Τα δέντρα

 

Toυ Μανώλη Νικόλτσιου

 

Ολόκληρο το χωριό ζούσε από τα δέντρα. Γενιές και γενιές, άνθρωποι γεννιούνταν, μεγάλωναν και πέθαιναν καλλιεργώντας έλατα. Αν δεν ήταν αυτά, το χωριό θά ’χε ερημώσει. Αλλά όσο υπήρχαν τα δέντρα, του έδιναν ζωή.

Τα πρώτα δέντρα τα είχαν φυτέψει οι πρόγονοι τους πολλά χρόνια πριν. Χέρσα χωράφια, ανάμεσα σε πέτρες και σε απότομες πλαγιές. Ποιο άλλο φυτό θα άντεχε; Μόνο τα έλατα. Κι έτσι γεμίσαν τα μικρά τους χωράφια με δέντρα. Και τα χωράφια τους, που έφταναν μέχρι τις αυλές τους, πια δεν τα ξεχώριζες. Χωριό και δάσος, δάσος και χωριό τώρα ήταν ένα.

Για άνθρωπο το λογάριαζαν όλοι το δάσος κι όχι για στοιχείο της φύσης, του λέγανε «ευχαριστώ» κάθε πρωί που ξυπνούσαν και αντί για τις εικόνες στον τοίχο, κοιτούσαν αυτό από το παράθυρο σαν έκαναν την προσευχή τους πριν πέσουν για ύπνο.

Και το δάσος, άνθρωπος μπορεί να μην ήταν, αλλά σαν να την ένιωθε την αγάπη και την ευγνωμοσύνη και τους τα έδινε πίσω διπλά. Πλούσιες σοδειές, καλά δέντρα, και δουλειά να θρέφει τις οικογένειες όλο τον χρόνο, γιατί με το που πουλούσαν και το τελευταίο έλατο, έπρεπε την ίδια μέρα να αρχίσουν το σκάλισμα και το φύτεμα των δέντρων για τις επόμενες γιορτές.

 

Έτσι, εκείνο το πρωί που ξύπνησαν και είδαν τον ουρανό να μην έχει ξημερώσει, ψόφια πουλιά πεσμένα στις αυλές τους και μαραμένες τις βελόνες στα έλατα, που δεν είχαν προλάβει να κόψουν, έβαλαν το κακό με το νου τους. Το δάσος είχε θυμώσει και τους τιμωρούσε.

Από εκείνο το πρωί τα πράγματα μόνο χειροτέρευαν. Τα Χριστούγεννα πέρασαν, πέρασε κι ο χειμώνας. Χριστούγεννα περνούσαν και έρχονταν τα επόμενα, αλλά χρονιά τη χρονιά, τα δέντρα που κατάφερναν να μεγαλώσουν ήταν όλο και λιγότερα. Αν δεν ξεραίνονταν, τα κλαδιά τους μεγάλωναν μαύρα. Χρόνο τον χρόνο, τα γερά δέντρα, τα καλά, για πούλημα λιγόστευαν.

Στην αρχή τους φάνηκε καλό. Σπάνισαν τα δέντρα και τα πουλούσαν ακριβότερα. Σύντομα, όμως, λιγόστεψαν τόσο που δεν έφταναν για να ζήσουν όλοι, ούτε άξιζε τον κόπο να τα καλλιεργούν. Το χωριό άδειαζε.

 

Στην αρχή οι πρώτοι κάτοικοι έφυγαν διστακτικά, αφήναν μετά από χρόνια το χωριό και το δάσος που τους μεγάλωσε, ελπίζοντας πως τα πράγματα θα καλυτερέψουν και θα ξαναγυρίσουν. Αυτό όμως δεν έγινε. Τα χρόνια περνούσαν και το χωριό σχεδόν ερήμωσε από δέντρα και ανθρώπους.

Οι τελευταίοι κάτοικοι, αφού πουλήσαν για τελευταία φορά τα μοναδικά δέντρα που είχαν καταφέρει να μεγαλώσουν, μάζεψαν κι αυτοί τα πράγματά τους. Λίγο πριν φύγουν, στάθηκαν να κοιτάξουν το χωριό τους, άδειο πια. Κανένας άνθρωπος. Δέντρα πουθενά. Μόνο ένα έλατο, ξεραμένο, έστεκε στην άκρη του δρόμου. Έβαλαν μπρος τις μηχανές των αυτοκινήτων και κάποιος φώναξε ότι ήταν η ώρα να φύγουν.

 

 

Ένα παιδί, λίγο πριν μπει στο αυτοκίνητο, στάθηκε. Στα χέρια του κρατούσε ένα ξύλινο αστέρι βαμμένο με κίτρινη μπογιά. Κρέμασε το στολίδι στο μαυρισμένο κλαδί του δέντρου και από μέσα του υποσχέθηκε πως μια μέρα θα ξαναγυρίσει.

Το κλαδί του δέντρου σαν να κουνήθηκε και λίγο πράσινο χρώμα φάνηκε στις βελόνες του.

Το αυτοκίνητο ξεκίνησε και έφυγε μακριά.

 

Μανώλης Νικόλτσιος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet