Χρἠστος Χρηστἰδης «Γυμνός», εκδὀσεις Εντευκτηρίου, 2020

 

«Τον ξύπνησε το σκοτάδι, τη στιγμή που το αεροπλάνο άφησε τον ήλιο πίσω του και μπήκε στη νύχτα». Έτσι, από την εναρκτήρια πρόταση, ξέρουμε ότι ο ήρωας αφυπνισμένος από το σκοτάδι μπαίνει σε ένα ταξίδι από την άκρη της νύχτας και μέσα σ’ αυτήν. Μια αναγκαστική αλλαγή πορείας λόγω ενός γιγάντιου κυκλώνα –η λογική εξήγηση δίνεται αμέσως, ποτέ δεν θα λείψουν στο εξής οι λογικές εξηγήσεις– και μια εξίσου αναγκαστική προσγείωση σε μια χώρα που δεν είχε επισκεφτεί ποτέ ξανά στο παρελθόν. Ο ήρωας συνοδεύει και φροντίζει συνεχώς και με τη μεγαλύτερη επιμέλεια έναν ηλικιωμένο άνδρα, πρόσφατα χειρουργημένο.

Το ιδιόμορφο ζευγάρι των ανδρών βρίσκεται μόνο του «στον αχανή χώρο με το λευκό φως και τους κυλιόμενους διαδρόμους αποσκευών» και ο νεότερος άνδρας πρέπει να σπρώχνει την αναπηρική πολυθρόνα με τον ηλικιωμένο και ένα καρότσι με τις δύο μπλε βαλίτσες τους. Ύστερα από τα αρώματα του πεύκου της κολόνιας του αεροπλάνου και του γαρύφαλλου από το μπούστο της αεροσυνοδού, η έντονη μυρωδιά οινοπνεύματος και απολυμαντικού νοσοκομείου μαζί με τη γεύση πικραμύγδαλου στο στόμα, τον εισάγει στο ξένο περιβάλλον. Στα γκισέ του έρημου αεροδρομίου με τις ταμπέλες Έλεγχος Διαβατηρίων, Τελωνειακός Έλεγχος και Πληροφορίες, μαθαίνει –και εμείς μαζί του– ότι: δεν υπάρχει τέλος εισόδου, δεν γίνονται διασταυρώσεις στοιχείων, δεν υπάρχουν περιορισμοί στη διακίνηση ανθρώπων, δεν κρατάνε αρχεία, δεν υπάρχουν περιορισμοἰ στη διακίνηση αγαθών  και υπηρεσιών, όλοι είναι ίσοι –δεν υπάρχουν προϊστάμενοι–, δεν υπάρχουν ξενοδοχεία γιατί «όλοι έχουν σπίτι εδώ» και ότι «η ώρα δεν είναι πληροφορία, κύριε». Βρίσκεται, λοιπόν, σε μια χώρα όπου «το μόνιμο και το προσωρινό είναι ένα και το αυτό» και όπου «έγινε έκλειψη χρόνου και χωρίς χρόνο πώς να μιλήσεις για αρχή και για λήξη;».

 

Είστε πλέον στο εσωτερικό

 

Μια δυστοπία με τις καλύτερες προϋποθέσεις ξετυλίγεται εμπρός μας και εμείς, ως νευρωτικά υποκείμενα του κόσμου όπως τον ξέρουμε, μοιραζόμαστε την αυξανόμενη δυσφορία του νεότερου άνδρα ακολουθώντας τις ρόδες από τα καρότσια που σέρνει, ενώ κατευθύνεται στην πόλη με την παράλογη αβεβαιότητα που επέβαλε μια ανώτερη εξωτερική αιτία. Γενική απεργία, ηλιακή έκρηξη, σεισμός, οικολογική καταστροφή, κάποια από τα ονόματα αυτής της αιτίας που του/μας γίνονται γνωστά στις διαδοχικές συναντήσεις του ζευγαριού με τα ανθρώπινα όντα που βρίσκονται στον δρόμο τους. «-Ο κάθε άνθρωπος εδώ είναι μια διαφορετική ιστορία από μόνος του, μπορεί και δύο, ίσως και περισσότερες. -Μιλάω για την ιστορία της πόλης σας. -Η πόλη μας δεν έχει μία μόνο ιστορία, έχει τόσες όσες και οι κάτοικοί της, και αυτές καλό θα είναι να τις γνωρίσετε».

Η εξέλιξη της ιστορίας αναπτύσσεται με διαλόγους στα συναπαντήματα του ζευγαριού των ανδρών με τα όντα που εμφανίζονται στον δρόμο τους. Κάθε νέα συνάντηση προαναγγέλλεται από την προηγηθείσα. Κάθε συνάντηση και ένα πέρασμα σαν αυτά των θρύλων και των παραμυθιών, αφήνει τον νεότερο άνδρα με την ίδια δυσφορία, ενώ προκαλεί ξεσπάσματα ευφορίας στον ηλικιωμένο αφού η άφθονη μνήμη του ξεβράζει ιστορίες-αναμνήσεις που τις περιγράφει καταλεπτώς με άφθονο λόγο. Όλος ο κόσμος όπως τον ξέραμε αποτυπώνεται και καταγράφεται σε αυτές τις αφηγήσεις: φιγούρες που χάθηκαν, σχέσεις που τελείωσαν, αλλά και αντικείμενα, υλικά, σπάνιες γαίες και φαρμάκια, αρώματα και τεχνικές που στοιχειοθετούν μια αποξενωτική ελεγεία του τέλους της βιολογικής ζωής και του τέλους του κόσμου. Στο δυστοπικό σύμπαν που κατασκευάζει ο Χρ. Χρηστίδης όλες οι πληροφορίες έρχονται στην/με την ομιλία. Ο αναγνώστης παρακολουθεί, δεν εισέρχεται, επιμελώς αποφεύγεται η ταύτιση, καμία ενδοσκόπηση, καμία εσωτερική συναισθηματική ένταση μέσα σε ένα περιβάλλον όπου όλα είναι εσωτερικά. «Είστε πλέον στο εσωτερικό».

 

Σαν ένα ρολόι με ληγμένη μπαταρία

 

Το ντουέτο με τα καρότσια κατηφορίζει και μπαίνει στην πόλη. Στη διαδρομή ο νεότερος χάνει την αποσκευή του, όλα του τα ρούχα, οπότε δανείζεται ένα «βαρύτιμο κασμίρι» του ηλικιωμένου που του ταιριάζει γάντι. Σταδιακά και στην πορεία προς το σπίτι, προς το καθοριστικό τραύμα και τον τόπο της μνήμης οι ιδιότητες του ήρωα ανεπαισθήτως αλλάζουν, αλλοιώνονται, ξεφλουδίζονται συνεχίζοντας το παιχνίδι της απέκδυσης που –μετά από την ακραία στιγμή της συνάντησης με το τραύμα και τη μνήμη– καταλήγει στην κυριολεκτική πραγματική γύμνια. Ο ήρωας είναι πλέον γυμνός.

Το ζευγάρι με τις δυο ηλικίες του άνδρα περιπλανιέται σε αυτόν τον τερματικό σταθμό από όπου κανείς δεν φεύγει για έξω, μιας και δεν υπάρχει έξω – ή μπορεί και να φύγει αφού «εδώ τα πάντα θα συμβούν»; «Φαντάσου ένα ρολόι με ληγμένη μπαταρία. Ο λεπτοδείκτης προσπαθεί να προχωρήσει ένα κλικ. Διστάζει. Γυρίζει πίσω, και πάλι μπροστά και πάλι πίσω, σαν να τραυλίζει ο χρόνος, και σε αυτές τις στιγμές της αδράνειας τα πάντα μπορούν να συμβούν, γιατί δεν υπάρχει χρόνος να τα εμποδίσει».

Στη στιβαρή κατασκευή του Χρήστου Χρηστίδη στο τέλος όλα συναρμόζονται, βρίσκουν τη θέση τους. Οι απαντήσεις δίνονται και το τέλος συναντάει την κρυμμένη αρχή του. Και είναι ακριβώς η επιστροφή στον τόπο της αρχής μια συστροφή που εκμηδενίζει τον χρόνο και τον τυλίγει ανάμεσα στις άκρες της. «Το σάβανο από το σπάργανο απέχει μια ανάσα». Εκεί κλείνει τις πόρτες της και η αφήγηση. «Πίσω του η πόλη έκλεισε σαν διαβασμένο βιβλίο».

Όταν κλείσει κανείς τον Γυμνό ως διαβασμένο βιβλίο έχει περάσει από τη δυστοπία και τη δυσφορία της αναγκαστικής προσγείωσης στην ανοίκεια-οικεία χώρα της μνήμης και του τραύματος, στην παραδοχή και, ίσως, στην αποδοχή. Δεν περιμένει κανένας παράδεισος εκτός από αυτόν της γραφής και της καθαρής απόλαυσης της ανάγνωσής της.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet