Ιωάννα Καρυστιάνη «Ψιλά γράμματα», εκδόσεις Καστανιώτη, 2022

 

Η επίκληση της φοιτητικής εξέγερσης του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1973, της πιο εμβληματικής και μαζικής αντιδικτατορικής πράξης, με την κατάληψη, την εξέγερση, τα θύματα και τον μεταπολιτευτικό μύθο που δημιούργησε, είναι πολύ συχνή, αν όχι διαρκής, στη δημόσια συζήτηση. Η σημασία των γεγονότων υπήρξε πραγματική αλλά και συμβολική στα χρόνια της δημοκρατικής μετάβασης και της Μεταπολίτευσης, αλλά δεν προκάλεσε πάντα ομόθυμες αντιδράσεις ούτε πέρασε ομογενοποιημένα στη συλλογική μνήμη. Η Γενιά του Πολυτεχνείου γοήτευσε, μυθοποιήθηκε, εξιδανικεύτηκε, αγιοποιήθηκε αλλά και δαιμονοποιήθηκε με υπερβολική κάποτε σκληρότητα.

Αν με τα πρόσφατα βιβλία του Κορνέτη («Τα παιδιά της δικτατορίας», 2015) και του Χανδρινού («Όλη νύχτα εδώ», 2019) η σύγχρονη ιστοριογραφία, αξιοποιώντας τις μικροϊστορικές προφορικές μαρτυρίες των δρώντων υποκειμένων, έδωσε πολύ συγκροτημένες απαντήσεις για την ταυτότητα και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά αυτής της γενιάς, η λογοτεχνία, με την εξαίρεση κάποιων παλαιότερων έργων όπως η «Αντιποίησις αρχής» (1979) του Κοτζιά και «Η αρχαία σκουριά» (1979) της Δούκα, δεν επιδίωξε να ψηλαφήσει πιο δυσδιάκριτες εσωτερικές όψεις της εμπειρίας του Πολυτεχνείου και κυρίως το αποτύπωμά του στον ψυχισμό όσων το βίωσαν.

 

Το ψυχικό αποτύπωμα του Πολυτεχνείου

 

Το μυθιστόρημα «Ψιλά γράμματα» της Ιωάννας Καρυστιάνη (γ. 1952), που υπήρξε και ηγετικό στέλεχος του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, καταπιάνεται με τις τραυματικές ψυχικές επιπτώσεις που είχε η φωνή της ελευθερίας εκείνον τον Νοέμβρη του ’73 στη ζωή ενός επαρχιώτη σπουδαστή από το Αγρίνιο, ο οποίος, αν και διασταυρώθηκε με την Ιστορία, δεν τόλμησε να μπει στο Πολυτεχνείο. Ο Μιχάλης Τσιούλης είναι ένας μικροαστός χωρίς ενδιαφέρουσα ζωή, μυθιστορηματικός ήρωας όμως που έχει φανερά παιδέψει τη συγγραφέα και εντυπώνεται στον αναγνώστη. Με αισθήματα δυσφορίας για το παρόν, είναι ένας ωτακουστής της Ιστορίας και κομπάρσος της ζωής, «άτυχος, ατάλαντος, άτολμος, αδέξιος και αφανής», αλλά εργατικός και ευσυνείδητος μηχανικός αεροσκαφών, πενήντα τριών ετών στο παρόν της αφήγησης (2005), μονήρης, εργένης, με δυσκολία στις σχέσεις και κυρίως ακυρωμένος, χωρίς επιθυμίες και προοπτικές.

Ο χρόνος γι’ αυτόν έχει ακινητοποιηθεί στο σημαδιακό 1973, τη μόνη έκλαμψη εαυτού που γνώρισε στην άσημη ζωή του, στο ρίγος που ένιωσε για το άγνωστο κορίτσι της χορωδίας που έψαλλε εγκώμια στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής στον Άγιο Λουκά Πατησίων και λίγους μήνες αργότερα, στον ίδιο δρόμο, μέσα στο πλήθος του Πολυτεχνείου φώναζε το σύνθημα «Ε-λευθε-ρί-α». Αυτή η φωνή στοιχειώνει τον ήρωα, αφού διάφορη από τον βαρετό περί ελευθερίας λόγο των σχολικών εορτών και των παρελάσεων, «δεν άφηνε περιθώρια παρανόησης, η Ελευθερία της σήμαινε λαχτάρα για έναν άκακο κόσμο».

Η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος βρίσκεται στη θέση ότι η Μεταπολίτευση δεν ανέλαβε το βάρος του πένθους και της χειραφετητικής παρακαταθήκης του Πολυτεχνείου. Ο πρωταγωνιστής, αναζητώντας μάταια επί τριάντα και πλέον χρόνια, άλλοτε τις Μεγάλες Παρασκευές και άλλοτε στους νοεμβριανούς Επιταφίους με τις πορείες του Πολυτεχνείου, τη φασματική, σχεδόν φεγγαροντυμένη μορφή της Ελευθερίας στο πρόσωπο της άγνωστης κοπέλας, γυρεύει να πει ένα γενναίο ευχαριστώ σε όσους ήταν εντός του Πολυτεχνείου και μια ενοχική συγνώμη για λογαριασμό όσων, όπως εκείνος, δείλιασαν εκείνο το βράδυ και έμειναν εκτός.

Η απελπισμένη εμμονή του ήρωα στο καθήκον της μνήμης και στα «ψιλά γράμματα» της Ιστορίας, ακόμη κι αν τον οδηγεί σε ψυχιάτρους με την υποψία της ψυχοπαθολογικής βλάβης και της μνημονικής διαταραχής, βρίσκει δικαίωση στον συγγραφικό λόγο που περιγράφει εντέλει τη στάση ζωής ενός αντιηρωικού ανθρώπου που όμως δεν συντάχτηκε με την κυρίαρχη πραγματικότητα και τις πλειοψηφικές πολιτισμικές λογικές της εποχής, αλλά αντιστάθηκε υπόκωφα και σιωπηρά. Οι ψυχίατροι δεν φέρνουν καμία αντίρρηση όταν τους δηλώνει: «Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά…».

 

Η σχέση πατέρα-γιου

 

Ο χαρακτήρας του Μιχάλη παρουσιάζεται ανάγλυφα μέσα από τις περιπλοκές των οικογενειακών σχέσεων με τον φιλόδοξο, χαρισματικό και προικισμένο, διπλωμάτη καριέρας αδελφό, τη νεκρή από χρόνια μητέρα, αλλά και απούσα όσο ζούσε, με το εκρηκτικό ερωτικό ταμπεραμέντο και τα μεγάλα μυστικά, και ιδίως με τον πατέρα. Αν ο Μιχάλης ζει αναζητώντας την άφαντη κοπέλα του Πολυτεχνείου, ο Πολυχρόνης, συνταξιούχος δάσκαλος, ογδοντάρης, χήρος και κομμουνιστής, κουβαλά τα δικά του πένθη και φαντάσματα: την εμπειρία των γερμανικών εκτελέσεων στο Αγρίνιο τη ματωμένη Μεγάλη Παρασκευή του 1944 και τον χαμό του αδερφού του Φώντα στον Εμφύλιο. Το ενδιαφέρον στο βιβλίο της Καρυστιάνη βρίσκεται στο ότι η καταστατική από τη μυθολογία, την τραγωδία και την ψυχανάλυση σχέση πατέρα-γιου, ανομολόγητα αγαπητική εδώ, ανάμεσα σε μισόλογα, διστακτικές ερωτήσεις, σιωπές και εξομολογήσεις, προσεγγίζεται όχι στη φάση της εφηβείας, της ενηλικίωσης και της νιότης, αλλά στη μέση ηλικία και τα γηρατειά, όταν ο γιος είναι πιο ασπρομάλλης από τον μπαμπά και ο καθένας ζει με δικούς του εφιάλτες και πληγωμένες αναμνήσεις. Μια καθυστερημένη για δεκαετίες ξενάγηση με το αυτοκίνητο του γιου στην Αθήνα, Μεγάλη Παρασκευή, καταλήγει σε ανολοκλήρωτες εξομολογήσεις και στον θάνατο του πατέρα.

 

Αίτημα ελευθερίας, αδυναμία πτήσης

 

Τα Ψιλά γράμματα είναι ένα μυθιστόρημα για εκείνους που απογειώνονται νοερά, θέλουν να πετάξουν αλλά δεν έχουν φτερά ούτε σχέδιο πτήσης και μένουν καθηλωμένοι στη γη. Είναι ένα μυθιστόρημα για τα ανολοκλήρωτα της ζωής και τις ουτοπίες που καταλήγουν στο ταμιευτήριο του πένθους. Για το βάρος του παρελθόντος που συνθλίβει το παρόν, για τις διασταυρώσεις με την Ιστορία που νοηματοδοτούν την ύπαρξη, για το πείσμα και το γινάτι της μνήμης. Η συγγραφέας, που σε συνέντευξή της στο βιβλίο του Χανδρινού δήλωνε ότι «στο Πολυτεχνείο νιώσαμε πλήρεις υπάρξεις», αντικρίζει με βλέμμα συμπάθειας και κατανόησης εκείνες τις ανολοκλήρωτες υπάρξεις, τους αδύναμους να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους, όχι ακριβώς συμβιβασμένους, αλλά μάλλον παγιδευμένους και ανίκανους για πατροκτονίες, συγκρούσεις και διεκδικήσεις. Η μόνη διεκδίκηση που αξιώνουν είναι αυτή της επιλεκτικής μνήμης που ασφαλίζει τα άυλα τιμαλφή της Ιστορίας.

Το νοσταλγικό στοιχείο, αναπόφευκτα παρόν σε μια τέτοια αφήγηση, ευτυχώς δεν παίρνει ενοχλητικές ή μελοδραματικές διαστάσεις. Όμως, από την άποψη της δομής, το μυθιστόρημα μπορεί να ελεγχθεί για την απουσία σφιχτοδεμένης πλοκής και κάποια αμηχανία στην οικονομία των κεντρικών ιδίως σελίδων με πραγματολογικές αναφορές σε θανατηφόρες πτήσεις, αεροπορικά στοιχεία και παρεκβάσεις που, αν και έχουν λειτουργικότητα (είναι τα ψιλά γράμματα), φορτώνουν κάπως την αφήγηση. Η σκηνοθεσία του θρησκευτικού-πολιτικού συμβολισμού με τις Μεγάλες Παρασκευές διευκολύνει τη συγγραφέα να ξεδιπλώσει και να συνδέσει τις ιστορίες, αλλά ίσως αφήνει μετέωρο τον αναγνώστη με τον επετειακό μυστικισμό και την αναληθοφάνεια των συμπτώσεων.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet