Η απόφαση της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη την περασμένη Δευτέρα να εκδώσει ψήφισμα που χαρακτηρίζει τη Ρωσία «κράτος τρομοκράτη» είναι μια πρόκληση. Για δύο λόγους. Διότι από τη Ρωσία δεν υπήρξε η παραμικρή αντίδραση. Επειδή με αυτήν κλείνει ο κύκλος μιας σειράς σημαντικών γεγονότων του πρόσφατου παρελθόντος της σύγκρουσης στην Ουκρανία.

Η αρχή του νήματος θα μπορούσε να είναι η Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου και το κατηγορηματικό «όχι» του προέδρου Μπάιντεν στην ερώτηση δημοσιογράφου αν η Ουάσινγκτον θα συμπεριλάβει, όπως ζητά το Κίεβο, τη Ρωσία στον κατάλογο με τα κράτη που θεωρεί «χορηγούς της τρομοκρατίας». Η συμπερίληψή της στη λίστα θα ήταν ένα «σημείο χωρίς επιστροφή», ικανό να οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση τις διμερείς σχέσεις Ρωσίας–Ηνωμένων Πολιτειών είχε, θυμίζουμε, διαμηνύσει η Μόσχα.

Θα μπορούσε επίσης να είναι η Τετάρτη 26 Οκτωβρίου και η ανοιχτή επιστολή με την οποία τριάντα μέλη του Κογκρέσου από την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος ζητούσαν από τον πρόεδρο Μπάιντεν να προχωρήσει σε συνομιλίες με τη Ρωσία για τον τερματισμό της σύρραξης στην Ουκρανία: «Σας καλούμε να συνοδεύσετε την οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη στην Ουκρανία με ενεργό διπλωματική προσπάθεια και να διπλασιάσετε τις προσπάθειές σας για να επιδιωχθεί ρεαλιστικό πλαίσιο για να συμφωνηθεί κατάπαυση του πυρός».

Η επιστολή αποσύρθηκε μετά από ισχυρές πιέσεις στους βουλευτές. Είχε, όμως, προλάβει να αναδείξει με τον πιο επίσημο τρόπο τον ευρύ προβληματισμό, ο οποίος είχε ήδη ξεκινήσει στις ΗΠΑ αναφορικά με την εξεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης στην Ουκρανία, και τον οποίο συμμερίζεται σημαντική μερίδα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Τον Οκτώβριο, ο επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή των Αντιπροσώπων Κέβιν Μακάρθι, είχε δηλώσει με έμφαση ότι αν το κόμμα του επικρατήσει στις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο στις 8 Νοεμβρίου, «δεν θα υπάρξουν άλλες λευκές επιταγές για το Κίεβο» με την αμερικανική οικονομία να βρίσκεται σε επιβράδυνση.

Οι Ρεπουμπλικάνοι, διαθέτοντας πλέον άνετη πλειοψηφία με 218 έδρες στη Βουλή, δεν προβλέπεται να μετακινηθούν από την προεκλογική δέσμευσή τους όταν αναλάβουν τον έλεγχο του σώματος τον Ιανουάριο.

Η υποχώρηση της Ρωσίας στο πεδίο των μαχών, με πιο πρόσφατη την αποχώρηση από τη Χερσώνα και τη δυτική όχθη του Δνείπερου, ερμηνεύεται από τις ΗΠΑ ως ένδειξη της πρόθεσης του προέδρου Πούτιν να διαπραγματευτεί. Σοβαροί αναλυτές θεωρούν ότι από την «δι’ αντιπροσώπου» αναμέτρηση της Αμερικής με τη Ρωσία δεν μπορεί να προκύψει νικητής.

Θα προκύψει, βεβαίως, ηττημένος –και αυτός δεν θα είναι άλλος από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο Λευκός Οίκος διακηρύσσει ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμιά συμφωνία χωρίς την Ουκρανία, όμως τι θα μπορούσε να κάνει ο Ζελένσκι αν οι επιλογές της Ουάσινγκτον επιβάλουν την αγνόησή του;

Ίσως αυτό που έκανε όταν πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της συνάντησης των επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών ΗΠΑ–Ρωσίας στην Άγκυρα, τη Δευτέρα 14 Νοεμβρίου: εξαπολύοντας την Τετάρτη 16 Νοεμβρίου δύο πυραύλους στην ανατολική Πολωνία, με νεκρούς δύο πολωνούς αγρότες, και διακηρύσσοντας σε όλους τους τόνους ότι οι πύραυλοι ήταν ρωσικοί.

Τον διέψευσε άμεσα η δήλωση του προέδρου Μπάιντεν, ο οποίος χαρακτήρισε «απίθανη» τη ρωσική ανάμιξη –και οι Πολωνοί, έμμεσα αυτοί, που έκαναν λόγο για «λάθος» των Ουκρανών. Συνέχισε, ωστόσο, να επιμένει ότι το χτύπημα ήταν ρωσικό, ουσιαστικά εγκαλώντας τον ίδιο τον ανώτατο εκπρόσωπο των κατεξοχήν υποστηρικτών του.

Πίστεψε ότι θα σύρει τους δυτικούς σε πόλεμο με τη Ρωσία; Μάλλον υπερεκτίμησε τα όρια του ρόλου που του έχει ανατεθεί. Σίγουρα τον ανησύχησε η επισήμανση του αρχηγού του αμερικανικού ΓΕΣ στρατηγού Μαρκ Μίλεϋ ότι η Ουκρανία δεν μπορεί ούτε να υπερισχύσει πολεμικά, ούτε να ανταπεξέλθει τον χειμώνα με κατεστραμμένες υποδομές, άρα τώρα είναι η ώρα για διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία. Πιθανότατα γνωρίζει ότι στη μυστική συνάντηση ΗΠΑ–Ρωσίας στην Άγκυρα ουσιαστικά συμφωνήθηκε μια διαρκής εκεχειρία που δεν θα αναγνωρίζει μεν ρητά τα εκατέρωθεν κέρδη, αλλά και δεν θα τα αμφισβητεί υπόρρητα. Οπωσδήποτε δεν του διαφεύγει το ενδεχόμενο μιας πολιτικής αλλαγής ανάλογης με τις αλλεπάλληλες έξωθεν υποκινημένες ανατροπές που κατέληξαν στην ανάδειξη του ίδιου στην προεδρία της Ουκρανίας.

Οι Αμερικανοί θεωρούν ότι η εκεχειρία θα παγιώσει τα κέρδη τους από τη σύρραξη, ανάμεσα στα οποία η ρήξη στις σχέσεις Ευρώπης–Ρωσίας δεν είναι το λιγότερο σημαντικό.

Οι Ρώσοι θα έχουν σημαντικά εδαφικά κέρδη σε μια περιοχή που αποτελεί τη βιομηχανική βάση της Ουκρανίας, και επίσης σημαντικά διευρυμένη πρόσβαση στο ευρύ μέτωπο των υδάτων του Εύξεινου. Η Κριμαία θα παραμείνει αδιαμφισβήτητα ρωσική, το Λουγκάνσκ και το Ντονέτσκ επίσης δεν θα αμφισβητηθούν.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ο εθνικιστικός πυρήνας που εκπροσωπεί θα πρέπει να αρκεστούν στο ψήφισμα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ, ενός χαλαρού, χωρίς καμιά αποφασιστική αρμοδιότητα, οργάνου «διασύνδεσης των εθνικών κοινοβουλίων για την προαγωγή του διαλόγου επί θεμάτων ασφαλείας».

Το «όχι» του προέδρου Μπάιντεν στις 5 Σεπτεμβρίου εξακολουθεί κατηγορηματικό –εξ ου και η σιωπή της Ρωσίας για το ψήφισμα. Όπως κατηγορηματική είναι η δήλωση του γ.γ. του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ στο New Statesman, μόλις προχθές Πέμπτη, ότι μόνο «στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων» μπορεί να τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Αυτά προς συνετισμό όσων εγχωρίως έχουν κατά καιρούς υπερβεί απερίσκεπτα το «σημείο χωρίς επιστροφή» ισχυριζόμενοι –όπως, π.χ., η κα Μπακογιάννη, την Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου, στον ΑΝΤ1, και ο πρωθυπουργός αδελφός της, την Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου ,στο Bloomberg– ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία λόγω της Ουκρανίας.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet