Επανερχόμαστε στην ανασύνθεση της λογοτεχνικής σχέσης Παλαμάς-Καβάφης. Εισαγωγικά, στη σειρά των πέντε επιφυλλίδων στην εφ. «Ελεύθερος Λόγος» του 1924, ο Παλαμάς αναφέρει πως δεν παρακολουθεί “την κίνηση στα γράμματα”. Παραπονείται πως και “οι άλλοι αρχίζουν να τον λησμονούν, να τον παραμερίζουν, να τον ξεγράφουν”. Παρόμοια σχόλια θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ο αντίχτυπος της αυξανόμενης παρουσίας του Καβάφη στα αθηναϊκά έντυπα. Ήδη, από τον Μάι. του 1922, δημοσιεύει στο περ. «Μούσα», αλλά και σε εφημερίδες, από τον Ιούλ. του 1923 στο νεότευκτο «Ελεύθερον Βήμα» και  από τον Δεκ., στον «Ελεύθερο Λόγο». Τέλη 1923, αρχίζει η αλληλογραφία του Καβάφη με  τον Μάριο Βαϊάνο. Ιαν. 1924, κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού του Βαϊάνου, «Νέα Τέχνη». Εξαρχής ταγμένο να μεγαλύνει τον Αλεξανδρινό, αναγγέλλει για τον Απρίλιο αφιερωματικό τεύχος.
“Αυτή είναι μια μεγάλη χρονιά για τον Καβάφη και το έργο του”, σχολιάζει ο Τσίρκας, εισαγωγικά, για το 1924. Αν όχι λογοτεχνικά μεγάλη, σίγουρα πάντως, είναι η χρονιά που ο Καβάφης καθίσταται πρόσωπο της επικαιρότητας. Στις 18 Μαρ., δημοσιεύεται στον αλεξανδρινό Τύπο “Διαμαρτυρία διανοουμένων. Οι φίλοι του κ. Κωνσταντίνου Καβάφη”, για υβριστική επίθεση εναντίον του, με 37 υπογράφοντες. Στις 11 Απρ., δεύτερη “διαμαρτυρία λογίων και θαυμαστών” δημοσιεύεται, αυτήν τη φορά, στον αθηναϊκό Τύπο, με 32 υπογραφές γηγενών. Αυτά τα κείμενα διαμαρτυρίας καταλήγουν κείμενα προβολής, δημιουργώντας τους πρώτους καβαφικούς πυρήνες, που, στη συνέχεια, θα συμβάλλουν στη δημιουργία αντίστοιχων παλαμικών.
Σχετικά, ωστόσο, με τις πέντε επιφυλλίδες, μένει η απορία, ποια στάθηκε η αφορμή, το 1924, για να ασχοληθεί ο Παλαμάς και πάλι με τον Καβάφη, μετριάζοντας την ευνοϊκή εντύπωση του πρώτου, προ τριετίας, άρθρου του. Για να απαντηθεί, απαιτείται η χρονολογική παράταξη των ψηφίδων της σχέσης τους. Αν και μόνο υποθέσεις επιτρέπονται, καθώς η συσχέτιση αιτίου-αιτιατού παραμένει πάντοτε επισφαλής. Στις 3 Απρ. 1924, δημοσιεύτηκε στην εφ. της Αλεξάνδρειας «Ταχυδρόμος», συνέντευξη του Καβάφη στον Ν. Γιοκαρίνη. Στο τέλος, ο Αθηναίος δημοσιογράφος του θέτει την ερώτηση, που μάλλον είχε εξαρχής κατά νου, αν δεν ήταν αυτή που πυροδότησε τη συνέντευξη: “Κύριε Καβάφη. Μού είπαν ότι ο κ. Παλαμάς, ως ποιητής, δεν έχει την εκτίμησίν σας.” “Ο κ. Παλαμάς, φίλε, είνε μεγάλος λυρικός ποιητής... μα, του Καβάφη δεν του αρέσει η λυρική ποίησις. Η πολλή λυρική, η ενθουσιώδης ποίησις δεν με ελκύει. Ο Παλαμάς έχει πολλάς εξάρσεις.”  Ήταν η απάντηση του Καβάφη, που θα χαρακτηριζόταν ειλικρινής, καθώς αντικαθρεφτίζει την αισθητική του περί ποίησης. Ανεξάρτητα αν οι ευθέως διατυπωμένες κρίσεις μεταξύ ομότεχνων ανέκαθεν δεν συνηθίζονταν. Κατά την εκδοχή του Τίμου Μαλάνου, πάντως, είχε προλάβει ο Βαϊάνος να ζητήσει από τον Παλαμά, για το αφιερωματικό τεύχος του περιοδικού του, τη γνώμη του για τον Καβάφη, εκείνος είχε αρνηθεί να απαντήσει και αυτό το είχε ήδη μάθει ο Καβάφης.
Όσο για την παράπλευρη απορία, σχετικά με το τι μεσολάβησε μεταξύ 2ης και 3ης επιφυλλίδας, αρχές Ιουλ., και παρακάμφθηκε η περαιτέρω ευθεία αναφορά στον Καβάφη, μία παρακινδυνευμένη υπόθεση θα ήταν η αναδημοσίευση στον αλεξανδρινό Τύπο μέρους της 2ης επιφυλλίδας του, με τίτλο, «Ο Κωστής Παλαμάς περί της ποιήσεως των σύγχρονων ηδονιστών. Μυρίζει Καβαφίλας». Θα μπορούσε, όμως, να τον απέτρεψαν και μόνο οι συζητήσεις γύρω από την προετοιμασία του εν λόγω αφιερωματικού τεύχους. Αυτό το τεύχος της αρχικά μηνιαίας «Νέας Τέχνης» θα βγει τετραπλό, Ιούλ.-Οκτ. 1924 και θα κυκλοφορήσει στο τέλος Δεκ. Στις 29 Δεκ. 1924 και 23 Φεβ. 1925, ο Παλαμάς θα δημοσιεύσει στον «Ελεύθερο Λόγο» δυο ακόμη επιφυλλίδες, όπου αναφέρεται, εν συντομία, στον Καβάφη. Σε αυτές, η διάθεση είναι ευθέως απορριπτική.
Στην πρώτη, μία βιβλιοκρισία για την τρίτη ποιητική συλλογή, «Στο γύρισμα της ρίμας», του Ρήγα Γκόλφη, έκδοση εκείνης της χρονιάς, όταν φτάνει στο θέμα της στιχουργίας, αποκαλεί τον Γκόλφη “αριστοτέχνη του πατροπαράδοτου στίχου”, του δεκαπεντασύλλαβου. Σε αντιδιαστολή, τονίζει “το ύπουλο ξεκάρφωμα του εθνικού μας στίχου στα ποιήματα του Καβάφη”, τον οποίο αναφέρει ως “τον πρωτοτυπότερο ανάμεσα στη νέα γενιά εργάτη”. Χαρακτηρισμό, που ο Χ. Λ. Καράογλου αντιλαμβάνεται ως θετικό. Μάλλον ειρωνικός δείχνει, καθώς εντάσσει και πάλι τον Καβάφη στη νέα γενιά. Αντιθέτως, τις στιχουργικές παρεκκλίσεις του νεαρού Ήβου Δέλτου, ο Παλαμάς τις αποδέχεται, χαρακτηρίζοντάς τον “προικισμένο μυσταγωγό”. Πρόκειται για τον Κων. Τσάτσο, 25ετή, με τον οποίο είχε αναπτύξει σχέση δασκάλου-μαθητή, και μάλιστα, πολύ θερμή, σύμφωνα με τις αναφορές του Τσάτσου στην αυτοβιογραφία του. Στη δεύτερη, για τον «Οδυσσέα» του Α. Γεράνη, ψευδώνυμο του Καζαντζάκη, εγκωμιάζοντας τον “εντεκασύλλαβο στίχο στη λύρα του Γεράνη”, κάνει λόγο για “τα ζυμαρικά της Σχολής των Καβάφηδων”.
Κατά μία εκδοχή, το καβαφικό τεύχος της «Νέας Τέχνης» έφερε το αφιέρωμα στον Παλαμά του αλεξανδρινού περ. «Νέα Ζωή» (7 Απρ. 1926). Η συσχέτιση δεν στερείται υπόστασης, καθώς ήταν και γι’ αυτόν το πρώτο αφιερωματικό τεύχος. Φίλα κείμενος στον Παλαμά ο Φιλολογικός Σύλλογος του περιοδικού, είχε διοργανώσει τον Ιαν., ομιλίες για τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων από την πρώτη δημοσίευση ποιήματός του, «Το γιούλι», στο «Αττικόν Ημερολόγιο» του Ειρηναίου Ασώπιου. Ενώ, στην Αθήνα, τα   50χρονα του έργου του εορτάστηκαν δέκα χρόνια αργότερα, με αφορμή την έκδοση της πρώτης ποιητικής του συλλογής, «Τραγούδια της πατρίδας μου». Στην εναρκτήρια βραδιά των εορτασμών, στην αίθουσα του Ελληνικού Σωματείου «Αισχύλος-Αρίων», παρευρέθηκε ο Καβάφης, αλλά το όνομά του παραλείφθηκε στον κατάλογο που δημοσιεύτηκε στο αφιερωματικό τεύχος. Αυτό κατήγγειλε σε δημοσίευμά του στο περ. της Αλεξάνδρειας «’Ισις» (1 Μαΐ. 1926) ο Α. Γ. Συμεωνίδης, ο πρώτος εκδότης, μαζί με την Ρίκα Σεγκοπούλου, του καβαφικού περιοδικού «Αλεξανδρινή Τέχνη». Είχε προηγηθεί στο ίδιο περιοδικό, δημοσίευμα της Σεγκοπούλου, όπου μέμφεται ομιλητή εκείνης της βραδιάς, γιατί είχε αποκαλέσει τον Παλαμά κορυφαίο των Ελλήνων ποιητών. Αβιβλιογράφητο το δημοσίευμα, αναφέρεται από τους Μ. Γιαλουράκη και Θ. Σουλογιάννη, χωρίς να κατονομάζεται ο “παλαμολάτρης” ομιλητής.
Εδώ, παρεμβάλλεται μία ψηφίδα της σχέσης τους, ελλιπώς καταγεγραμμένη, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς αναφέρεται σε μία δεύτερη φορά, που ο Καβάφης διατύπωσε άποψη για τον Παλαμά. Δεν πρόκειται για συνέντευξη, αλλά για προφορικό σχόλιο, για το οποίο υπάρχουν τουλάχιστον δυο δημοσιοποιημένες μαρτυρίες, που λανθάνουν της Βιβλιογραφίας Καβάφη. Ωστόσο, καταγράφονται αναφορές τρίτων σε αυτές. Στις 18 Φεβ. 1926, στον «Ταχυδρόμο» της Αλεξάνδρειας, είχε δημοσιευτεί επιστολή, με την υπογραφή Α. Γ. Σ., όπου αναφέρεται διάλογος  Καβάφη-Μαλάνου, στο εντευκτήριο του περ. «Γράμματα». Διάφορα φέρεται να ειπώθηκαν εκεί περί Παλαμά, τα οποία, την επομένη, με επιστολή στην εφημερίδα, διέψευσε ο εκδότης του περιοδικού, Στέφανος Πάργας. Συμφώνησε, ωστόσο, ότι ο Καβάφης είπε ότι “θεωρεί τον Γρυπάρη και τον Μαλακάση ποιητάς ανωτέρους απ’ τον Παλαμά”.   
Αυτή η ακριτομυθία Καβάφη θα μπορούσε να είχε συμβάλλει στις απόψεις περί Καβάφη, που ο Παλαμάς διατύπωσε σε συνέντευξή του, Ιούλ. 1926, στον κύπριο ποιητή Λουκά Χριστοφίδη. Δημοσιεύτηκε στο περ. της Αλεξάνδρειας «Οθόνη», 16 Οκτ. 1926. Ο συνεντευξιαστής υπήρξε πιεστικός, στην προσπάθειά του να εκμαιεύσει την απόρριψη του ποιητή Καβάφη. Λέγεται, πως ήθελε να εκδικηθεί τον Καβάφη για την περιφρόνηση που εκείνος είχε επιδείξει δημοσίως στο πρόσωπό του. Αρχικά, ο Παλαμάς υπεκφεύγει την ερώτηση, κατά πόσο είναι ο Καβάφης ποιητής. Τελικά, όμως, αποδέχεται την αμφισβήτηση, με την ευθύβολη παρατήρηση: “Μάλλον για ρεπορτάζ, μοιάζουν τα γραφτά του, λες και φροντίζει να μας δώσει Ρεπορτάζ από τους αιώνες...” Και συνεχίζει, δίνοντας τη δική του αισθητική περί ποίησης: “Είναι μερικά από τα σημειώματά του αυτά που παν να μοιάσουν σκίτσα ιδεών, που πρόκειται να γίνουν καλά τραγούδια. Μα που ο εργάτης των τ’ αφίνει μόνο σε σχέδια...”  
Σε αυτήν την άποψη, παραμένει, όπως δείχνει μία δεύτερη συνέντευξή του, τέσσερα χρόνια αργότερα (7 Μαΐ. 1930), στον Γ. Πιερίδη, δημοσιευμένη στην εφ. της Αλεξάνδρειας «Ταχυδρόμος -Ομόνοια». Επαναλαμβάνει την εντύπωση πως “μοιάζουν σχεδιάσματα που πάνε να γίνουν ποίημα.” Κάτι σαν “κομμάτια από διαβάσματα”. Το ίδιο, στην “εικόνα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας”, που σκιαγραφεί για τη γαλλική εφημερίδα «Φιγκαρώ», ένα χρόνο πριν, 10 Φεβρ. 1929. Αλλά και σε πολύ κατοπινές επιστολές του: στον Ηρακλή Αποστολίδη (14 Σεπ. 1933) και στον Γλαύκο Αλιθέρση (1 Ιαν. 1935). Ενδιαμέσως, στο μελέτημά του, που δημοσιεύει σε τρεις συνέχειες στο «Ελεύθερον Βήμα» (11, 25 Νοε., 13 Δεκ. 1926), ως λόγο υπερασπιστικό του στίχου του κανονικού έναντι του ελεύθερου, αναφέρει τον Καβάφη δεύτερο μετά τον Σικελιανό ως έναν από εκείνους που καλλιέργησαν τον ελεύθερο στίχο. Μόνο που ο Σικελιανός “γύρισε ύστερα στις μελωδικές αρμονίες”, ενώ ο Καβάφης “έκανε νόμο την αξέγνοιαστην αμορφία του στίχου”.
Από την πλευρά του, ο Καβάφης αναφέρει γραπτώς το όνομα Παλαμά μόνο σε τέσσερις επιστολές του προς τον Βαϊάνο. Με τον βραχύλογο τρόπο, που υιοθετεί σε όλες τις επιστολές του, τον πληροφορεί ότι είδε στα δυο φύλλα του «Ελεύθερου Λόγου», “την παρατήρησιν του Παλαμά περί της στιχουργικής του (εν άρθρω περί του Ρήγα Γκόλφη)”, και ότι “ο Παλαμάς κάμνει μνείαν του ονόματος του”. Τόσο ουδέτερα, όταν ο Μεσολογγίτης κάνει λόγο, αντιστοίχως, για “ξεκάρφωμα του καβαφικού στίχου” και “ζυμαρικά της Σχολής των Καβάφηδων”. Επίσης, ότι είδε τα υποστηρικτικά γράμματα του Κλέωνος Παράσχου και της Άλκη Θρύλου στο περ. της Αλεξάνδρειας «Ίσις» (6 και 13 Νοε. 1926), αλλά και “την πολύ παράξενη επιστολή του Παλαμά”, στο «Έθνος» (13 Απρ. 1928), σχετικά με τον ελληνογάλλο συγγραφέα Κωνστ. Φωτιάδη και την συνέντευξη εκείνου στον Σπύρο Μελά.
Αυτή η επιστολή του Παλαμά είναι, χρονικά, η πρώτη από τις επτά επιστολές, στις οποίες αναφέρει τον Καβάφη. Το ύφος όλων, ανεξαρτήτως παραλήπτη, είναι συναισθηματικά φορτισμένο. Στην επιστολή προς τον διευθυντή του «Έθνους», δεν αγανακτεί τόσο για την απορριπτική άποψη, που ο Φωτιάδης, παρακινημένος από τον Μελά, εκφράζει για τον ίδιο, ούτε για την επιγραμματική ετυμηγορία του: “Είναι ποιητής ο Καβάφης, αληθινός ποιητής.” Αλλά για την περιφρονητική αναφορά στους κορυφαίους της ελληνικής πεζογραφίας: “Μα δε μιλάμε γι’ αυτούς τους αιώνιους χωριάτες με τις φουστανέλες και τη στοιχειώδη ψυχολογία, που είναι συνήθως τόσο πτωχή.”
Την ίδια χρονιά (3 Ιουλ. 1928), σε επιστολή προς τον Ξενόπουλο, γίνεται ειρωνικός: “Όσο και αν είσαι, πολύ σωστά για την πνευματική σου ανεξαρτησία και το προς τους νέους λύγισμά σου, ενθουσιασμένος και εσύ με τον Καβάφη... θα ιδής πως ένα μπουκέτο μενεξέδες είναι γοητευτικό για το άρωμά του και όχι για το μοντέρνο ύφος του.” Αφορμή του σχολίου στάθηκε η πρόσφατη τότε ποιητική συλλογή του συμβολιστή Γάλλου ποιητή Χένρυ ντε Ρενιέ, «Flamma tenax», συνομήλικου του Καβάφη. Η επόμενη επιστολή προς Ξενόπουλο, με αναφορά στον Καβάφη (24 Φεβ. 1930), γίνεται με αφορμή την απάντηση του Ρομαίν Ρολάν σε σχετική ερώτηση γαλλικού περιοδικού ότι “ο Κωστής Παλαμάς είναι ο μεγαλύτερος από τους ζωντανούς ποιητές της Ευρώπης”. Ο Παλαμάς φαίνεται να φέρει πολύ βαρέως την αδιαφορία των γηγενών λογοτεχνικών κύκλων για την μετάφραση δικών του ποιημάτων. Αναφέρεται “στα κοντύλια των Άλκηδων Θρύλων και των Πέτρων Χάρηδων”, που υποστήριζαν πως “μόνο τα ποιήματα του Καβάφη, όταν θα μεταφραστούν, θα συναρπάσουν την Ευρώπη”.
Η τελευταία αντίθεση στη σχέση τους προέκυψε και πάλι με αφορμή αφιερωματικά τεύχη περιοδικών. Το δεύτερο αφιέρωμα αμφοτέρων είναι από το ίδιο αιγυπτιώτικο γαλλόφωνο περιοδικό, το «Semaine Egyptienne». Και πάλι, προηγήθηκε του Καβάφη (25 Απρ. 1929) και ένα χρόνο αργότερα (15 Απρ. 1930), δημοσιεύθηκε του Παλαμά. Ενδιαμέσως, δυο επιστολές του Παλαμά δείχνουν, πλαγίως, η πρώτη προς τον Γεν. Πρόξενο  στο Κάιρο, Ξενοφώντα Στελλάκη, ευθέως, η δεύτερη προς τον Γιώργο Κατσίμπαλη, τον γιο του αγαπημένου του φίλου Κωνσταντίνου, πόσο του στοιχίζει ο παραγκωνισμός του. Σε αυτήν την περίοδο της ζωής του, ο Παλαμάς στενοχωριέται, αλλά και χαίρεται σαν μικρό παιδί. Τον ενθουσιασμό του για το δικό του αφιέρωμα τον δείχνει με μία δεύτερη επιστολή προς τον Κατσίμπαλη (23 Απρ. 1930) και την ευχαριστήρια προς τον εκδότη του περιοδικού, Νίκο Σταυρινό (17 Μαΐ. 1930).
Πρόθεσή μας στην ανασύνθεση της ιδιότυπης διαμάχης Παλαμά-Καβάφη ήταν να δείξουμε, πως η επικρατούσα άποψη δεν συμβαδίζει με τα στοιχεία που διαθέτουμε. Συνοψίζοντας, ο Παλαμάς ήταν αυτός, που πρώτος ανησύχησε,   συνειδητοποιώντας, στην αρχή της δεκαετίας του ’20, την απήχηση του Καβάφη στην Αθήνα. Όσο μάλιστα,  αυτή η απήχηση στους κύκλους των διανοουμένων της εποχής μεγάλωνε, τόσο εκείνος περνούσε από την άμυνα στην επίθεση. Πάντοτε, όμως, από τη θέση του κριτικού, παραμένοντας φειδωλός στο δημόσιο λόγο του. Από την πλευρά του, ο Καβάφης, απηλλαγμένος από τις υπαλληλικές του υποχρεώσεις στην Υπηρεσία Αρδεύσεων από τις 31 Μαρ. 1922, ένα μήνα πριν συμπληρώσει τα 59, διεκδικεί με τον τρόπο του εδραίωση στον αθηναϊκό Τύπο. Αυτό, χωρίς συνεντεύξεις ή αρθρογραφία. Το δικό του μεγάλο ατού είναι αυτό που σήμερα αποκαλούμε δημόσιες σχέσεις. Στην περίπτωσή του, σήμαινε διαπροσωπικές επαφές, επωφελούμενος από την εικόνα του ιδιόρρυθμου αλεξανδρινού ελιτίστα, που είχε καλλιεργήσει. Τελικά, η αντιπαράθεση Παλαμά-Καβάφη μοιάζει περισσότερο με παρτίδα σκακιού παρά με πετροπόλεμο. Βρίσκονται αντιμέτωποι δυο γκραν μετρ, ο παρορμητικός Μεσολογγίτης εναντίον του συγκρατημένου, αγγλιστί cool, Αλεξανδρινού.

Μ. Θεοδοσοπούλου
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet