Μετά την οικονομική κρίση και την πανδημία, βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα καταστάση, με τα νοικοκυριά και τους εργαζόμενους να δοκιμαζόνται. Το success story της μείωσης της ανεργίας δεν μπορεί να κρυψεί την πραγματικότητα στην αγορά εργασίας, που κάθε άλλο παρά ρόδινη είναι. Όπως καταγράφεται από τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, η μερική απασχόληση έχει αυξηθεί κατά 7,7% το 2021 σε σχέση με το 2019, η πλήρης απασχόληση έχει μειωθεί κατά 2,1%. Ενώ δε οι τιμές το 2021 –πριν την κλιμάκωση της πληθωριστικής κρίσης– αυξήκαν κατά 5,1%, ο μέσος ονομαστικός μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 1,5%. Η σύγκριση των δύο αυτών στοιχείων καταδεικνύει την πραγματική μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων. Την ίδια στιγμή οι τιμές των προϊόντων έχουν εκτοξευθεί, κυρίως λόγω της αύξησης της τιμής της ενέργειας, με τις μέχρι τώρα προβλέψεις για το 2022 να σηματοδοτούν αύξηση του πληθωρισμού ακόμη και διπλάσια απ’ ό,τι πέρυσι. Αυτό μεταφράζεται σε μείωση των πραγματικών εισοδημάτων και όλοενα μεγαλύτερη δυσκολία ανταπόκρισης σε βασικά έξοδα.

Σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, το ζητούμενο είναι η στήριξη των πολιτών με βασικές αρχές την κοινωνική δικαιοσύνη και αποτελεσματικότητα. Ειδικά με δεδομένες τις υψηλές πληθωριστικές τάσεις, οι πολιτικές που ασκούνται, επιβάλλεται να είναι όσο το δυνατόν πιο στοχευμένες, ώστε να στηρίζουν όσους βρίσκονται σε πραγματική ανάγκη, χωρίς όμως να δημιουργούν περαιτέρω πληθωριστικές τάσεις. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από τις πολιτικές που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση. Ενδεικτικά, μελέτη που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτιμώντας το σύνολο των πολιτικών της ελληνικής κυβέρνησης για το 2021, αναφέρει ότι οι πολιτικές αυτές οφελούν κατά κύριο λόγω τους πολίτες που έχουν τo υψηλότερο 10% των εισοδημάτων, κυρίως λόγω της κατάργησης της εισφοράς αλληλεγγύης για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους (Euromod Greece Country Report – 2018-2021, 2022).1

Το τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση αν θέλει πραγματικά να βοηθήσει τα χαμηλόμισθα νοικοκυριά δεν αποτελεί μυστικό. Και τα συνδικάτα και η αντιπολίτευση καλούν εδώ και καιρό σε αύξηση του κατώτατου μισθού. Ήδη από τον Ιούνιο του 2021 ακόμα και η επιτροπή των εμπειρογνωμόμων του υπουργείου Εργασίας ανέφερε ότι υπάρχει περιθώριο για μια σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού λόγω της αναμενόμενης αύξησης του πληθωρισμού.2 Την ίδια πολιτική, άλλωστε, ακολουθεί το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών χωρών –ακόμη και της αρκετά νεοφιλελεύθερης Μεγάλης Βρετανίας– ώστε να μπορέσει να παράσχει σημαντική οικονομική στήριξη στους πλέον χαμηλόμισθους εργαζόμενους.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού από μόνη της, όμως, δεν αρκεί. Στην Ευρώπη το μικρότερο ποσοστό χαμηλόμισθων εργαζόμενων παρατηρείται εκεί που το συστήμα συλλογικών διαπραγματευσεών είναι περισσότερο ισχυρό. Ο θεσμός δε των συλλογικών διαπραγματεύσεων έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι καθορίζει τα κατώτατα όρια των μισθών ανάλογα με τις δυνατότητες που έχει ο κάθε κλάδος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η δράση που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβάλει περισσότερο το τελευταίο διάστημα, είναι η οδηγία της σχετικά με τον κατώτατο μισθό και την ισχυροποίηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Σε μια τέτοια λογική, ο κατώτατος μισθός λειτουργεί σαν ένα ελάχιστο δίχτυ ασφαλείας για όλους τους εργαζόμενους, ενώ ο κλαδικός μισθός διασφαλίζει ουσιαστικά το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, με τις συλλογικές διαπραγματευσείς να εξασφαλίζουν συνολικά υψηλό επίπεδο απολαβών.

Σε μια αγορά εργασίας με τις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας, το σημαντικότερο κομμάτι είναι η τήρηση των κανόνων στην πράξη. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο ένα ισχυρό Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), το οποίο πραγματικά κατοχυρώνει ότι οι μισθολογικοί και μη όροι, τόσο των συλλογικών συμβάσεων όσο και της εργατικής νομοθεσίας, εφαρμόζονται. Το μεγάλο ποσοστό συμβάσεων πλήρους απασχόλησης που μετατράπηκαν σε μερική την περίοδο της πανδημίας, δείχνει το τι μπορεί να συμβεί όταν το ΣΕΠΕ υπολειτουργεί.

Για να μπορέσουν, όμως, οι εργαζόμενοι να έχουν ουσιαστική διαπραγματευτική δύναμη, απαράβατη συνθήκη είναι η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Ένα ισχυρότερο κοινωνικό κράτος σημαίνει ενίσχυση της θέσης όσων βρίσκονται εκτός της αγοράς εργασίας (μαθητές, σπουδαστές, άνεργοι, συνταξιούχοι). Ταυτόχρονα, όμως, δίνει και τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να διεκδικήσουν καλύτερους μισθούς και όρους εργασίας.

Η παραπάνω προσέγγιση ταυτίζεται με όσα διεθνείς οργανισμοί, επιστήμονες και ινστιτούτα εδώ και καιρό τονίζουν. Το πόσο σημαντική είναι η ενίσχυση των εργαζομένων για την οικονομία και πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος εργαλείων, όπως ο κατώτατος μισθός, οι συλλογικές συμβάσεις και το κοινωνικό κράτος γι’ αυτό. Επιχειρήματα που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν, όπως π.χ. οι αρνητικές επιπτώσεις της αύξησης του κατώτατου μισθού στην απασχόληση, θεωρούνται πια επιστημονικά ξεπερασμένες. Ενδεικτικό είναι, άλλωστε, ότι το Nobel Οικονομικών το 2021 δόθηκε στους οικονομολόγους που απέδειξαν την αβασιμότητα μιας τέτοιας λογικής. Το κρίσιμο είναι και παράμενει το αν υπάρχει η βούληση και οι συσχετισμοί να υποστηριχθούν τέτοιες πολιτικές.

 

 

Σημειώσεις:

1. https://euromod-web.jrc.ec.europa.eu/sites/default/files/2022-01/Y12_CR_EL_Final.pdf

2. https://ypergasias.gov.gr/wp-content/uploads/2021/07/%CE%A3%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CE%A0%CE%BF%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CE%95%CE%A0%CE%95.pdf

 

Θεανώ Κακουλίδου Η Θεανώ Κακουλίδου είναι οικονομολόγος και μεταδιδακτορική ερευνήτρια Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet