Το 1934, το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας απονεμήθηκε στον Λουίτζι Πιραντέλο. Στην πατρίδα του βρισκόταν στην εξουσία ο Μουσολίνι και, όταν το 1934 ο μεγάλος δραματουργός πέθανε, ο δικτάτορας της Ιταλίας σε μια προσπάθεια να εκμεταλλευτεί τη φήμη του νεκρού, ζήτησε να του γίνει μια «μεγαλοπρεπής φασιστική κηδεία». Δυστυχώς όμως για εκείνον ο ίδιος ο Πιραντέλο είχε ζητήσει να ταφεί φτωχικά, το σώμα του να καεί και η στάχτη του να ταφεί σε έναν βράχο στην πατρίδα του, τη Σικελία. Η επιθυμία του ικανοποιήθηκε κατά το ήμισυ καθώς το σώμα του κάηκε αλλά η τεφροδόχος με την τέφρα του τοποθετήθηκε σε νεκροταφείο στη Ρώμη.

Πέρασαν 10 χρόνια. Στο μεταξύ ξέσπασε ο πόλεμος, η Ιταλία ηττήθηκε και ο Μουσολίνι συνελήφθη και εκτελέστηκε από τους παρτιζάνους. Ενώ η χώρα προσπαθεί να ορθοποδήσει, φθάνει στη Ρώμη ένας δημοτικός υπάλληλος από τον Δήμο Αγκριτζέντο της Σικελίας και ζητά από τον δήμαρχο της πρωτεύουσας να επιτρέψει να μεταφέρει την τέφρα του Πιραντέλο στην πατρίδα του για να ταφεί σύμφωνα με την επιθυμία του. Από τη στιγμή που παραλαμβάνεται η τεφροδόχος ξεκινά μια μικρή οδύσσεια. Φορτώνεται σε αεροπλάνο αλλά ξεφορτώνεται όταν οι δεισιδαίμονες συνταξιδιώτες αντιδρούν. Κατά τη μεταφορά με το τρένο χάνεται μέσα στα βαγόνια. Όταν φτάνει στη Σικελία, ο παπάς αναρωτιέται, πως θα ευλογήσει έναν αμφορέα! Ο οποίος τοποθετείται μέσα σε φέρετρο για ξεπεραστεί το εκκλησιαστικό πρόβλημα. Μόνο που το φέρετρο είναι παιδικό! Τελικά παρά τις δυσκολίες η τεφροδόχος τοποθετείται στη σχισμή ενός βράχου εκπληρώνοντας έτσι την τελευταία επιθυμία του Λουίτζι Πιραντέλο.

Στα 92 του χρόνια, ο Πάολο Ταβιάνι γυρίζει ένα κομψό κινηματογραφικό έργο τέχνης. Ο τίτλος της ταινίας είναι «Λεονόρα αντίο» (Leonora addio) και ο Πάολο την αφιερώνει στον αδελφό του Βιτόριο, που πέθανε το 2018. Ταυτόχρονα ο σκηνοθέτης αποτίει φόρο τιμής στον Πιραντέλο. Μπορεί αυτήν να είναι η πρώτη ταινία που ο Πάολο Ταβιανι γυρίζει χωρίς τον αδελφό του, αλλά η παρουσία του εκλιπόντος είναι καταλυτική καθώς το ύφος, η αισθητική, η ατμόσφαιρα και όλα όσα αγαπήσαμε στο σινεμά των Ταβιάνι είναι παρόντα.

Σινεμά ποιητικό, ανθρώπινο, με χιούμορ. Σινεμά κοινωνικό που πάντοτε κοιτάζει πλάι από τους χαρακτήρες του και παρατηρεί το ιστορικό περιβάλλον. Έτσι και εδώ βλέπουμε τη μεταπολεμική κατάσταση της Ιταλίας η οποία προσπαθεί να ορθοποδήσει. Βλέπουμε τη θρησκοληψία και τις δεισιδαιμονίες, τη φτώχια και τη μετανάστευση.

Είναι γοητευτικός ο τρόπος με τον οποίο κινηματογραφεί ο σκηνοθέτης. Σπάνια βλέπουμε τόσο ισορροπημένη γεωμετρία στα πλάνα, τόσο σαφή και καθαρή ματιά. Με θαυμάσια ασπρόμαυρη φωτογραφία, ο Ταβιάνι μας οδηγεί σε ολόκληρο το ταξίδι για να μετατρέψει τη φωτογραφία σε έγχρωμη προς το τέλος όταν, εμπνεόμενος από το διήγημα του Πιραντέλο «Το καρφί», το ενσωματώνει κινηματογραφικά στην ταινία. Πρόκειται για την ιστορία ενός φόνου που έγινε στο Μπρούκλιν για τον οποίο διάβασε στις εφημερίδες ο Πιραντέλο.

Ένας μεγάλος σκηνοθέτης, σκηνοθετεί ένα μικρό αριστούργημα. Διατηρώντας τη φρεσκάδα της νιότης του, ο Πάολο Ταβιάνι βάζει τα γυαλιά σε πολλούς νεότερους συναδέλφους του αποδεικνύοντας με τον πιο τρανταχτό τρόπο πως η ηλικία δεν είναι παρά ένας αριθμός!

 

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet