Κάθε πολιτική δύναμη ακολουθεί τον ρητορικό κανόνα που θέλει «εμάς» να ταυτιζόμαστε με μια λίστα από θετικά σημαίνοντα και τους «άλλους» με μια λίστα από αρνητικά. Ή, για να το θέσω με μεγαλύτερη ακρίβεια, με «εμάς» να ταυτιζόμαστε με όσα σημαίνοντα είναι θετικά για μια πραγματική ή φανταστική κοινωνική πλειοψηφία και τους «άλλους» με μια λίστα από αρνητικά για την ίδια κοινωνική πλειοψηφία. Τις περισσότερες φορές, αυτές οι αντιστοιχήσεις γίνονται με αφορμές που υποτίθεται πως τις τεκμηριώνουν, όπως γεγονότα που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Αυτό εδράζεται στην ιδέα ότι η πραγματικότητα δεν είναι μόνο «κείμενο», όπως πιστεύουν ορισμένοι μεταμοντέρνοι, ή ότι η πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτό που δείχνει η τηλεόραση. Υπάρχουν και τα γεγονότα και τα δεδομένα που κρίνουν την αξιοπιστία των λεγομένων.

 

Πρώτα η ταμπέλα, μετά η τεκμηρίωση

 

Η ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη, όμως, δεν προσυπογράφει τις παραπάνω ιδέες. Θεωρεί ότι μπορεί να προπαγανδίζει μια εναλλακτική πραγματικότητα, μιας και ελέγχει τη μεγάλη πλειονότητα των ΜΜΕ. Ομοίως, δεν θέλει να δεσμεύεται από τα γεγονότα για να αποδώσει credits στον εαυτό της ή να επιτεθεί στους πολιτικούς της αντιπάλους. Αυτοθαυμάζεται ή επιτίθεται, διαστρέφοντας τα γεγονότα. Εναλλακτικά, προσπαθεί να κατασκευάσει γεγονότα που να της επιτρέψουν να συνδέσει εαυτόν με θετικά σημαίνοντα και τους αντιπάλους της με αρνητικά. Με λίγα λόγια, ό,τι και να γίνει ο Μητσοτάκης θα είναι «ειλικρινής», «αποτελεσματικός», «πατριώτης», «σωτήρας», κ.λπ., τη στιγμή που ο Τσίπρας θα είναι «ψεύτης», «ανίκανος», «προδότης», «επικίνδυνος», κ.λπ. Η τακτική αυτή πάντως, μέσα από την ωμότητά της, καταδεικνύει δύο αδήριτες αλήθειες της πολιτικής επικοινωνίας: πρώτον, η κατοχύρωση θετικών σημαινόντων για εμάς (πχ. ΝΔ=ασφάλεια και ανάπτυξη, ΣΥΡΙΖΑ=δικαιώματα και κοινωνικό κράτος) και η ταύτιση των αντιπάλων με αρνητικά σημαίνοντα (πχ. ΝΔ=αυταρχισμός και φτωχοποίηση, ΣΥΡΙΖΑ=ανομία και οικονομική αποτυχία) πρέπει να επιτευχθεί με κάθε μέσο και, δεύτερον, προέχει η εν λόγω ταύτιση και έπεται η τεκμηρίωση.

Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ φαινόταν ανέκαθεν δέσμιος ενός μείγματος ακαδημαϊσμού και πολιτικής ορθότητας, καθώς προέβαινε στις εν λόγω ταυτίσεις μόνο όταν τα γεγονότα το επιβεβαίωναν και αφού είχε προηγηθεί η τεκμηρίωση. Αλλά και πάλι… Στο πρώτο φύλλο της Εποχής για το 2021 έγραφα: «Αν οι κυβερνώντες ‘λένε ψέματα’, αλλά δεν είναι ‘ψεύτες’, αν προβαίνουν σε ‘διασπάθιση’ ή ‘κατασπατάληση’ του δημοσίου χρήματος ή ‘πλιάτσικο’ στο δημόσιο ταμείο, αλλά δεν είναι ‘κλέφτες’, αν τίποτα δεν κάνουν καλά, αλλά δεν είναι πρόδηλα και τελεσίδικα ‘ανίκανοι’, τότε μάλλον ο ΣΥΡΙΖΑ υπερβάλλει και δεν θέλει να εκτεθεί ή απλώς έχει μπερδέψει την επικοινωνία με το ευρύ ακροατήριο με ακαδημαϊκό συνέδριο». Από τότε, βέβαια, ο Κ. Μητσοτάκης έχει χαρακτηριστεί από τον Α. Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ «πολιτικός απατεώνας», «ψεύτης», «επικίνδυνος» για την εθνική ασφάλεια και τη δημοκρατία. Λογικά, θα έπρεπε να είμαι ευχαριστημένος. Δεν είμαι όμως.

Όσο και αν τα γεγονότα επιβεβαιώνουν τους χαρακτηρισμούς, πάντα οι χαρακτηρισμοί εμφανίζονται απλώς για να επιβεβαιώσουν έναν μακρύ (και συχνά βαρετό) συλλογισμό οικονομικού, νομικού ή δημοσιογραφικού χαρακτήρα. Λες και απευθύνεται σε ανθρώπους που πρώτα διαβάζουν ένα άρθρο και μετά βλέπουν τον τίτλο. Και, επιπλέον, οι χαρακτηρισμοί αλλάζουν συχνά και δεν επαναλαμβάνονται, καταντώντας επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, εξυπνάδες μίας χρήσης. Δεν χτίστηκαν όμως έτσι οι «αναμφισβήτητες»  αλήθειες του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου, ότι «ο Τσίπρας είναι ψεύτης», «ο ΣΥΡΙΖΑ μας κατέστρεψε το 2015», «αν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνηση στην πανδημία θα ήταν χειρότερα». Όλα αυτά επαναλαμβάνονταν τελετουργικά και ακατάπαυστα, μέχρι να αποτελέσουν αυτονόητες παραδοχές, να κανονικοποιηθούν, να γίνουν κοινός νους. Αναγκάζοντας μάλιστα τον ΣΥΡΙΖΑ να απολογείται και να προσπαθεί να αποδείξει ότι «δεν είναι ελέφαντας». Μόλις πρόσφατα ο Τσίπρας άρχισε να αντιπαρέρχεται ερωτήσεις του τύπου «τι προτίθεστε να κάνετε για το τάδε, αν και δεν σας θέλει ο κόσμος/έχετε τα χάλια σας/τα κάνατε μαντάρα τότε». Απέχει, όμως, τόσο ο ίδιος όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ, από το να μιλάει χρησιμοποιώντας ως δεδομένο ότι ο Μητσοτάκης είναι «πολιτικός απατεώνας», «dealer συμφερόντων», «ανίκανος».

 

Ψεύτες, κλέφτες και ανίκανοι

 

Αντί να επαναλαμβάνει συνεχώς το ότι ο Μητσοτάκης «εξαπάτησε τους συνταξιούχους» ή τη μεσαία τάξη σχετικά με τους φόρους ή τους εργαζομένους σχετικά με τις καλύτερες δουλειές ή τον ελληνικό λαό για την έκθεση Τσιόδρα-Λύτρα, για τις παρακολουθήσεις, τον Λιγνάδη, κ.ο.κ., καλό θα ήταν να ξεκινά και να τελειώνει με το «ο Μητσοτάκης είναι ψεύτης». Αντί να επαναλαμβάνει συνεχώς τα νούμερα με τις απευθείας αναθέσεις, τα ψευδή πόθεν έσχες, τον πλουτισμό των γαλάζιων golden boys (and girls), κ.ο.κ., καλό θα ήταν να ξεκινά και να τελειώνει με το «είναι κλέφτες», «είναι διεφθαρμένοι». Αντί να επαναλαμβάνει τα νούμερα με τους νεκρούς της πανδημίας και τις αρνητικές πρωτιές της χώρας μας ή τις αντίστοιχες αρνητικές πρωτιές όσον αφορά στην ακρίβεια ή τους περίπλοκους συλλογισμούς για το τι έπρεπε να κάνει ο Μητσοτάκης στην εξωτερική πολιτική, αλλά δεν το έκανε, καλό θα ήταν να ξεκινά και να τελειώνει με το «η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι αποδεδειγμένα ανίκανη».

Η πολιτική δεν είναι δικαστήριο για να χρειάζεται κανείς να «δέσει» την κατηγορία. Κι αν πάλι η ΝΔ αρχίσει να διαμαρτύρεται γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει αυτό που ανέκαθεν έκανε αυτή, τότε μπορεί να ανοίξει η Μαύρη Βίβλος των πεπραγμένων της κυβέρνησης Μητσοτάκη και να αρχίσει η αργόσυρτη ανάγνωση. Μόνο τότε.  

Δημήτρης Παπανικολόπουλος Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet