Με συμμετοχή φοιτητών και φοιτητριών και σε αγωνιστικό κλίμα πραγματοποιήθηκαν εκδηλώσεις σε πολλά Πανεπιστήμια της χώρας, στο πλαίσιο της πανελλαδικής δράσης ενάντια στην «πανεπιστημιακή αστυνομία», που διοργάνωσε η Πρωτοβουλία Πανεπιστημιακών «Όχι αστυνομία στα Πανεπιστήμια», την περασμένη Τετάρτη 19 Οκτωβρίου. Συγκεκριμένα, ομιλίες και δράσεις έγιναν στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τον Βόλο, τα Ιωάννινα, το Ηράκλειο και το Ρέθυμνο. Στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Ρεθύμνου, μίλησαν ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος (Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης) και η Αθηνά Σκουλαρίκη (Τμήμα Κοινωνιολογίας), γνώριμοι και οι δύο της Εποχής και συντόνισε η Ελευθερία Ζέη (Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας). Ζητήσαμε από τον Αλ. Κεσσόπουλο να μας μεταφέρει το περιεχόμενο της εισήγησής του.

 

Στην τοποθέτησή του ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, τόνισε εισαγωγικά, και εν είδει ίσως απάντησης σε όσους μπορεί να διερωτώνται ακόμα γιατί αποτελεί ζήτημα η αστυνομία στα Πανεπιστήμια: «Το Σύνταγμα κατοχυρώνει στο άρθρο 16 δύο αρχές: Η μία είναι η ελευθερία της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας και η άλλη είναι το αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου», διευκρινίζοντας ότι «αποτελεί κατάκτηση του Διαφωτισμού και των αστικών επαναστάσεων να υπάρχει ένα πεδίο αυτονομίας της κοινωνίας έναντι του κράτους. Να διαφυλάσσεται η ελευθερία να διατυπώνονται επιστημονικές απόψεις που μπορεί να σπάνε κοινωνικά και πολιτικά ταμπού. Η ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία συχνά αρθρώνει έναν μη συμβατικό ή και αιρετικό λόγο, χρειάζεται να μπορεί να το κάνει σε συνθήκες ελευθερίας. Δεν μπορεί να λειτουργήσει ελεύθερα με αστυνομικούς που περιφέρονται στον χώρο του Πανεπιστημίου και κρίνουν ποιοι μπορεί να είναι ύποπτοι τέλεσης εγκλημάτων». 

Παράλληλα, τόνισε ο Αλ. Κεσσόπουλος, «το Σύνταγμα προβλέπει ότι ο χώρος της ακαδημαϊκής κοινότητας χρειάζεται να αυτοδιοικείται, δηλαδή να αποφασίζει το ίδιο το Πανεπιστήμιο τα του οίκου του. Ένα μέρος αυτής της αυτοδιοίκησης είναι και η τήρηση της τάξης και της ασφάλειας. Είναι μια αρμοδιότητα, που κατά το Σύνταγμα και κατά την έννοια του "ασύλου", χρειάζεται να ανήκει στις πανεπιστημιακές αρχές και μόνο. Στη συνταγματική θεωρία υπήρχε μια ομοφωνία των συνταγματολόγων, μέχρι πριν μια δεκαπενταετία περίπου, ότι η έννοια του "άσυλου" –χωρίς να αποτυπώνεται ρητά στο Σύνταγμα– αποτελεί έναν θεσμό συνταγματικής περιωπής, εφόσον απορρέει ευθέως από τις συνταγματικές αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της αυτοδιοίκησης των πανεπιστημίων. Αυτό σημαίνει ότι είναι ένας θεσμός που δεν μπορεί να καταργηθεί με έναν απλό νόμο». 

»Σήμερα βρισκόμαστε ενώπιον ενός νόμου που παραβιάζει την έννοια της πλήρους αυτοδιοίκησης του Πανεπιστημίου, εφόσον προβλέπει τη συγκρότηση ενός σώματος που δεν υπάγεται στις εντολές των πανεπιστημιακών αρχών. Γι’ αυτό τον λόγο είναι αδόκιμος και ο όρος "πανεπιστημιακή αστυνομία", αυτό που έχουμε είναι "αστυνομία στα πανεπιστήμια"». 

Πέρα από τα παραπάνω, ο επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης βάζει ακόμα ένα ζήτημα αρχής. «Στο Συνταγματικό Δίκαιο υπάρχει μια αρχή, η αρχή της αναλογικότητας, που σημαίνει ότι ο κανόνας είναι η ελευθερία και τα δικαιώματα. Όταν χρειαστεί να περιοριστεί μια ελευθερία ή ένα δικαίωμα, πρέπει αυτό να γίνει με τον ηπιότερο δυνατό τρόπο. Αν επιστρατευτούν μέτρα τα οποία περιορίζουν ένα δικαίωμα περισσότερο από όσο χρειάζεται για να επιτευχθεί ένας σκοπός, τότε παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας και, συνεπώς, παραβιάζεται το Σύνταγμα. Η μόνιμη εγκατάσταση αστυνομικών οργάνων μέσα σε Πανεπιστήμιο, προσβάλλει ευθέως την αρχή της αναλογικότητας». 

Την ίδια στιγμή, δεν πρέπει να παραλείπουμε να επισημαίνουμε το γεγονός ότι το 2013 έγιναν μαζικές απολύσεις φυλάκων από τα Πανεπιστήμια, στο πλαίσιο του μνημονίου, από τον τότε υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Κυριάκο Μητσοτάκη. «Όταν λοιπόν αποψιλώνεις τα ΑΕΙ από την υπηρεσία της φύλαξης, δεν μπορεί να έρχεσαι μια δεκαετία μετά και να διαπιστώνεις πρόβλημα», υπογραμμίζει ο καθηγητής. 

Επιχειρώντας να βάλει τα ζητήματα σε ένα συνολικό πλαίσιο, ο Αλ. Κεσσόπουλος υπογραμμίζει: «Το Σύνταγμα κατοχυρώνει κάποιες ελευθερίες με συγκεκριμένα άρθρα του: την ελευθερία του συνέρχεσθαι που ολοένα και περισσότερο τίθεται εν αμφιβόλω όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με βαρείς τραυματισμούς διαδηλωτών από αστυνομικούς και μάλιστα σε πανεπιστημιακούς χώρους. Η ελευθερία του Τύπου βάλλεται από πρακτικές όπως η χρηματοδότηση εντύπων και ιστοσελίδων με βασικό κριτήριο τον φιλοκυβερνητικό τους προσανατολισμό. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση έχουν υποχρέωση να μεταδίδουν πληροφορίες με αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο –λέει το Σύνταγμα– και αυτό παραβιάζεται πολλάκις καθημερινά. Εσχάτως παραβιάστηκε και η ελευθερία του απόρρητου των επικοινωνιών με την υπόθεση των υποκλοπών. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την καταπάτηση των ελευθεριών που αφορούν το Πανεπιστήμιο, συνθέτουν ένα πλέγμα δικαιωμάτων που καταπατώνται συστηματικά και τα οποία κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα για να διαφυλαχθεί η διαφορετική άποψη, η άποψη της μειοψηφίας. Παρατηρούμε ένα κράτος Δικαίου σε υποχώρηση και την έκφραση μιας βούλησης, από την πλευρά της κρατικής εξουσίας, να μην εκφραστεί ο διαφορετικός λόγος. Αυτό εγείρει ζήτημα Δημοκρατίας». 

Ίσως ορισμένοι αναρωτιούνται γιατί τα Πανεπιστήμια αποτελούν στόχο του κυβερνητικού αυταρχισμού. «Τα Πανεπιστήμια είναι ο τελευταίος μαζικός χώρος στον οποίο μπορούν να αναπτυχθούν διαφορετικές απόψεις και εναλλακτικός λόγος. Τις προηγούμενες δεκαετίες τέτοιοι μαζικοί χώροι ήταν και τα κόμματα και τα συνδικάτα. Βρισκόμαστε σε συνθήκη προϊούσας αποπολιτικοποίησης, όπου το τελευταίο κύτταρο στο οποίο δεν αναπαράγεται η θεολογία των αγορών και ο επίσημος λόγος του κράτους είναι τα πανεπιστήμια. Αυτός είναι ο λόγος που τα Πανεπιστήμια αποτελούν στόχο της εξουσίας». Παράλληλα, «πάντοτε όταν έχουμε όξυνση των ανισοτήτων, όταν έχουμε κατανομή πλούτου οργιώδη υπέρ των ελίτ και την κοινωνία να πεινάει, αυτό συνοδεύεται από καταστολή. Τα αιτήματα της αξιοπρεπούς ζωής και της δημοκρατίας είναι αλληλένδετα. Αυτό έχει μια ευρύτερη σημασία διότι καταδεικνύει ότι το ζήτημα είναι συνολικότερο και ως τέτοιο χρειάζεται να αντιμετωπιστεί από την κοινωνία», καταλήγει ο καθηγητής.

 

* * *

 

Τα Πανεπιστήμια «γεννάνε» ιδέες,
όχι εγκληματίες

 

Από τη στιγμή που ξεκίνησε η συζήτηση για την εγκατάσταση ειδικών φρουρών στους χώρους των Πανεπιστημίων, γίναμε πολλές φορές μάρτυρες εντάσεων και περιστατικών βίας ανάμεσα σε αστυνομικές δυνάμεις και φοιτητές. Αυτές οι εικόνες βίας προς τη φοιτητική κοινότητα δημιουργούν έναν έντονο προβληματισμό σχετικά με την αποτελεσματικότητα της παρουσίας της αστυνομίας στα Πανεπιστήμια. Για ποια ασφάλεια γίνεται λόγος όταν οι αστυνομικές δυνάμεις καταφεύγουν σε ωμή βία, καθώς και σε χρήση δακρυγόνων και χημικών κατά των φοιτητών και φοιτητριών; Προσωπικά, δεν νιώθω ασφαλής, αλλά φόβο για το ποιο θα είναι το μέλλον των Πανεπιστημίων από εδώ και πέρα. Τα Πανεπιστήμια είναι ένας χώρος διακίνησης ιδεών και ελευθερίας της έκφρασης. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε, αν θα υπάρχει η ίδια ελευθερία με την παρουσία της αστυνομίας ή αν θα επικρατεί ένας διαρκής φόβος για την έκφραση μιας αντίθετης άποψης. Έχει γίνει διακριτό ότι μόνο προβλήματα δημιουργούνται από όλη αυτή την προσπάθεια εγκατάστασης ειδικών φρουρών στα Πανεπιστήμια. Είναι χρέος μας να προστατεύσουμε τον χαρακτήρα των Πανεπιστημίων και να σταθούμε ενάντια σε κάθε απόφαση που προσβάλλει την πανεπιστημιακή κοινότητα, γιατί τα Πανεπιστήμια «γεννάνε» ιδέες και όχι εγκληματίες.

 

Χριστίνα Αγραφιώτη,

φοιτήτρια Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης

 

* * *

 

Aπέναντι στην απόπειρα πειθάρχησης
των ιδεών και των σωμάτων μας

 

Στις 19 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Ρεθύμνου εκδήλωση με θέμα «Αστυνομία στα Πανεπιστήμια; Το δημόσιο δημοκρατικό πανεπιστήμιο απαντά στον αντι-εκπαιδευτικό αυταρχισμό και την καταστολή». Η μαζική προσέλευση και η ενθουσιώδης συμμετοχή στη συζήτηση ανέδειξε πόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη να ανοίξει το ζήτημα της αστυνομίας στα πανεπιστήμια σε ένα πανεπιστήμιο της περιφέρειας. Πανεπιστημιακοί και φοιτητές μοιραστήκαμε ανησυχίες για την προοπτική ενός πανεπιστημίου ελεγχόμενου και εσωστρεφούς, ενώ από τη συζήτηση προέκυψαν ιδέες για δραστηριοποίηση και γεννήθηκε ένα αίσθημα ελπίδας. Οι ομιλητές δεν φοβήθηκαν να συνδέσουν τον επιστημονικό τους λόγο με την ανάγκη υπεράσπισης αρχών και αξιών, απαντώντας έτσι στη συντηρητική αντίληψη ότι η ακαδημαϊκότητα δεν μπορεί να συμβαδίσει με τον ακτιβισμό. Πάντως, ένα πράγμα μπορεί να λεχθεί με σιγουριά μετά την προχθεσινή εκδήλωση: Η πανεπιστημιακή κοινότητα θα αντιδράσει σύσσωμη απέναντι στην απόπειρα πειθάρχησης των ιδεών και των σωμάτων μας.

 

Χριστίνα Χιωτάκη,

φοιτήτρια Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης

Πρόσφατα άρθρα ( Παιδεία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet