Σκάνδαλο Πάτση: ένα ακόμη σκάνδαλο στη σειρά των σκανδάλων; Όχι ακριβώς. Πρώτα απ’ όλα γιατί, ενώ επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με τη γνωστή μέθοδο «δεν το γνωρίζαμε, μόλις το μάθαμε τιμωρήσαμε αυστηρά το δράστη», η μέθοδος δεν απέδωσε. Όχι μόνο γιατί, αμέσως μετά το σκάνδαλο των υποκλοπών, η δικαιολογία «δεν ξέραμε» ξεπερνάει πια τα όρια του γελοίου και θέτει θέμα νοητικής ικανότητας της συνομοταξίας των αυτοαποκαλούμενων αρίστων, αλλά και γιατί φαίνεται ότι πια δεν αρκεί ως επιχείρημα ούτε για τους εντός των τειχών της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

 

 Χωρίς αίσθημα ενοχής

 

Αν παρακολουθήσει κάποιος τις αντιδράσεις που προκάλεσε σ’ αυτό το χώρο («Καθημερινή», «Εστία», «Δημοκρατία»), θα το διαπιστώσει. Άλλωστε, και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του δεν κράτησαν στο σύνολό τους τη συνήθη ως τώρα  στάση της σιωπηρής απόσυρσης από το προσκήνιο και της αγόγγυστης άρσης των βαρών για λογαριασμό του Μαξίμου. Πρώτος ο ίδιος ο κ. Α. Πάτσης, ο οποίος μας ενημέρωσε ότι οι πολυσχιδείς επιχειρηματικές δραστηριότητές του ήταν καταγεγραμμένες εδώ και δύο περίπου χρόνια στη δήλωση τού πόθεν έσχες και γνωστές τοις πάσι, χωρίς να απασχολήσουν κανένα και χωρίς να οχληθεί κατά οποιοδήποτε τρόπο ο ίδιος. Σημείωσε, μάλιστα, με νόημα ότι επί ένα σχεδόν έτος από την κατάθεση σχετικής ερώτησης στη Βουλή από πλευράς του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είχε δεήσει να απαντήσει οποιοσδήποτε κυβερνητικός αρμόδιος.

Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, όχι άδικα, ήταν ότι η δραστηριότητά του δεν ενοχλούσε, ήταν συμβατή με την ιδιότητα του βουλευτή, και μάλιστα της κυβερνητικής παράταξης. Πράγμα που του επέτρεπε να συνεχίζει τις επικερδείς δραστηριότητές του και να τονίζει σήμερα σε κάθε ευκαιρία τη νομιμότητά τους,  να μηδενίζει την ηθική απαξία τους, να μην την αναγνωρίζει καν ως πιθανό ανασταλτικό εμπόδιο. Περιγράφει έτσι μια εμπεδωμένη νοοτροπία, που επιτρέπει στους έχοντες δημόσια αξιώματα να αναπτύσσουν επικερδείς δραστηριότητες με το δημόσιο ή σε πεδία ευκαιρίας που δημιουργούνται με αποφάσεις του δημοσίου. Και εδώ δεν έχουμε ένα ζήτημα ηθικής σε αντιπαράθεση με τη νομιμότητα. Έχουμε ένα σοβαρότατο ζήτημα δημοκρατικής λειτουργίας σε αντιπαράθεση με τη σύλληψη του δημοσίου ως λάφυρου στα χέρια των κυβερνώντων, και μάλιστα στο όνομα της επιχειρηματικής ελευθερίας. Η κυβέρνηση δεν είναι που έχει αναγάγει σε επιστήμη τις απ’ ευθείας αναθέσεις ύψους πολλών δισεκατομμυρίων;

Κι αυτό μπορεί να μη σημαίνει ότι όλοι οι νεοδημοκράτες είναι πάτσηδες,  αλλά διαμορφώνει ένα πλαίσιο στο οποίο άνετα ευδοκιμεί το είδος. Χωρίς να συναισθάνεται την παραμικρή ενοχή.

Αυτή ακριβώς η συλλογιστική είναι που επιτρέπει, όπως φαίνεται, στον κ. Πάτση να απαντάει με μεγάλη ευχέρεια στο ερώτημα γιατί δεν παραδίνει την έδρα του μετά τη διαγραφή του από την κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ. Η απάντησή του είναι αφοπλιστική: γιατί να την παραδώσω, αφού παραμένω πολιτικά στη ΝΔ, δεν διαφωνώ σε τίποτα με την κυβέρνηση και δεν πρόκειται να καταψηφίσω καμιά νομοθετική πρωτοβουλία της. Με άλλα λόγια, δηλαδή, ούτε ο ίδιος αισθάνεται να τον χωρίζει οποιαδήποτε απόσταση από το σώμα που τυπικά τον αποβάλλει, ούτε εκείνοι που τον αποβάλλουν πρόκειται να νιώσουν πρακτικά κάποια αρνητική επίπτωση από την απόφασή τους. Όλα καλά καμωμένα.

 

Λιγότερο απρόσβλητοι από όσο φαίνονται

 

Δυστυχώς, όμως, για τους ενοίκους του Μαξίμου και ιδίως για τον πρωθυπουργό, δεν είναι ακριβώς έτσι. Στο εύλογο ερώτημα γιατί αποφασίστηκε τώρα να επιβληθούν οι όποιες κυρώσεις και όχι νωρίτερα, η απάντηση δεν είναι μόνο γιατί άρχισαν πια να βγαίνουν διάφορα βλαπτικά στα φόρα και δεν γινόταν να τα καλύπτουν με τη σιωπή. Μια κάπως πιο πολιτική εξήγηση είναι ότι στη σημερινή συγκυρία το πλήγμα αυτό απειλεί με σοβαρότερο τραυματισμό το κύρος της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, καθώς το ανοσοποιητικό τους έχει αδυνατίσει αισθητά, οι πραγματικές αντοχές τους πιθανότατα αξιολογούνται αντικειμενικά  μικρότερες από τις θρυλούμενες και οι ανοχές από αντιπάλους και «φίλους» είναι πια αισθητά περιορισμένες.

Το εύρος αυτής της επικινδυνότητας των συγκεκριμένων γεγονότων μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα μπορεί να γίνει αντιληπτό και από ορισμένα στοιχεία φαινομενικά δευτερεύουσας σημασίας. Όπως, για παράδειγμα, η είσοδος σε μια γωνιά του κάδρου ενός υπουργού όπως ο κ. Πιερρακάκης, για τον οποίο μόνο καλά λόγια ακούγονταν μέχρι χτες και προβαλλόταν ως υπόδειγμα ανθρώπου που κάνει τη δουλειά του με απτά αποτελέσματα.

‘Η η τραπεζική πρακτική που γεννά ερωτηματικά στους αδαείς: να χορηγεί μια τράπεζα δάνειο σε έναν ιδιώτη, όπως ο κ. Πάτσης, προκειμένου να αγοράσει δάνεια που η ίδια η τράπεζα έχει χαρακτηρίσει αδύνατο να απαιτηθούν, και το δάνειο αυτό να κοκκινίζει επίσης, όπως ο κ. Πάτσης ομολογεί. Μια πρακτική, δηλαδή, με την οποία τα κόκκινα δάνεια αντιμετωπίζονται με τη δημιουργία νέων του ίδιου χρώματος.

Ίσως έτσι, λόγω της έκτασης και του βάθους που μπορεί να πάρει η υπόθεση, μπορεί να εξηγηθεί και από μια άλλη σκοπιά γιατί, μετά από μια καθυστέρηση δύο ετών, η κυβέρνηση επείγεται τώρα να κλείσει την υπόθεση. Μόνο που αυτό δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ίδια. Εξαρτάται και από τους χειρισμούς της αντιπολίτευσης, ιδίως της αξιωματικής, που, αποφεύγοντας τις παγίδες της επικοινωνιακής κυρίως αντιπαράθεσης, μπορεί να αναζητήσει και να καταδείξει το πολιτικό βάθος του σκανδάλου με όλα τα μέσα που διαθέτει. Και, βέβαια, από τη συνέχιση των αντιδράσεων στο εσωτερικό του κυβερνητικού στρατοπέδου.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet