Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Αν έχετε ακόμη αμφιβολίες για το τι επεφύλασσε εξ αρχής αυτή η κυβέρνηση στην κοινωνική πλειοψηφία αναζητήστε την απάντηση στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ. Δημοσιεύτηκε την Τετάρτη και αποκαλύπτει, διατυπωμένο στην αδιάψευστη γλώσσα των αριθμών, το τεράστιο πλήγμα που υπέστησαν τα εισοδήματα των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων κατά κύριο λόγο από τον πληθωρισμό, την ακρίβεια και το κόστος της ενέργειας.

Από τον Απρίλιο μέχρι σήμερα ο κατώτατος μισθός, ο οποίος στην Ελλάδα είναι κάτω από το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, έχασε το 19% της αγοραστικής του δύναμης. Μέσα στο 2022 οι απώλειες αγοραστικής δύναμης για τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα έως 750 ευρώ φτάνουν στο 40%, και το 14% για τα νοικοκυριά με εισόδημα έως 1.100 ευρώ. Στα άλλα εισοδηματικά κλιμάκια οι απώλειες είναι μικρότερες από 11%,  και βαίνουν μειούμενες όσο αυξάνεται το εισόδημα. Την ίδια ώρα, σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας (Σύστημα «ΗΛΙΟΣ»), 652.874 συνταξιούχοι (26,5%) έφτασαν τον Οκτώβριο, με τη σύνταξή τους στα 470 ευρώ καθαρά, στα πρόθυρα της επαιτείας.

Σε ό,τι αφορά το παραγόμενο εισόδημα και πώς αυτό επιμερίζεται στη μισθωτή εργασία και στα κέρδη, η σχέση βαίνει σταθερά σε βάρος της πρώτης. Συγκεκριμένα, με εξαίρεση το δεύτερο τρίμηνο του 2020, το μερίδιο των μισθών μειώνεται σταθερά ήδη πριν από τον πληθωρισμό. Αντιθέτως, από το πρώτο τρίμηνο του 2020 και μετά, το μερίδιο των κερδών αυξάνεται σταθερά. Ως αποτέλεσμα, η ανισότητα διευρύνεται συνεχώς, με το φτωχότερο 40% του πληθυσμού να κατέχει όλο και μικρότερο κομμάτι του συνολικού πλούτου. Το μερίδιό του από 6,5% το 2009, πριν την οικονομική κρίση, μειώθηκε σε 4,5% το 2019. Αντιθέτως, το μερίδιο του πλουσιότερου 10% του πληθυσμού βαίνει σταθερά αυξανόμενο από την προ κρίσης περίοδο. Το 2019 έφτασε 41,3%, έναντι 38,8% το 2009, αύξηση 3,3 μονάδες, μέσα στην κρίση.

Αναφορικά με το κόστος της ενέργειας, με κριτήριο το ποσοστό που αντιπροσώπευαν οι δαπάνες για ηλεκτρικό και για φυσικό αέριο στο εισόδημα των νοικοκυριών το πρώτο εξάμηνο του 2022, η Ελλάδα έχει τη δεύτερη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε. στην επιβάρυνση των νοικοκυριών από τους λογαριασμούς ρεύματος και την τρίτη χειρότερη επίδοση στην επιβάρυνση από λογαριασμούς φυσικού αερίου. Η επιβάρυνση των νοικοκυριών ξεπερνούσε το εξάμηνο αυτό το 6% του διαθέσιμου μηνιαίου εισοδήματος, όταν το ίδιο διάστημα οι εγχώριοι πάροχοι φυσικού αερίου είχαν το δεύτερο υψηλότερο περιθώριο κέρδους στην Ευρώπη.

Πρόκειται, όπως δήλωσε η Έφη Αχτσιόγλου, τομεάρχης Οικονομικών της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, για μια ακόμη κρίση που βιώνει η ελληνική κοινωνία, «την κρίση της πολιτικής Μητσοτάκη, που συνδυάζει τα χαμηλά εισοδήματα και τις ακραίες ανατιμήσεις.  Αυτό το μείγμα αφαίμαξης των εργαζομένων και των νοικοκυριών, με ταυτόχρονη εκτίναξη των ολιγοπωλιακών υπερκερδών, δεν κρύβεται σε κανένα ‘‘καλάθι’’ εξαπάτησης.  Μόνη διέξοδος, η πολιτική αλλαγή».

Ακριβώς η πολιτική αλλαγή, που, αυξανόμενη ως πιθανότητα, ακολουθεί κατά πόδας την παρατεταμένη ακρίβεια, τη διογκούμενη δυσαρέσκεια των πολιτών και το ενδεχόμενο όλο αυτό ακόμη και να επιδεινωθεί έως τις εκλογές, ανησυχεί πλέον σοβαρά το Μαξίμου. Ανησυχία που απηχεί και στη φιλική προς την κυβέρνηση αρθρογραφία, η οποία κάνει λόγο για «σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα σε εξέλιξη», για μια «υπό διαμόρφωση νέα κοινωνική κρίση», που απαιτεί (Εργαζόμενοι στην πρέσα, Το Βήμα Online,  02.11.2022 – 20:40) «στοχευμένες παρεμβάσεις για την ενίσχυση της θέσης των μισθωτών, τη δικαιότερη κατανομή του κόστους από τον πληθωρισμό, την προστασία της κοινωνίας από τις αυξήσεις σε βασικά αγαθά όπως είναι το ενεργειακό κόστος» και ζητά «η κατάσταση των νοικοκυριών και των μισθωτών να μπει στο κέντρο της συζήτησης για το μέλλον της χώρας».

Ξέρουν και στο Μέγαρο Μαξίμου να «διαβάζουν» την αδιάψευστη γλώσσα των αριθμών.

Και βλέπουν ότι στη δημοσκοπική έρευνα της MRB για λογαριασμό του OPEN, που δημοσιοποιήθηκε  την Πέμπτη, το 51,9% των ερωτηθέντων θεωρεί ως σημαντικότερο το θέμα της ακρίβειας, για την αντιμετώπιση της οποίας το 61,1% δεν πιστεύει ότι μπορεί να συμβάλει το περίφημο «καλάθι του νοικοκυριού».

Βλέπουν ότι στο ερώτημα ποιος μπορεί να χειριστεί καλύτερα θέματα οικονομίας, ζητήματα ακρίβειας/αισχροκέρδειας, διαφάνειας/διαφθοράς, το  30,6% δηλώνει εμπιστοσύνη στον Αλέξη Τσίπρα, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να έπεται  με 29,4%.  Βλέπουν ότι ανάλογη είναι η εικόνα και στα θέματα στήριξης τους εισοδήματος των μικρομεσαίων, όπου ο Αλέξης Τσίπρας προηγείται με 34,7%.

Βλέπουν ότι σε δύο επίσης πρόσφατες δημοσκοπήσεις (30 Οκτωβρίου), της ΜARC για τον ΑΝΤ1 και της Pulse για τον ΣΚΑΪ, στην πρόθεση ψήφου προηγούνται του ΣΥΡΙΖΑ, στη μεν πρώτη με 32,4% έναντι 23,7%, στη δε δεύτερη με 33,5% έναντι 26%. Αλλά δεν παραβλέπουν ότι στο ερώτημα της Pulse  αναφορικά με τα μέτρα της κυβέρνησης για την ακρίβεια, η αξιολόγηση είναι αρνητική σε όλες τις κατηγορίες, από το ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο μέχρι τα καύσιμα και τα είδη διατροφής, με ποσοστά από  51% έως 58%. Ούτε ότι στο ερώτημα της MARC για το τι ανησυχεί περισσότερο τους πολίτες, η απάντηση του 84,5% ήταν η ακρίβεια, οι ανατιμήσεις και ο δύσκολος χειμώνας.

Δύσκολος χειμώνας, ομολογουμένως, και για το Μαξίμου. Που διατυμπανίζει σε όλους τους τόνους ότι η στήριξη της κοινωνίας θα συνεχιστεί για όσο χρειαστεί, αλλά, βεβαίως κυρίες και κύριοι, εντός των επιτρεπτών δημοσιονομικών ορίων.

Σε αισθητά χαμηλότερους τόνους το τελευταίο αυτό. Έχουν επίγνωση του ότι, ακόμη και αν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και τα κονδύλια του ΕΣΠΑ αφιχθούν πριν τις εκλογές (την άνοιξη;), το θετικό για τη ΝΔ αποτύπωμα της διανομής τους θα προκύψει πολύ αργότερα.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet