Ένα μαζικό κύμα διαμαρτυριών ενάντια στην κυβέρνηση και στη νέα κατοχή, που έρχεται σε συνέχεια της μεγάλης λαϊκής εξέγερσης που ξεκίνησε τον Αύγουστο, έχει πυροδοτήσει στην Αϊτή η απόφαση του δοτού πρωθυπουργού Αριέλ Χένρι να ζητήσει την αποστολή ξένης στρατιωτικής δύναμης στο νησί. Ο δημοσιογράφος και κοινωνιολόγος, Λαουτάρο Ριβάρα, μιλάει στην «Εποχή» για την πολλαπλή κρίση που αντιμετωπίζει η Αϊτή, τον ρόλο της διεθνούς κοινότητας, και την επόμενη ημέρα.

 

 

Δώσε μια εικόνα της σημερινής κατάστασης στην Αϊτή.

Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή, αλλά αυτό δεν είναι πρόσφατο, ούτε ξεκίνησε με τη δολοφονία του πρώην προέδρου Ζοβενέλ Μοΐζ, όπως λένε διάφοροι αναλυτές, δημοσιογράφοι ή ΜΚΟ στα μέσα ενημέρωσης. Τόσο στην κοινωνικοοικονομική διάσταση, όσο και σε επίπεδο υγείας, πολιτικής και ασφάλειας, η διαδικασία αποσύνθεσης συνεχίζεται εδώ και αρκετά χρόνια. Αλλά η πιο σοβαρή καμπύλη επιδείνωσης συμπίπτει απόλυτα με την έλευση του PHTK στην εξουσία, ενός κόμματος που θα μπορούσαμε να κατατάξουμε στη νέα αναδυόμενη και αντιδραστική Δεξιά, όπως ο Μπολσονάρο στη Βραζιλία, ο Όρμπαν στην Ουγγαρία, ο Τραμπ στις ΗΠA, ή ο Μόντι στην Ινδία. Το παράδοξο είναι ότι οι κύριοι λόγοι για την έναρξη μιας νέας διεθνούς κατοχής στην Αϊτή είναι η άμεση ή έμμεση ευθύνη των ίδιων διεθνών παραγόντων που προωθούν την επέμβαση. Πρώτον, επειδή το PHTK, το οποίο κυβερνά από το 2011, είναι σε μεγάλο βαθμό ένα διεθνές δημιούργημα, και η άνοδός του στην εξουσία καθορίστηκε από την ξένη ενθάρρυνση και οικονομική υποστήριξη, ακόμη και από εκλογές νοθείας που πραγματοποιήθηκαν μέσω ενός εθνικού εκλογικού οργάνου, το οποίο κατευθύνεται και εποπτεύεται από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών και τον ΟΗΕ, οντότητες που δεν είναι ουδέτερες ή ξένες με την κρίση που διέρχεται η χώρα. Αν μιλάμε για τη δράση των ένοπλων συμμοριών, πρέπει να επισημάνουμε ότι είναι οπλισμένες αποκλειστικά με όπλα που φτιάχνονται στις ΗΠΑ, τον κύριο εξαγωγέα όπλων παγκοσμίως. Επιπλέον, αυτά τα όπλα εισέρχονται στη χώρα μαζικά και κρυφά από αμερικανικά αεροδρόμια και λιμάνια, ιδιαίτερα από τη Φλόριντα. Μπορεί η ακόμα κύρια παγκόσμια δύναμη να μην ελέγχει πραγματικά τι συμβαίνει στο έδαφός της και να διακόψει αυτή τη ροή που ενδυναμώνει τις παραστρατιωτικές ομάδες της Αϊτής, κλιμακώνει τη βία, και διογκώνει τα ταμεία του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος; Στην πραγματικότητα, από το 2019 μισθοφόροι και πεζοναύτες των ΗΠΑ που έφτασαν στη χώρα ακριβώς για να εξοπλίσουν, να εκπαιδεύσουν και να χρηματοδοτήσουν αυτές τις εγκληματικές ομάδες, διαδραματίζουν έναν σημαντικό ρόλο στην παραστρατιωτική καταστολή του οργανωμένου κοινωνικού κινήματος και προκαλούν έναν γενικευμένο τρόμο, που επιδιώκει να καταπνίξει τον κύκλο των μαζικών και μόνιμων κινητοποιήσεων που ξεκίνησαν το 2018. Ή ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τη δικαιολογία που επικεντρώνεται στην πρόσφατη επιδημία χολέρας στη χώρα, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από ένα σύστημα υγείας που έχει καταρρεύσει. Η χολέρα ήταν μια άγνωστη ασθένεια στην Αιτή, μέχρι που τα ίδια τα Ηνωμένα Έθνη εισήγαγαν ένα στέλεχος, όταν στρατιώτες της MINUSTAH πέταξαν μολυσμένα απόβλητα κοπράνων στο κεντρικό ποτάμι του νησιού. Ένα έγκλημα που στοίχισε τη ζωή σε 9.000 ανθρώπους και οδήγησε στην αρρώστια περισσότερους από 800.000, ένα πολύ υψηλό ποσοστό του πληθυσμού. Ο πρώην ο γραμματέας του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν αναγνώρισε την ευθύνη των Ηνωμένων Εθνών σε αυτό το γεγονός. Το αστείο είναι ότι όταν διάφορες οργανώσεις πολιτών και θυμάτων οργανώθηκαν πριν από χρόνια ζητώντας από τον ΟΗΕ να δώσει αποζημίωση και να χρηματοδοτήσει ένα εθνικό σύστημα πόσιμου νερού για την οριστική εξάλειψη της ασθένειας, αυτή η πρόταση αγνοήθηκε.

 

Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για το νευραλγικό ζήτημα των καυσίμων;

Η Αϊτή αντιμετωπίζει μια χρόνια έλλειψη που τροφοδοτεί τη μαύρη αγορά, εκτοξεύει τις τιμές των καυσίμων και προκαλεί έναν γενικευμένο πληθωρισμό. Ένας από τους λόγους που δικαιολογούν τη νέα στρατιωτική επέμβαση, είναι ο έλεγχος που ασκούν ορισμένες συμμορίες στους λιμενικούς τερματικούς σταθμούς όπου φτάνουν τα καύσιμα για να διανεμηθούν. Αλλά η έλλειψη καυσίμων έχει πιο μακρινή προέλευση και ξεκίνησε όταν η κυβέρνηση Μοΐζ, ολοκληρώνοντας μια στροφή στην εξωτερική της πολιτική, κατέληξε να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τη γεωπολιτική των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Τραμπ. Η Αϊτή του Μοΐζ έγινε μια χώρα υπόδουλη στα συμφέροντα των ΗΠΑ, επιτιθέμενη, και ψηφίζοντας κατά της Βενεζουέλας και της Κούβας στον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών και στην Καραϊβική Κοινότητα, με αντάλλαγμα την απεριόριστη υποστήριξη του κατεστημένου των ΗΠΑ. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η εγκατάλειψη από την Αϊτή της Petrocaribe, της πλατφόρμας ενεργειακής ολοκλήρωσης, που μέχρι τότε πρόσφερε στη χώρα ένα ασφαλές και φθηνό καύσιμο με προσιτές τιμές και ευνοϊκούς όρους πληρωμής. Η κρίση των καυσίμων ξεκίνησε τότε και επιδεινώθηκε με τις πολιτικές λιτότητας του ΔΝΤ, οι οποίες προωθούν την κατάργηση των κρατικών επιδοτήσεων. Η σημερινή κυβέρνηση του Αριέλ Χένρι πρόσφατα ανακοίνωσε την απόσυρση αυτών των επιδοτήσεων και την αύξηση κατά 100% στις τιμές της βενζίνης, της κηροζίνης και του ντίζελ. Αυτό έχει το διπλό αποτέλεσμα να τροφοδοτεί τις κινητοποιήσεις και να σπρώχνει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στη δυστυχία και την πείνα, ωθώντας τους νέους από τις αστικές περιφέρειες προς τις εγκληματικές και παραστρατιωτικές ομάδες που γίνονται η μόνη εναλλακτική για την επιβίωσή τους. Εν ολίγοις, για τις ένοπλες συμμορίες, το ξέσπασμα της χολέρας και την ενεργειακή κρίση υπάρχει άμεση ευθύνη των ΗΠΑ, των συμμάχων τους και των υπερεθνικών οργανώσεων, αν και τώρα χρησιμοποιούνται ακριβώς ως άλλοθι για τη στρατιωτική επέμβαση. Μια επέμβαση που δεν είναι κάτι καινούργιο και δεν μπορεί να αποφέρει αποτελέσματα διαφορετικά από εκείνα του παρελθόντος. Δώδεκα στρατιωτικές ή πολιτικές αποστολές έχουν καταλάβει τη χώρα τα τελευταία 30 χρόνια, επιδιώκοντας τους διακηρυγμένους στόχους της επίτευξης «σταθεροποίησης», «ειρήνης» ή «δικαιοσύνης». Όπως παραδέχτηκε πριν από λίγους μήνες ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών, αυτή η πολιτική παρέμβασης απέτυχε παταγωδώς. Γιατί να πετύχει τώρα, σε κοινωνικές συνθήκες ακόμα πιο δραματικές και εκρηκτικές από χθες; Το επαχθές κόστος μιας αποστολής όπως η MINUSTAH, ισοδυναμεί με το μισό του ΑΕΠ της Αϊτής. Αυτοί οι πόροι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε συστήματα πόσιμου νερού, σε εθνικό ηλεκτρικό δίκτυο, σε εμβόλια, ή για υποστήριξη της αγροτιάς και σε κίνητρα για τη γεωργική παραγωγή. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε άρματα μάχης και σε όπλα, σε ένα σενάριο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν εμφύλιο πόλεμο με διεθνή χαρακτηριστικά.

 

Είχε δικαίωμα ο Χένρι να ζητήσει την ξένη στρατιωτική επέμβαση;

Καταρχάς, είναι απαραίτητο να επισημάνουμε ότι ακόμη και αν θεωρήσουμε τον Χένρι νόμιμο πρωθυπουργό, η συνταγματική εξουσία για τη σύγκληση διεθνών στρατιωτικών δυνάμεων δυνάμεις δεν ανήκει σε αυτόν ή σε ένα Συμβούλιο Υπουργών που συγκλήθηκε ad hoc. Είναι αναφαίρετη εξουσία του προέδρου της Δημοκρατίας, θέση που είναι ακέφαλη μετά τη δολοφονία του Μοΐζ τον Ιούλιο του 2021. Αντίθετα, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι αυτό το αίτημα ακολούθησε μια αντίστροφη πορεία. Είναι η λεγόμενη «διεθνής κοινότητα», και ιδιαίτερα η κυβέρνηση των ΗΠΑ, αυτή η οποία καθόρισε μια διεθνή παρέμβαση, που τώρα επιδιώκουν να της δώσουν έναν μανδύα νομιμότητας και να την παρουσιάσουν ως κυρίαρχη απόφαση του έθνους της Αϊτής. Πώς μπορούμε να το αποδείξουμε αυτό; Εάν το επόμενο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών συζητήσει πράγματι αυτήν την πρόταση για επέμβαση, και εάν η Ρωσία ή η Κίνα ασκήσουν το δικαίωμα αρνησικυρίας τους εκεί, όπως είναι αναμενόμενο, είναι πολύ πιθανό οι ΗΠΑ με την ενεργό συμμετοχή ή την παθητική δέσμευση των συμμάχων τους να παρέμβουν μονομερώς ούτως ή άλλως. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά, όπως μας θυμίζουν οι πόλεμοι των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ τις τελευταίες δεκαετίες. Στην πραγματικότητα, πρέπει να λάβουμε ως δήλωση μονομερούς στάσης την αποστολή του πρώτου στρατιωτικού αεροσκάφους από τις ΗΠΑ και τον Καναδά στις 15 Οκτωβρίου, πριν από τη σύγκληση του Συμβουλίου των Ηνωμένων Εθνών, και παρά τη δημόσια απόρριψη 9 από τους 10 γερουσιαστές που εξακολουθούν να παραμένουν εν ενεργεία στη χώρα.

 

Πώς εξηγείται αυτό το ενδιαφέρον των ΗΠΑ;

Πρώτον, είναι το δικαίωμα κηδεμονίας που έχουν οι ΗΠΑ πάνω στην Αϊτή από την εποχή της κατοχή της (1915–1934), ειδικά σε μια εποχή τεράστιων γεωπολιτικών ταραχών και μεγάλης επέκτασης των κινεζικών εμπορικών και διπλωματικών συμφερόντων στη λεκάνη της Καραϊβικής. Αρκεί να δούμε σε έναν χάρτη τη γεωγραφική εγγύτητα της Αϊτής σε σχέση με χώρες όπως η Βενεζουέλα και η Κούβα, ή νευραλγικά κέντρα, όπως ο Κόλπος του Μεξικού και η Διώρυγα του Παναμά, για να κατανοήσουμε την ανεκτίμητη γεωστρατηγική της αξία. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε την ύπαρξη πολύ συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων στην Αϊτή, μέσω πρωτοβουλιών μεγάλης εξόρυξης, εξαγωγικών μονοκαλλιεργειών, όπως αυτές στις οποίες συμμετείχε ο πρώην πρόεδρος και επιχειρηματίας Μοΐζ, και ελεύθερων βιομηχανικών ζωνών, που οι λεγόμενες «μακίλα» (σημ: εταιρείες με αφορολόγητα και αδασμολόγητα εργοστάσια) κατασκευάζουν ρούχα και συναρμολογούν ηλεκτρονικά είδη για την αγορά της Βόρειας Αμερικής, υπερ-εκμεταλλευόμενες το φτωχό, και γυναικείο, τοπικό εργατικό δυναμικό. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε το ενδιαφέρον τους για την Αϊτή ως μιας δέσμιας καταναλωτικής αγοράς τουλάχιστον 12 εκατομμυρίων ανθρώπων, μια από τις μεγαλύτερες στην Καραϊβική, καθώς η γεωργική και η αγροτοβιομηχανική παραγωγή της χώρας καταστράφηκε από τις πολιτικές οικονομικής και χρηματοπιστωτικής απελευθέρωσης που προωθούνται από το ΔΝΤ και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Τέλος, πιστεύω ότι υπάρχει και μια συγκεκριμένη πολιτική εξήγηση για αυτή τη βιασύνη για την επέμβαση, και αυτή τη ξαφνική διεθνή ανησυχία για μια χώρα που εδώ από πολλά χρόνια διολισθαίνει στον κατήφορο, χωρίς να προσελκύει το παραμικρό διεθνές ενδιαφέρον. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανησυχεί πιθανώς για το κόστος που μπορεί να έχει το «ζήτημα της Αιτής» για τους Δημοκρατικούς, λίγες εβδομάδες πριν από μια κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση, στην οποία ενδέχεται να χάσουν τον έλεγχο της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικάνους, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιστροφή του Τραμπ στην προεδρία το 2024. Αυτό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι η διασπορά της Αϊτής στις ΗΠΑ είναι πολυάριθμη και θα ασκήσει επίσης το εκλογικό της δικαίωμα.

 

Ποια είναι τα στηρίγματα του Χένρι στο εσωτερικό και στο εξωτερικό;

Εσωτερικά, έχει την υποστήριξη μόνο ενός μέρους της εισαγωγικής αστικής τάξης και της ολιγαρχίας, των δύο βασικών τμημάτων των τοπικών κυρίαρχων τάξεων. Ακόμη και ισχυρές οικογένειες της άρχουσας τάξης είναι κατά της παραμονής του στην εξουσία, εν μέρει για τον ίδιο λόγο που μέρος ήταν κατά του Μοΐζ στη τελευταία περίοδο της θητείας του: επειδή στην αστάθεια και στη χρόνια κακοδιαχείριση ορισμένοι τομείς κεφαλαίου δεν βρίσκουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις για να αναπαραχθούν. Για να αναφέρω ένα παράδειγμα: οι άρχουσες τάξεις χρειάζονται τους εργάτες τους στα εργοστάσια και όχι στους δρόμους, τα κεφάλαια της ηλεκτρικής ενέργειας χρειάζονται την προμήθεια καυσίμων για να την παραγωγή και την πώληση, οι αντιπροσωπείες αυτοκινήτων χρειάζονται μια στοιχειώδη ευημερία της μεσαίας και της ανώτερης μεσαίας τάξης για να πουλήσουν τα οχήματά τους και οι εισαγωγείς χρειάζονται σταθερά και ανοιχτά σύνορα με τη Δομινικανή Δημοκρατία. Αυτό σε εθνικό επίπεδο. Όμως το κύριο στήριγμα του Χένρι, όπως και αυτό των πρώην κυβερνήσεων του Μισέλ Μαρτελί και του Ζοβενέλ Μοΐζ, είναι διεθνές, γεγονός που εξηγεί το γιατί όλες οι κινητοποιήσεις κατά της κυβέρνησής του στρέφονται πάντα, ακόμη και πριν από την επίσημη πρόταση για την στρατιωτική επέμβαση, εναντίον των πρεσβειών των ΗΠΑ, της Γαλλίας, του Καναδά, ή κατά των γραφείων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Πώς βλέπεις την επόμενη ημέρα αν παραιτηθεί ο Χένρι; Ποιες είναι οι εναλλακτικές;

Η πολιτική συζήτηση για την Αϊτή φαίνεται να είναι παγιδευμένη. Υπάρχουν εκείνοι που υποστηρίζουν ότι είναι αδύνατο να διεξαχθούν εκλογές, να συγκληθεί μια μεταβατική κυβέρνηση, ή να εξομαλυνθεί η πολιτική και θεσμική κατάσταση της χώρας σε ένα πλαίσιο βίας και εξάπλωσης εγκληματικών ομάδων και παραστρατιωτικών συμμοριών. Είναι οι ίδιοι που, παραδόξως, προώθησαν τη διεξαγωγή των περυσινών πολυσυζητημένων εκλογών σε πλαίσια τόσο δραματικά, όσο εκείνα που το 2010 είχαν ως φόντο τη μεγαλύτερη φυσική καταστροφή στην ιστορία της χώρας, τον σεισμό που στοίχισε πάνω από 300 χιλιάδες νεκρούς, και ο οποίος επικύρωσε πολλές εκλογές που έγιναν υπό τη μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης της πολυμερούς στρατιωτικής κατοχής της MINUSTAH για 13 χρόνια. Ο λόγος αυτής της άρνησης του PHTK, των κυρίαρχων τάξεων της Αϊτής και των ευρωαμερικανών συμμάχων τους να διεξαγάγουν εκλογές, είναι πολύ πιο απλός και πολύ λιγότερο ανθρωπιστικός. Η οποιαδήποτε υποψηφιότητα παρουσιαζόταν από το κατεστημένο σε αυτό το πλαίσιο απόλυτης απαξίωσης, θα έχανε εύκολα από τον οποιονδήποτε προοδευτικό ή αριστερό υποψήφιο. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ο προκάτοχος του Χένρι, ο Μοΐζ, ήρθε στην εξουσία μετά από δύο διαδοχικές εκλογές που χαρακτηρίστηκαν από νοθεία, σύμφωνα με πολλούς εθνικούς και διεθνείς παράγοντες, και ότι κέρδισε την προεδρία με συμμετοχή μόνο του 18% των εκλογικών καταλόγων. Αλλά τουλάχιστον ο Μοΐζ ψηφίστηκε, ενώ ο Χένρι σήμερα κατέχει μια προσωρινή θέση στην οποία διορίστηκε με έναν γελοίο και άνευ προηγουμένου τρόπο, με ένα tweet από την Core Group, την αυτοαποκαλούμενη «ομάδα φιλικών χωρών της Αϊτής», που συγκεντρώνει τις κύριες δυνάμεις με οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα στη χώρα, όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία, ο Καναδάς και άλλες. Η θητεία του Χένρι έπρεπε να τελειώσει στις 7 Φεβρουαρίου και έπρεπε να διεξαχθούν εκλογές που δεν προκηρύχθηκαν ποτέ. Επιπλέον, το Σύνταγμα της Αϊτής αναγνωρίζει ως την κύρια εθνική αρχή έναν ανύπαρκτο επί του παρόντος πρόεδρο, και όχι έναν πρωθυπουργό που θα πρέπει να επιλεγεί από τον ίδιο τον πρόεδρο για να υπηρετήσει ως επικεφαλής της κυβέρνησης. Η παγίδα, λοιπόν, είναι να επισημάνουμε ότι δεν υπάρχουν εθνικές λύσεις στα προβλήματα της Αϊτής και ότι η κρίση ανασφάλειας μπορεί και πρέπει να παρατείνει την κατάσταση της πολιτικής και θεσμικής κρίσης επ' άπειρον. Αντίθετα, η παρουσία μιας πολιτικής αρχής με ελάχιστη πολιτική νομιμότητα και κοινωνική συναίνεση είναι ο κύριος λόγος που εξηγεί την πλήρη παράλυση του κράτους και την αδυναμία του να αντιμετωπίσει στοιχειώδη προβλήματα ασφάλειας, και οικονομικής και κοινωνικής φύσης. Πώς μπορεί, για παράδειγμα, μια φτωχή και αποδυναμωμένη αστυνομία, χωρίς ηγεσία και διοίκηση, να αντιμετωπίσει ισχυρές εγκληματικές ομάδες οπλισμένες με τη μαζική διακίνηση όπλων από τις ΗΠΑ; Η άλλη πλευρά αυτής της παγίδας έχει να κάνει με την αφάνεια των πολυάριθμων προτάσεων, που η κοινωνία των πολιτών και οι προοδευτικές δυνάμεις της Αϊτής επεξεργάζονται δημόσια τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Ορισμένες από αυτές προτείνουν την άμεση διεξαγωγή εκλογών. Άλλοι έχουν ενταχθεί στη λεγόμενη Συμφωνία της Μοντάνα, έναν συνασπισμό στον οποίο πολλές εκατοντάδες πολιτικές, συνδικαλιστικές, αγροτικές, θρησκευτικές και κάθε είδους οργανώσεις εξέλεξαν ένα εθνικό μεταβατικό συμβούλιο και επεξεργάστηκαν ένα μεταβατικό σχέδιο για να αναλάβουν τα ηνία του κράτους, με τη συμμετοχή ενός ευρέος και αντιπροσωπευτικού φάσματος πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. Η Συμφωνία της Μοντάνα προβλέπει μια συλλογική και προσωρινή κυβέρνηση που μπορεί να αντιμετωπίσει μερικά από τα πιο επείγοντα προβλήματα που πλήττουν τον πληθυσμό, όπως ο πληθωρισμός, η πείνα και η κατάσταση ανασφάλειας, καθώς και να εισαγάγει μια πολιτική μεταρρύθμιση που μπορεί να εγγυηθεί μέσα σε δύο έως τρία χρόνια τις πρώτες διαφανείς εκλογές εδώ και πολλά χρόνια. Εν ολίγοις, υπάρχουν πολλές εναλλακτικές, αλλά όλες είναι και πρέπει απαραίτητα να είναι εθνικές, υπό την τιμωρία της επιδείνωσης των τραγωδιών της χώρας από τον ξένο παράγοντα, με σεβασμό στην κυριαρχία και την αυτοδιάθεση της παλαιότερης ανεξάρτητης δημοκρατίας που συγκροτείται νότια του Ρίο Γκράντε.

 

Δημήτρης Γκιβίσης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet