Το σκάνδαλο με τον Α. Πάτση ανέδειξε πόσο καλά οργανωμένος είναι ο μιντιακός μηχανισμός και πως καταφέρνει να σκεπάσει κάθε πινελιά που θα χαλούσε την εικόνα του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης. Ζώντας στην εποχή των σόσιαλ μίντια, με την πληροφορία να τρέχει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, πώς επιβάλλεται αυτός ο μηχανισμός;

Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν απόλυτα επιτυχημένο μηχανισμό. Συντηρείται με μεγάλη συνέπεια από την πρώτη μέρα της διακυβέρνησης της ΝΔ ένα συντονισμένο αφήγημα, βαθιά μεταδημοκρατικό ή ίσως καλύτερα αντιδημοκρατικό. Η ιδέα είναι ότι ο πρωθυπουργός της χώρας είναι υπεράνω όλων και έχει μια αξιακή φόρτιση υπερήρωα, ο οποίος ανά πάσα ώρα και στιγμή παρεμβαίνει, υπερβαίνει και διορθώνει. Και αυτό που προβάλλεται συντονισμένα είναι ότι αυτός ο άνθρωπος είναι τόσο ικανός -και το περιβάλλον του τόσο υποδεέστερο- που μετά από οποιαδήποτε λάθος κίνηση, προσωπικά παρεμβαίνει και λύνει τον γόρδιο δεσμό. Αυτό δεν το βλέπουμε μόνο σε σκάνδαλα, όπως αυτό με τον Πάτση, αλλά και σε απλές καθημερινές ιστορίες, όπως η περίπτωση υγείας του μικρού Παναγιώτη Ραφαήλ, με το παιδί να σώζεται με «παρέμβαση Μητσοτάκη». Εφαρμόζεται με επιτυχία η στρατηγική των στεγανών, με το υγρό να μην φτάνει στην γέφυρα του καπετάνιου και να μένει στο αμπάρι. Επομένως βγαίνει επιθετικά, ώστε ο κόσμος να διαβάσει στην είδηση ότι τα αντανακλαστικά της ΝΔ ήταν εξαιρετικά γρήγορα και τον διέγραψε, χωρίς να χρειάζεται να μείνουμε στο τι έκανε, στην ουσία του σκανδάλου. Παρότι ακόμα και ο ίδιος ο Πάτσης δήλωσε ότι το ήξεραν όλοι στην ΝΔ. Η ιδέα, όμως, είναι ότι το αφήγημα άμεσης παρέμβασης έχει λιγότερο πολιτικό κόστος. Επίσης, κάνει τον πρωθυπουργό να φαίνεται ανώτερος από το πολιτικό περιβάλλον που τον περιστοιχίζει, όπως ακριβώς ο νάρκισσος έχει την ανάγκη ανύψωσής του δια της καταρράκωσης των άλλων. Όλοι δίπλα του είναι αναλώσιμοι, αυτό το μήνυμα είναι εξαιρετικά σημαντικό για το δικό του περισσότερο κοινό και το ίδιο του το κόμμα.   

 

Χαρακτήρισες τη στρατηγική αυτή της μιντιακής υπεροχής μεταδημοκρατική…

Υπάρχει ένα σύστημα ελέγχου των μέσων, το οποίο ευθυγραμμίζεται απόλυτα με την μεταδημοκρατία, με όρους απονομιμοποίησης του καθεστώτος. Δεν είμαστε απλά στη φάση της αναπαραγωγής fake news -που μπορεί να βολεύουν την κυβέρνηση- αλλά ουσιαστικά τα μέσα λειτουργούν σαν μονάδες αντήχησης, σαν ντουντούκες, του Μεγάρου Μαξίμου. Δεν είναι προέκταση της κυβέρνησης, αλλά επί της ουσίας ενσωμάτωση. Το σχήμα αυτό είναι γκραμσιανό, δεν λειτουργεί με οικονομικούς όρους, αλλά παίρνει τη μορφή της ηγεμονίας των ιδεών. Δεν έχει να κάνει με το ποιος θα πάρει την πίτα της διαφήμισης, αλλά ποια θα είναι η γραμμή που θα αναπαραχθεί. Πρόκειται για μια καρτελοποίηση της ενημέρωσης. Τα μίντια δεν λειτουργούν σε συνεννόηση με την εξουσία, βρίσκονται πρακτικά εντός της.  

 

Ο πρωθυπουργός, λοιπόν, είναι σε μια φούσκα προστασίας. Όμως, έχουν  σκάσει στα χέρια του η αποτυχία της πανδημίας, η συμμετοχή στον πόλεμο, τα σκάνδαλα των υποκλοπών και των απευθείας αναθέσεων και τώρα ετοιμάζεται η ενεργειακή φτώχεια. Πώς είναι δυνατόν, δημοσκοπικά τουλάχιστον, να φαίνεται ότι καταφέρνουν και διαχειρίζονται αυτές τις κρίσεις;

Είμαστε ήδη σε μία φάση απόλυτης απαξίωσης των παραδοσιακών μέσων. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι υπάρχει και ένα στερεοτυπικό ή μη φίλτρο στους ανθρώπους που διαβάζουν την κάθε είδηση για να ενισχύσουν όσα ήδη πιστεύουν, τις δικές τους ιδεολογικές φορτίσεις. Το παιχνίδι προπαγάνδας γίνεται στην είδηση για το lifestyle, π.χ. στο τι φοράει η Μαρέβα Γκραμπόφσκι, ή όταν εστιάζει στο ανθρώπινο, όπως έγινε με τον θάνατο της βασίλισσας. Σε όλα τα άλλα θέματα, όλοι ξέρουν τι συμβαίνει και πώς. Δεν είμαι βέβαιος ότι οι πολίτες δεν αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν οι αυλικοί του βασιλιά. Δεν είναι τυχαίο ότι στις συναυλίες του ΛΕΞ, σε Νέα Σμύρνη και Θεσσαλονίκη παραβρέθηκαν χιλιάδες κόσμου και ότι στην συναυλία στο Καυτατζόγλειο έλαβε χώρα η παρέμβαση των απεργών της Μαλαματίνας, ενώ στη Νέα Σμύρνη για πολιτικούς κρατούμενους, απεργούς πείνας. Μπορεί να έχουν αποσαρθρωθεί τα μίντια, αλλά δεν αποσιωπάται η είδηση, όσο και αν επιχειρείται από τα μίντια.

 

Εννοείς ότι θα το βρουν μπροστά τους; Οι δημοσκοπήσεις έχουν χάσει, επίσης, την επαφή με την κοινωνία και επομένως πάλι θα διαψευστούν;

Απολύτως. Για να το πω σχηματικά, αν δεχτούμε ότι η δημοσκόπηση είναι η φωτογραφία της στιγμής, τώρα η φωτογραφία θα έβγαινε θολά, πολύ απλά γιατί το εργαλείο έχει παλιώσει και προσπαθεί να εστιάσει σε μια κοινωνία ρευστή. Για παράδειγμα, οι τηλεφωνικές κλήσεις γίνονταν σε σταθερά τηλέφωνα, με τους –νέους κυρίως- ανθρώπους να μην έχουν ή να μην το σηκώνουν. Όπως και από το γεγονός ότι συμμετέχει ένας στους δέκα ή ότι ο σχεδιασμός γίνεται με τα δημογραφικά στοιχεία της χώρας από την απογραφή του 2011. Επομένως, πως ακριβώς το δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό; Μιλάμε για μία άλλη χώρα. Ύστερα υπάρχει και το ζήτημα της υποεκπροσώπησης στην ηλικιακή διαστρωμάτωση. Η ομάδα 17-24 χρονών, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι εντοπίζεται ως δείγμα, έχει πολύ χαμηλά ποσοστά απάντησης στις δημοσκοπήσεις και επομένως δεν μπορεί να συνθέσει το πολιτικό περιεχόμενο στάσης και συμπεριφοράς. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι αυτή η ηλικιακή ομάδα, όπως και η επόμενη, δεν σκέφτεται και δεν δρα πολιτικά. Πρόκειται για άκρως πολιτικοποιημένα άτομα με νέους όρους, που δεν έχουν μάθει την κουλτούρα της δημοσκόπησης με ερωτήσεις που χρησιμοποιούνται από την δεκαετία του 1950 με τον ίδιο τρόπο. Σε έρευνα στο ΕΚΚΕ του 2018 για την πολιτικοποίηση της νέας γενιάς (18-29), όταν ζητήσαμε να εκφραστούν με emoji (καρδούλα, χεράκι πάνω, χεράκι κάτω, εμετός) σε φωτογραφίες που τους δείχναμε, π.χ. υπογραφή Συμφωνίας Πρεσπών, συλλαλητήριο για το Μακεδονικό, βίαιη σύλληψη διαδηλωτή, το gay pride, κ.λπ, πήραν σαφή θέση σε όλες τις εικόνες, δεν χρησιμοποίησαν το χεράκι, αλλά την καρδούλα ή τον εμετό, τις «ξεκάθαρες» στάσεις απόρριψης ή αποδοχής. Προσπαθώ να πω, λοιπόν, ότι όπως κανείς δεν προέβλεψε την εξέγερση του 2019 στην Χιλή -η οποία μάλιστα «εξέλεξε» πρόεδρο στις περσινές εκλογές-, δεν ξέρουμε και τώρα αν το κοινωνικό εκκρεμές θα ριζοσπαστικοποιηθεί. Χαρακτηριστικό της εποχής είναι η ρευστότητα και η πολυδιάσπαση ταυτοτήτων. Η νέα διαίρεση τώρα είναι η αποδοχή στην διαφορετικότητα, η οποία είναι μια μεταϊδεολογία, δηλαδή είναι παιδιά τα οποία μπορεί να σκέφτονται εξαιρετικά ριζοσπαστικά και αριστερά ως προς κάτι και ταυτόχρονα πολύ συντηρητικά ως προς κάτι άλλο και να αποδέχονται αυτή την πολυδιάσπαση του εαυτού τους. Δεν μπορείς να προβλέψεις ότι θα γίνει μια κοινωνική εξέγερση, αλλά είναι απολύτως εμφανές πως η νέα κανονικότητα είναι εξαιρετικά ρευστή και δεν ξέρουμε που θα μας πάει. Αρκεί, προς το παρόν, η επίγνωση ότι οι δημοσκοπήσεις ως έχουν δεν φωτογραφίζουν το κοινωνικό και το πολιτικό γίγνεσθαι.

 

 

Καταγράφουν, όμως, οργή. Αυτό σημαίνει απόσυρση ή συμμετοχή;

Μια πολύ μεγάλη ένδειξη οργής είναι και η άρνηση συμμετοχής στις δημοσκοπήσεις, η οποία αυξάνεται ραγδαία από το 2008 και τώρα κορυφώνεται. Αυτή δεν πρέπει αυθαιρέτως να τη μεταφράζουμε σε αποχή, η οποία βέβαια στις εκλογές του 2019 βγήκε πρώτο κόμμα (42%). Αλλά επειδή θα είναι μια πάρα πολύ πολωτική κάλπη ιδεολογικά, δεν είμαι τόσο βέβαιος ότι θα αυξηθεί η αποχή. Αν αυξηθεί ή παραμείνει υψηλή ίσως θα ευθύνεται και το γεγονός ότι ήδη ξέρουμε πως ενδέχεται να ακολουθήσει και επόμενη εκλογική διαδικασία, με επιστροφή στην αρχή της πλειοψηφίας ως προς τον εκλογικό νόμο.

 

Η διαίρεση Αριστεράς-Δεξιάς θα είναι το επίδικο των επόμενων εκλογών; Ή η στρατηγική της αποϊδεολογικοποίησης έχει επιτύχει;

Η διαίρεση Αριστεράς-Δεξιάς, σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα, είναι η βασική διαίρεση που μπορεί να προσδιορίσει την εκλογική συμπεριφορά. Υπάρχει πραγματική συνάφεια με το περιεχόμενο αυτής της διαίρεσης. Αυτό ενδεχομένως μπορεί αυτή τη στιγμή να είναι και το πρόβλημα. Η στρατηγική της ΝΔ θέλει να μιλήσει για υπέρβαση της διαίρεσης, εξαιτίας του γεγονότος ότι στην απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται πολύς κόσμος στη μέση του ιδεολογικού άξονα. Απλά σήμερα χρειάζεται μια καινούργια εννοιολόγηση του τι θα πει «Δεξιά» και κυρίως τι θα πει «Αριστερά». Αν αυτό συμβεί από την κοινωνία και τα κόμματα, ίσως οι «λαθρεπιβάτες» της μεσαίας θέσης, που την επιλέγουν ως μια επιλογή μετριοπάθειας να επαναστοιχιθούν βάσει των αξιακών τους φορτίσεων.  

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνεται τη σημασία αυτής της διαίρεσης και την υπολογίζει;

Νομίζω ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επηρεασμένος από το γεγονός ότι υπάρχει υπερσυσσώρευση ανθρώπων στη μεσαία θέση. Και επομένως χάνει από την ανάγνωσή του ότι η της βάση εκλογικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα είναι στέρεη, στη διαίρεση Αριστερά-Δεξιά. Είναι πολύ πιο εύκολο για ένα κόμμα σαν τη ΝΔ, που είναι πολλά χρόνια πολυσυλλεκτικό, να αποϊδεολογικοποιεί τις θέσεις της, με τη «δημιουργική ασάφεια» και να λειτουργεί σαν μοντέλο αντήχησης, να προσπαθεί όχι να παρέμβει στην κοινωνία αλλά να πει αυτά που η κοινωνία θέλει να ακούσει, για μεγιστοποίηση της ψήφου και του οφέλους. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εν μέσω αυτών των δύο αντιλήψεων. Από τη μια αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να «κανονικοποιήσει» τη στρατηγική του, διότι υπάρχει μια δεξαμενή ανθρώπων χαμένη στο ιδεολογικό φάσμα και, από την άλλη, επειδή υπάρχουν οι ιστορικές καταβολές της αριστεράς είναι ένα κόμμα που δεν θα ακολουθήσει μόνο τη στρατηγική του που πάει η κοινωνία, αλλά συνθέτει, προσπαθεί να ενσωματώσει και να εμπνεύσει, ούτως ώστε η κοινωνία να πλησιάσει τον ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό κατά τη γνώμη μου το όραμα της επόμενης κάλπης πρέπει να είναι σαφές και ριζοσπαστικό. Η αριστερά -που θέτει ως στόχο την κυβέρνηση- πρέπει να περιγράψει ένα νέο 1981. Δηλαδή, ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις και τομές που θα αλλάξουν ουσιαστικά τη χώρα. Αυτό ικανοποιεί, τόσο όσους μετριοπαθώς επιζητούν την «κανονικότητα» της θεσμικής και κοινοβουλευτικής διαδρομής, όσο και την αριστερή πρωτοβουλία της χάραξης ενός νέου δρόμου που θα εμπνεύσει την κοινωνία.

 

Οι νέες γενιές απέχουν από το πολιτικό σύστημα, αλλά ταυτόχρονα παραιτούνται μαζικά από τις λεγόμενες «σκατοδουλειές» ή οργανώνουν επιθέσεις σε έργα τέχνης για να αναδείξουν το πρόβλημα της κλιματικής κρίσης. Μπορούν να διαμορφωθούν συνθήκες για να γίνει πιο θελκτική η συμμετοχή σε κάποια συλλογικότητα/κόμμα;

Πριν καν συζητήσουμε για το τέλος της συμμετοχής, θα πρέπει να μιλήσουμε για το τέλος της πολιτικής με παραδοσιακούς όρους. Είναι πολύ δύσκολος γρίφος το πώς αυτοί οι άνθρωποι θα μπουν, όχι στο παραβάν, αλλά στο κίνημα. Η συμμετοχή στις κοινωνικότητες προηγείται, δεν έπεται της ψήφου. Όσοι απέχουν από την εκλογική διαδικασία, δείχνουν χαμηλό ενδιαφέρον για την πολιτική, νιώθουν απαξίωση θεσμών και απογοήτευση από τη λειτουργία της δημοκρατίας, ανήκουν σε χαμηλότερα μορφωτικά στρώματα και στη νεολαία. Αυτό είναι το προφίλ της σύγχρονης αποχής. Οι νέοι άνθρωποι έχουν μια καινούρια, δική τους, φρέσκια κινηματική δράση, όπως ήταν το #cancel_efood πέρυσι. Το ζήτημα είναι πώς αυτές οι πολύ μικρές, πολυδιασπασμένες πολιτικές πράξεις θα δεθούν μεταξύ τους, θα αποκτήσουν μία συνέπεια και μία συνάφεια με το συλλογικό. Πώς από το virtual (εικονικό) θα πάμε στο reality (πραγματικό). Και αυτή η κεφαλαιοποίηση στην πολιτική είναι η αποστολή των 3Κ: Κοινωνίας, Κινημάτων, Κομμάτων. Είναι ερώτημα πώς τα κόμματα θα μπορέσουν να κινητοποιήσουν αυτόν τον κόσμο σε κάτι πιο παραδοσιακό. Ο λόγος για τον οποίο συζητάμε για το αν η νέα γενιά θα πάει στην κάλπη ή όχι είναι η πιο τρανταχτή και η πιο πρόδηλη απόδειξη της απουσίας κομμάτων. Η αποσάθρωση των κομμάτων που συνέβη με ιδεολογικούς όρους από το 2004 και μετά, με πολύ μικρή εξαίρεση τον Δεκέμβρη του 2008 και τον πυρήνα της κρίσης (2011-2015), δείχνει γιατί καταρρακώθηκαν τα κόμματα. Η αποξένωση από τα κόμματα συνέβη δυστυχώς και για την Αριστερά σε όλες της τις εκφάνσεις, και αυτό κάτι σημαίνει για εκείνη.

 

Αναζητούμε επομένως τη νέα ύλη της πολιτικής για την Αριστερά;

Και το νέου τύπου κάλεσμα. Ένα διακύβευμα, για παράδειγμα, της νεολαίας είναι η σεξουαλική διαφορετικότητα. Για αυτό βλέπουμε να αναβιώνεται ιδεολογικά και κινηματικά ο φεμινισμός. Η νέα συνθήκη αποδοχής είναι η αποδοχή των πάντων: όλα επιτρέπονται. Και αυτή δεν εκφράζεται συλλογικά, δεν έχει αποτελέσει θέμα στην ατζέντα ούτε συνθήκη. Μία τομή για να εντοπιστεί πρέπει πρώτον να υπάρχει μια διαίρεση στην κοινωνία (έχουμε χιλιάδες), δεύτερον να έχεις συλλογική συνείδηση της διαίρεσης (άνθρωποι που προσδιορίζονται ως άφυλα άτομα) και τρίτον να εκφραστεί αυτή με οργανωτικούς όρους. Το τελευταίο δεν το έχουμε και για αυτό δεν μιλάμε για διαιρετικές τομές, αλλά για διαιρέσεις ή δίπολα. Γιατί είτε τα κόμματα δεν προλαβαίνουν να τα εντοπίσουν, να τα συζητήσουν και να τα κάνουν κομμάτι τους, είτε όταν αυτό γίνεται έχει ήδη μετακινηθεί ή αλλάξει το δίπολο, είτε δεν τους δίνεται χώρος να δράσουν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πάπας είπε ότι θα τελεί γάμους ομοφυλοφίλων. Αφουγκράζεται πως πρόκειται για μια διεκδίκηση της κοινωνίας, που ήρθε και ο θεσμός της Καθολικής Εκκλησίας πρέπει να προσαρμοστεί αν δεν θέλει να περιθωριοποιηθεί κι άλλο. Δεν είναι τυχαίο ότι η ΝΔ προσπάθησε να μιλήσει για τις σεξουαλικές προτιμήσεις ενός υφυπουργού της. Μιλάμε για πράγματα που σε επίπεδο κοινωνίας έχουν λυθεί εδώ και χρόνια, όμως έστω και με χρονοκαθυστέρηση υπάρχει η συμπερίληψη. Σε κάθε χώρο γίνεται με διαφορετικούς όρους. Η αριστερά προσπαθεί να τα ευθυγραμμίσει με το αντικαπιταλιστικό μοντέλο της, η δεξιά προσπαθεί να πει ότι εκσυγχρονίζεται και ακούει την κοινωνία. Το διακύβευμα, όμως, παραμένει.

 

 

* Ο Κώστας Πιερίδης είναι διδάσκων καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του πανεπιστημίου Κρήτης

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet