Της Μαρίζας Ντεκάστρο

 

Μια φορά κι έναν καιρό, γνώρισα ένα παιδί. Πιάσαμε την κουβέντα και το ρώτησα για τους φίλους του, πώς τα περνάει, κάτι τέτοια λέγαμε.

«Να σου πω, έναν φίλο έχω φανταστικό και είναι ο καλύτερος. Τον λένε, μη γελάσεις, Μ’αρέσει-να-βαριέμαι. Μαζί περνάμε τέλειες ώρες βαρεμάρας, οι δυο μας. Κάνουμε καταπληκτική παρέα!»

Για τον Μ’αρέσει-να-βαριέμαι είχα ακούσει πολλά παιδιά να λένε, γιατί ήταν και δικός τους φίλος.

 

Μια μέρα, εκείνο το παιδί βαρέθηκε ακόμα και τη βαρεμάρα του. Χάζεψε, μασούλισε από το ψυγείο, σύρθηκε από καναπέ σε πολυθρόνα και κάπου ανακάλυψε ένα κουβάρι σπάγκο. Τον ξετύλιξε, τον ξανατύλιξε, τον γέμισε κόμπους, τον έδεσε στα έπιπλα, πέρασε από κάτω, πήδηξε από πάνω και σκέφτηκε ότι, μα την αλήθεια, μπορούσε να παίξει χίλια παιχνίδια με τον σπάγκο. Πες πες και κάνε κάνε, έφτιαξε έναν λαβύρινθο που απλώθηκε σε όλα τα δωμάτια.

Το άλλο πρωί, μπήκε με όρεξη στον λαβύρινθο και… χαρτάκια κρέμονταν από τους κόμπους του. Παραξενεμένο το παιδί, είδε ότι έγραφαν ονόματα που δεν τα είχε ακουστά. Σ’ ένα χαρτάκι έγραφε «Τρελαντώνης», πιο πέρα διάβασε «Πίπη Φακιδομύτη», παρακάτω «Τομ Σώγερ». Πιο κει ήταν μια Αλίκη που πήγε στη χώρα των θαυμάτων, ένας Κάπτεν Χουκ, πειρατής με γάντζο για χέρι, κάποιος μικρός Νικόλας με την παρέα του. Πολλά ονόματα έγραφαν τα χαρτάκια, πάντως κανένα που να ξέρει! Ουφ, ποιοι ήταν όλοι αυτοί; Τι γύρευαν στο σπίτι του;

Ο Μ’αρέσει-να-βαριέμαι τον φώναξε να αράξουν και να βαρεθούν μια χαρά παρέα, όπως πάντοτε, γιατί καθόλου δεν τον ενδιέφεραν τα μυστήρια. Όμως το παιδί, που το έτρωγε η περιέργεια, τον έκανε πέρα και σπαζοκεφάλιασε ολημέρα για να βρει μια άκρη.

Όταν ξάπλωσε το βράδυ κι έσβησε το φως, τους άκουσε καθαρά δίπλα στο αυτί του. Με φωνές μυστικές και ψιθυριστές, τραγουδιστές, πότε πότε λίγο βροντερές, του είπαν τις ιστορίες τους, κι άλλες ιστορίες αλλονών.

 

Είμαι σίγουρη πως, εσύ που τώρα με διαβάζεις, ξέρεις ποιοι ήταν και πού θα τους έβρισκε το παιδί ώστε να λύσει το μυστήριο με τους κόμπους του λαβύρινθου. Ήταν πανεύκολο, αρκεί ο φιλαράκος μας να περπατούσε σε χάρτινους δρόμους, να λοξοδρομούσε ανάλογα με την όρεξή του και να προχωρούσε με φόρα σε καινούριες διαδρομές. Αν, επιτέλους, έμπαινε σε παραμύθια και μυθιστορήματα, εικόνες και γράμματα, αν γινόταν φίλος με γενναίους ιππότες, μάγισσες και πανέμορφες πριγκίπισσες, κακούς περίεργους τύπους, επαναστάτες, ποιητές, και βέβαια με παιδιά που του έμοιαζαν, τέλος η βαρεμάρα!

Σου λέω λοιπόν, πως όταν οι μικροί και οι μεγάλοι μπαίνουμε στον λαβύρινθο των βιβλίων είναι σαν να κάνουμε ένα ταξίδι που δεν έχει τελειωμό. Ταξίδι σήμερα, ταξίδι αύριο και μεθαύριο και κάθε μέρα μέχρι να γεράσουμε.

Και ζήσανε τα βιβλία του λαβύρινθου καλά κι εμείς καλύτερα.

 

ΥΓ. Κάποια στιγμή, ο Μ’αρέσει-να-βαριέμαι τρύπωσε σ’ ένα μυαλό συγγραφέα και έγινε, μαντεύεις τι;

 

Μαρίζα Ντεκάστρο Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet