Το προηγούμενο Σάββατο παρουσιάσαμε το πρώτο μέρος της συνέντευξης που έδωσε στον Δημήτρη Γκιβίση ο αμερικανός μαρξιστής φιλόσοφος Γουόρεν Μόνταγκ, στην οποία αναλύει τη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων, με αφετηρία τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, τους οποίους θεωρεί ένα νέο ιστορικό κατώφλι που οδηγεί την ανθρωπότητα στην καταστροφή. Στο σημερινό δεύτερο μέρος ασχολείται κυρίως με την αυξανόμενη ισχύ της Ακροδεξιάς, που όχι μόνο ως κυβερνητικός εταίρος, αλλά και ως εξωκοινοβουλευτικό κίνημα, επηρεάζει την πολιτική των κυβερνήσεων σε διάφορους τομείς, ιδιαίτερα της εξωτερικής πολιτικής και του μεταναστευτικού. Όμως, το κυριότερο σημείο της όλης συνέντευξης του Μόνταγκ, στην οποία θαυμάζουμε τη διαύγεια της σκέψης του, αφορά την κλιματική αλλαγή ως το «βασικό διακύβευμα της παγκόσμιας ταξικής πάλης», γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον προλεταριακό διεθνισμό, ο οποίος με τη σειρά του προϋποθέτει την ύπαρξη και την ενίσχυση μιας ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής και όχι μετριοπαθούς, Αριστεράς.

 

Χ. Γο.

 

 

 

 

Πώς βλέπεις τη σχέση μεταξύ αυταρχισμού στο εσωτερικό και αυταρχισμού στις διεθνείς σχέσεις; Είναι η παλιά παγκόσμια τάξη που, αποσυντιθέμενη, ωθεί σε αυταρχικές λύσεις στο εσωτερικό, ή η αντιδημοκρατική τροχιά σε κάθε χώρα, σχεδόν αναπόφευκτα, οδηγεί πιο συχνά σε σκηνικά αναμέτρησης και σύγκρουσης παρά διεθνούς συνεργασίας;

Πριν απαντήσω στις ερωτήσεις σας, νομίζω ότι είναι σημαντικό να εξετάσουμε τις συνθήκες που καθόρισαν την εμφάνιση αυτού που εσείς αποκαλείτε «αυταρχισμό». Αν δεν προσδιορίσουμε τα χαρακτηριστικά του, όχι ως ιδεότυπο, αλλά όπως υπάρχει σήμερα σε ποικίλες μορφές, που όμως μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, θα αναπαραγάγουμε απλώς τις τυπικές κατηγορίες της κυρίαρχης πολιτικής ταξινόμησης. Ενώ ορισμένα από αυτά τα αυταρχικά κινήματα, ιδίως στην Ευρώπη, έχουν τις ρίζες τους στον προ του 1945 φασισμό, εκείνα που επανεμφανίζονται στη Λατινική Αμερική, κυρίως στη Βραζιλία, συνδέονται με πιο πρόσφατες τοπικές δικτατορίες (Βραζιλία, Αργεντινή και Χιλή). Ωστόσο, παρά τις διαφορές αυτές, κανένα από αυτά τα κινήματα δεν θα είχε τη βαρύτητα και την επιρροή που έχει σήμερα, αν δεν υπήρχαν ορισμένα νέα χαρακτηριστικά που συνδέονται με τις αλληλένδετες κρίσεις στις οποίες αναφέρθηκα προηγουμένως.

Αν και εγώ ο ίδιος χρησιμοποίησα τον όρο «αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός», ελλείψει κάποιου καλύτερου και για να μην προκαλέσω τις ταξινομητικές αντιδράσεις των ειδικών, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι μιλώντας για τον αντιδημοκρατικό και συχνά εθνοκεντρικό και ρατσιστικό χαρακτήρα του, οι ιδέες ή οι ιδεολογίες του αυταρχισμού και οι πρακτικές στις οποίες εγγράφονται, δεν προέρχονται μόνο από το κράτος. Ο «κρατικός ρατσισμός» είναι απολύτως υπαρκτός, αλλά δεν μπορεί να διαχωριστεί πλήρως από έναν λαϊκό ρατσισμό, που έχει τις ρίζες του στις εσωτερικές ανισότητες της εργατικής τάξης. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, η πρόσφατη ιστορία έχει δείξει ότι ισχυρά μαζικά κινήματα που βρίσκονται έξω από το κράτος και είναι ενάντια σ’ αυτό, έχουν αλλάξει τη θεωρία και την πρακτική των κρατικών δρώντων, οδηγώντας τόσο στην απώλεια της νομικής ή τυπικής προστασίας που κάποτε επεκτεινόταν σε ειδικές ομάδες του πληθυσμού που καταπιέζονται, όσο και στην de facto αναστολή νόμων που συνεχίζουν να υπάρχουν de jure.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο ορισμός του Πουλαντζά για το κράτος ως «συμπύκνωση του συσχετισμού δυνάμεων» είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα από την αντίληψη του κράτους ως μηχανή, σταθερή και ξεκομμένη από την κοινωνία των πολιτών. Μερικές φορές, όπως στην πρόσφατη περίπτωση της Ιταλίας, η Ακροδεξιά είναι ικανή να αποκτήσει την πλειοψηφία στις εκλογές, είτε μόνη της είτε σε συνεργασία με άλλα, μικρότερα δεξιά κόμματα που προσελκύονται από την αυξανόμενη δύναμη του ακροδεξιού αυταρχισμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, τα ακροδεξιά κόμματα παραμένουν μια εκλογική μειοψηφία, γεγονός που δεν τα εμποδίζει να αλλάζουν με επιτυχία πρακτικές και συνήθειες ανεξάρτητα από τη συνέχεια του νόμου και του συντάγματος. Μια επαρκής από πλευράς μεγέθους και δύναμης μαζική βάση, τούς επιτρέπει να επιβάλλουν τόσο περιορισμούς όσο και υποχρεώσεις στα μέλη τους, τις οποίες αυτά εφαρμόζουν με την προβλεψιμότητα και την κανονικότητα που απαιτεί το νομικό ιδεώδες. Επιπλέον, τα ακροδεξιά κινήματα όταν αυξάνεται η δύναμη τους, μπορούν να αλλάζουν τις εθνικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων της εξωτερικής και της μεταναστευτικής πολιτικής, χωρίς να συμμετέχουν στα επίσημα όργανα λήψης αποφάσεων, καθιστώντας μ’ αυτόν τον τρόπο άνευ σημασίας τις εκλογικές πλειοψηφίες.

Είναι εύκολο για τις ακροδεξιές πολιτοφυλακές να στρατολογούν μέλη από τις αστυνομικές δυνάμεις και να τις αποικίζουν (συμπεριλαμβανομένων κυρίως εκείνων που είναι υπεύθυνες για την αστυνόμευση των μεταναστών, των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο), ενώ το ίδιο συμβαίνει και με κλάδους του στρατού. Στις ΗΠΑ, ακροδεξιές παραστρατιωτικές ομάδες περιπολούν τακτικά τα σύνορα και κρατούν υπό την απειλή όπλων τους μετανάστες που υποψιάζονται ότι είναι «μη νόμιμοι», μέχρις ότου αποφασίσουν να τους παραδώσουν στην επίσημη συνοριοφυλακή. Στα σύνορα ΗΠΑ–Μεξικού, αυτές οι λεγόμενες «ιδιωτικές» πολιτοφυλακές, εφοδιασμένες με μηχανισμούς παρακολούθησης και όπλα που χρησιμοποιούνται στον στρατό, δρουν με απόλυτη ελευθερία και συλλαμβάνουν αυτούς που περνούν τα σύνορα, χωρίς να δίνουν λόγο σε κάποια αρχή. Οι μαζικές μεταναστεύσεις για τις οποίες τόσο δυσανασχετεί η Ακροδεξιά στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική και οι οποίες είναι στον πυρήνα των ρατσιστικών, ισλαμοφοβικών και ξενοφοβικών κινητοποιήσεων, στην πραγματικότητα οφείλονται αφενός στην κλιματική αλλαγή, για την οποία οι βασικοί υπεύθυνοι είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η ΕΕ, και αφετέρου στους πολέμους που ξεκίνησε το ΝΑΤΟ και τα επακόλουθά τους (όπως η άνοδος του ISIS στη Συρία και το Βόρειο Ιράκ). Όχι μόνο ακόμα και οι μετριοπαθείς και κεντρώοι αρνούνται να δεχτούν τις πραγματικές αιτίες των μαζικών μεταναστεύσεων, αλλά τα δυτικά μέσα ενημέρωσης επανειλημμένως υποστηρίζουν ότι οι πόλεμοι στη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, που έχουν εκτοπίσει εκατομμύρια ανθρώπους, είναι ενδημικά φαινόμενα στον μουσουλμανικό κόσμο, ένας ισχυρισμός που απαλλάσσει τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις από κάθε ευθύνη για τις επιπτώσεις που έχει η εισβολή τους σε διάφορες χώρες και η κατοχή τους, καθώς και για την υπερθέρμανση του πλανήτη, οι επιπτώσεις της οποίας, στο Ιράκ για παράδειγμα, είναι από τις πιο σοβαρές στον κόσμο. Επιπλέον, τα κράτη που ισχυρίζονταν ότι δεν μπορούσαν να αναλάβουν το οικονομικό βάρος χιλιάδων προσφύγων από το Ιράκ ή τη Συρία, δέχτηκαν αμέσως εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες από την Ουκρανία, χωρίς δισταγμό και χωρίς να εξετάσουν αν υπάγονται στο καθεστώς του πρόσφυγα. Η άρνηση εισόδου στους πρόσφυγες που έφυγαν από τη Χομς ή τη Μοσούλη ήταν σαφώς αποτέλεσμα των ρατσιστικών και ισλαμοφοβικών κινητοποιήσεων, που κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα φόβου και μίσους.

Σήμερα, όσοι και όσες προέρχονται από χώρες εκτός Ευρώπης και φεύγουν από αυτές εξαιτίας των πολέμων, της ξηρασίας και της πείνας, θεωρούνται πολύ συχνά ως στρατός εισβολής, που δημιουργεί την ανάγκη καταστροφικών δαπανών, οι οποίες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή υψηλότερων εταιρικών φόρων και να μειώσουν τα κέρδη. Επιπλέον, στη Βόρεια Αμερική και στην Ευρώπη οι μετανάστες από οποιοδήποτε μέρος της ανατολικής ή νοτιοανατολικής Ασίας θεωρούνται φορείς του Covid-19 και υφίστανται σωματική βία σε ανησυχητική κλίμακα. Η ευκολία με την οποία ο κύριος όγκος της Ακροδεξιάς έφτασε στο σημείο να αποπροσανατολιστεί και να αντιταχθεί σε κάθε μέτρο που εφαρμόστηκε για να σταματήσει η εξάπλωση του Covid-19, από τις μάσκες μέχρι τα εμβόλια, ενώ χαρακτήρισε την πανδημία ως μυθοπλασία, πρόσφερε μια σειρά από επιχειρήματα κατά της αύξησης της χρηματοδότησης της ιατρικής περίθαλψης ή της επιδότησης των εργαζομένων κατά τη διάρκεια προσωρινών διακοπών λειτουργίας των επιχειρήσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εταιρείες σε ένα ευρύ φάσμα οικονομικών κλάδων σημείωσαν κέρδη ρεκόρ.

 

Πέρα από όσα είπες ήδη για τη στάση της Ακροδεξιάς στην πανδημία, ποια είναι η σχέση μεταξύ του ακροδεξιού κινήματος και του νεοφιλελευθερισμού;

Ο πολιτικός προσανατολισμός της Ακροδεξιάς διεθνώς, με ορισμένες εξαιρέσεις, είναι συνήθως συμβατός με το πρόγραμμα του νεοφιλελευθερισμού, αν δεν το στηρίζει κιόλας. Στις ΗΠΑ, κυρίως πριν από την επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021, η τάξη των καπιταλιστών ένιωθε όλο και πιο άνετα με τις απειλές και τη χαμηλού επιπέδου βία του κινήματος Τραμπ και ήταν πρόθυμη να ανεχτεί τις «εκκεντρικότητες» του Τραμπ με αντάλλαγμα μαζικές περικοπές φόρων, τεράστιες μειώσεις των κοινωνικών δαπανών, μια αποτελεσματική εκστρατεία για τον τερματισμό των περιβαλλοντικών και εργασιακών κανονισμών που αποσκοπούσαν στην προστασία των εργαζομένων και των καταναλωτών, και την ιδιωτικοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων κρατικών λειτουργιών. Το ακροδεξιό κίνημα με έναν πολύ επιθετικό τρόπο κατέλαβε τους δρόμους, στους οποίους το 2020 γίνονταν οι διαδηλώσεις του κινήματος Black Lives Matter, και χρησιμοποίησε την ίδια τακτική για να καταλάβει τοπικές κυβερνήσεις σε όλη τη χώρα. Αυτοί οι αγώνες στις ΗΠΑ και αλλού μπορεί κάλλιστα να καταλήξουν στη δημιουργία ενός αυταρχικού κράτους, ικανού να επιβάλλει όλο και πιο κατασταλτικά μέτρα. Αυτό μπορεί να συμβεί αν το εν λόγω κράτος στηριχθεί από ένα βίαιο μαζικό κίνημα, ικανό να δρα εκτός νόμου για να προστατεύει μια νεοφιλελεύθερη οικονομία από όλους εκείνους –τους εργαζόμενους, την Αριστερά, τους πρόσφυγες– των οποίων τα αιτήματα ή απλώς οι ανάγκες έρχονται σε αντίθεση με την ελευθερία κινήσεων που απαιτεί ο ορθολογισμός της αγοράς.

Πρόκειται για έναν παγκόσμιο ταξικό πόλεμο που από ορισμένες απόψεις και υπό ορισμένες συνθήκες όχι μόνο επιτρέπει, αλλά και απαιτεί τη συνεργασία μεταξύ αυταρχικών κρατών. Όμως, αυτή η τάση συνυπάρχει με μια άλλη που θα γίνεται όλο και πιο ισχυρή, καθώς πόροι όπως τα καύσιμα, τα τρόφιμα και το νερό γίνονται όλο και πιο σπάνιοι και η συνεργασία σταδιακά όλο και λιγότερο εφικτή. Ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα που πιστοποιεί τον παράλογο και τελικά αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα της κανονικής διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου σε μια περίοδο όπως η σημερινή. Αν το ιρανικό καθεστώς καταρρεύσει, μπορούμε να περιμένουμε ότι θα υπάρξει πίεση για επέμβαση του ΝΑΤΟ, το αποτέλεσμα της οποίας θα είναι εξίσου καταστροφικό και ανεπιτυχές με την προηγούμενη «απελευθέρωση» του Ιράκ. Στην περίπτωση που πραγματοποιηθεί μια τέτοια επέμβαση, είναι πιθανό να επιβαρυνθούν, μέχρι του σημείου διάρρηξης, οι σχέσεις μεταξύ διαφόρων κρατών.

 

 

Πώς μπορεί να αποτραπεί ο κίνδυνος μιας δυστοπικής, για την εργατική τάξη, έκβασης της τρέχουσας κρίσης;

Κάθε ψευδαίσθηση ότι οι σοβαρές απειλές που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, θα την ένωναν και θα οδηγούσαν στη δημιουργία μιας παγκόσμιας συμμαχίας κατά της κλιματικής αλλαγής, των πανδημιών και του πολέμου, έχει πλέον εκλείψει. Το δέλεαρ των ολοένα και μεγαλύτερων κερδών, σε συνδυασμό με τις ολοένα και πιο διαδεδομένες φαντασιώσεις για απόδραση από τη γη που θα την έχουν καταστήσει ακατοίκητη, έχει οδηγήσει τις άρχουσες τάξεις του κόσμου στην απόφαση να αποσπάσουν και την τελευταία σταγόνα υπεραξίας προτού κάνουν την έξοδο τους σε απομακρυσμένα ορεινά καταφύγια, σε αυτάρκεις κοινότητες μέσα σε μεγάλα πλοία που δεν θα πλησιάζουν ποτέ τη στεριά, ή ακόμη και στο νέο σύνορο, τον Άρη. Οι παιδαριώδεις παραλογισμοί με τους οποίους οι άρχουσες τάξεις προσπαθούν όλο και περισσότερο να καθησυχάσουν τον εαυτό τους ότι μπορούν να ξεφύγουν από την καταστροφή που έχουν προκαλέσει, δείχνουν καθαρά πόσο εντελώς ακατάλληλες είναι να κυβερνούν. Είναι πλέον σαφές ότι η κλιματική αλλαγή είναι το αποφασιστικό πεδίο της ταξικής πάλης. Η καπιταλιστική τάξη διεθνώς, παρά τη φαινομενική της ποικιλομορφία, άλλοτε μέσω της δράσης και άλλοτε μέσω της αδράνειας, έχει αποδειχθεί ανίκανη να κατανοήσει ή να ενεργήσει για το δικό της συμφέρον ως τάξη, πόσο μάλλον να ενεργήσει, έστω και ακούσια, όπως ο περήφανος και χωρίς αισθήματα γαιοκτήμονας του Άνταμ Σμιθ, προς το συμφέρον της ανθρωπότητας ως σύνολο. Για να παραφράσουμε τον Μαρξ, ο καπιταλισμός αποτελεί πλέον εμπόδιο στο είδος της κοινωνικής οργάνωσης που είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της ύπαρξης του ανθρώπινου είδους.

Τέλος, οι πόλεμοι που είναι η συνέπεια του αυξημένου ανταγωνισμού για τους υπάρχοντες πόρους, όχι πλέον μόνο για το πετρέλαιο ή τα «κρίσιμα μεταλλεύματα» (λίθιο, μαγνήσιο, κοβάλτιο κ.λπ.), αλλά και για την καλλιεργήσιμη γη, το νερό και τις πηγές τροφίμων, βάζουν την Αριστερά μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα. Είτε πρόκειται για τις εισβολές των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, είτε για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Αριστερά πρέπει να αντιταχθεί σε τέτοιου είδους δράσεις, αντικείμενο των οποίων είναι η λεηλασία, ακόμη και όταν αυτές θεωρούνται από τον εισβολέα ως αναγκαίες για την ασφάλεια του. Οι αφηρημένες εκκλήσεις για ειρήνη που βασίζονται σε παραχωρήσεις από την πλευρά του κράτους που δέχεται την εισβολή, είναι μια καταστροφική πρόσκληση για μεγαλύτερο και όχι μικρότερο αριθμό τέτοιων πολέμων, και είναι ιδιαίτερα απωθητική όταν υπάρχει μια ενεργητική αντίσταση του λαού.

Ποτέ δεν υπήρξε εποχή που η έννοια του προλεταριακού διεθνισμού ήταν πιο επίκαιρη από σήμερα. Αυτό σημαίνει να αντιταχθούμε στον ιμπεριαλισμό, όχι απλώς για αφηρημένους λόγους, αλλά επειδή οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις προκαλούν τόσο την καταπίεση των λαών, όσο και την επιτάχυνση της κλιματικής αλλαγής, οι επιπτώσεις της οποίας απειλούν την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Η αντικαπιταλιστική Αριστερά διεθνώς έχει σημαντικό ρόλο να παίξει στην οργάνωση ενός παγκόσμιου κινήματος ή ενός συνασπισμού κινημάτων για να σταματήσει και ενδεχομένως να αποτρέψει την πορεία προς την καταστροφή. Για να το κάνει αυτό, ωστόσο, πρέπει να είναι απολύτως σαφής τόσο για τις αιτίες, όσο και για τα αποτελέσματα των καταστροφικών δυνάμεων που δρουν σήμερα: αυτές είναι παγκόσμιες και δεν μπορούν να κατανοηθούν ή να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά στο επίπεδο του έθνους-κράτους.

Την επόμενη περίοδο θα υπάρξουν σίγουρα τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών από τον Νότο προς τον Βορρά και από την Ανατολή προς τη Δύση, για όλους τους λόγους που απαρίθμησα προηγουμένως. Πώς θα αντιδράσει η Αριστερά σ’ αυτό το φαινόμενο; Αγνοώντας το ή, ακόμη χειρότερα, συνάπτοντας μια de facto συμμαχία με τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα για τον καθορισμό μιας «λογικής» μεταναστευτικής πολιτικής που θα επιδιώκει την υπεράσπιση των συνόρων με έναν «φιλεύσπλαχνο» τρόπο, για παράδειγμα, συμβουλεύοντας τα εκατομμύρια που φεύγουν εξ αιτίας των ανυπόφορων συνθηκών στις χώρες καταγωγής τους να επιστρέψουν σ’ αυτές; Η σύγχυση της Αριστεράς έχει τις ρίζες της στο γεγονός ότι η άφιξη προσφύγων και «μη νόμιμων» μεταναστών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ εργαλειοποιήθηκε από τη Δεξιά και την Ακροδεξιά για τη δημιουργία πολιτισμικών συμπεριφορών που τις ενώνει το μίσος για τον άλλο και η λήθη του γεγονότος ότι η Ευρώπη και οι ΗΠΑ ερήμωσαν τις χώρες προέλευσης των προσφύγων. Οι ρατσιστικές και ξενοφοβικές ιδέες ευδοκιμούν σε ένα τέτοιο περιβάλλον και συνήθως μεταδίδονται και σε άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα μισογυνισμού, ομοφοβίας και τρανσφοβίας. Οι ιδέες αυτές έχουν τις ρίζες τους σε ισχυρά μαζικά κινήματα που έχουν αποκτήσει πλέον αξιόλογη δυναμική. Οι ιδέες της Αριστεράς, όσο καλά τεκμηριωμένες και αδιάσειστες κι αν είναι, μπορούν να θριαμβεύσουν μόνο όταν ο συσχετισμός δυνάμεων μετατοπιστεί υπέρ αυτών που σήμερα υφίστανται εκμετάλλευση και καταπίεση.

Ο φασισμός ή ο νεοφασισμός δεν θα εξαφανιστεί από μόνος του. Αντιθέτως, ελλείψει οργανωμένης μαζικής αντίδρασης, θα συνεχίσει την άνοδό του. Όσο δύσκολο κι αν φαίνεται το έργο της οικοδόμησης ενός αποτελεσματικού αντιφασιστικού κινήματος, αυτό είναι απολύτως απαραίτητο. Η επιστροφή στις παραδόσεις του προλεταριακού διεθνισμού σημαίνει όχι απλώς να υπερασπιστούμε, αλλά να βοηθήσουμε ενεργά εκείνους που φεύγουν από τις χώρες τους για να αποφύγουν τις συνέπειες της νεκρο-οικονομίας και της νεκρο-πολιτικής του σύγχρονου καπιταλισμού.

 

Μετάφραση - επιμέλεια: Χάρης Γολέμης

 

Πρόσφατα άρθρα ( Ιδέες )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet