οι μεγάλοι – μόνο για τα προσωπικά μου όνειρα μπορώ να μιλήσω. Όμως αυτό που νιώθω ότι συμβαίνει είναι πως μάλλον ζούμε στην εποχή που έχουν εισβάλει για τα καλά οι Ονειροκτόνοι, όπως συμβαίνει στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας των Ονειροφυλάκων. Νιώθω ότι οι παλιότερες γενιές έχουμε κλέψει ή και σκοτώνουμε τα όνειρα των νέων χωρίς να το συνειδητοποιούμε, χωρίς να συνειδητοποιούμε τη μεγάλη ευθύνη που φέρουμε. Κανονικά θα έπρεπε να είμαστε εμείς οι μεγαλύτεροι οι «ονειροφύλακες» των νεότερων γενιών.

 

Φαίνεται πως ο ρατσισμός δεν έρχεται «από μακριά». Έχει να κάνει με το χρώμα και την εθνικότητα ή με τα πλούτη και τη φτώχεια;

Το «Από μακριά» το έγραψα νομίζω φοβούμενη όσο τίποτε άλλο την επανάληψη μαύρων σελίδων της ανθρώπινης ιστορίας. Φοβούμενη τη μισαλλοδοξία που μοιάζει να θεριεύει. Νομίζω πως έγραψα αυτή την ιστορία θέλοντας να μιλήσω γι’ αυτό που λέει η Χάνα Άρεντ: για την κοινοτοπία του κακού. Γι’ αυτό κι υιοθέτησα την οπτική του θύτη. Επειδή, ξέρετε, είναι πιο εύκολο να μπαίνουμε κάθε φορά στη θέση του θύματος. Δεν μας είναι εύκολο να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και ν’ αναγνωρίσουμε το πρόσωπο του τέρατος. Έχουμε αρχίσει να το συνηθίζουμε και να του μοιάζουμε, όπως έλεγε ο Χατζιδάκις. Δεν μας είναι εύκολο λοιπόν ν’ αναγνωρίσουμε το πώς μπορεί κι εμείς με τις μικρές μας πράξεις, με τα λόγια μας, με τη στάση μας ν’ ανακυκλώνουμε το κακό. Δείτε τι συνέβη, για παράδειγμα, μ’ εκείνη τη φρικτή ιστορία με τη μικρή Όλγα σ’ εκείνο το εργοστάσιο. Πονάει το μυαλό μου κάθε φορά. Αλλοτριωνόμαστε λίγο-λίγο και μεταμορφωνόμαστε σε τέρατα. Κι ο λόγος για να είμαστε ρατσιστές μοιάζει αδιάφορος τελικά – κάθε φορά κάποιος λόγος θα υπάρχει. Το θέμα είναι το πώς μπορούμε ως κοινωνία ν’ αντισταθούμε ώστε να μην μεταμορφωθούμε σε τέρατα. Και πως δεν θ’ αναπαράξουμε τέρατα.

 

«Η ξύπνια βασιλοπούλα» ξύπνησε όλο το βασίλειο. Με αφορμή ένα βιβλίο, θα καταφέρουμε να ξυπνήσουμε κι εμείς σήμερα;

Είμαι πεπεισμένη πως εκεί έξω υπάρχει κάποιο βιβλίο που αντιστοιχεί στον καθένα, την καθεμία και το καθένα από εμάς που μπορεί να μας συγκινήσει, να μας κινητοποιήσει, να μας ξυπνήσει. Αρκεί να το βρούμε. Όμως αν ψάχνεις… βρίσκεις. Το θέμα είναι να βρεθούμε και μεταξύ μας. Εκεί είναι το δυσκολότερο, νομίζω.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet