Της Γλυκερίας Γκρέκου

Εικονογράφηση: Κωνσταντίνα Γαζέτη

 

 

Εκεί που ενώνεται η θάλασσα με την άμμο κάθισε να ξεκουραστεί ένα βότσαλο κι ένα αγόρι.

«Τι παράξενο, διάφανο βότσαλο! Μ’ αυτό θα βλέπω πια». Είπε το παιδί.

«Ένας καρχαρίας!» Τακ, τακ! Η καρδούλα. Πήρε το χέρι γρήγορα από το μάτι του. Ο καρχαρίας έγινε ψαράκι.

Στην αμμουδιά, κοίταξε τον ορίζοντα και είδε τα μάτια του παππού του!

Μετά, έστρεψε το κεφάλι στον ουρανό, το παιδί έκλεισε μεμιάς το μάτι του. Δεν άντεχε τόσο φως!

 Ένα παγωτό έλιωνε πάνω σε μια θεόρατη γλώσσα!

Το παιδί ζήλεψε, κατέβασε το χέρι από το μάτι του και ουπς! Το τεράστιο παγωτό έγινε μεμιάς ένα μικρό χωνάκι! Αλλά δεν ήταν δικό του.

Ύστερα, κοίταξε το μεγάλο χαμόγελο της μαμάς του. Δώρο δικό του.

Το μικρό παιδί ήταν βέβαιο πια πως η διάφανη πέτρα ήταν μαγική! Και την πήρε μαζί του.

 

 

Ο καιρός άλλαξε, το παιδί πήγε στο σχολείο, με ένα βότσαλο στην τσάντα.

Μια μέρα κοίταξε τις γραμμούλες, στο χαρτί. Τεράστια, γκρίζα μουντζούρα! Μια σβήστρα, πάει το γκρι.

Να, οι πρώτες σταγόνες. Ποτάμι βαθύ του φάνηκαν, μαζεύτηκε μην το παρασύρει!

Η γιαγιά γέμιζε με φρούτα το βάζο, μεγάλες, καφετιές σταγόνες στόλιζαν τα χέρια της. Κι έπειτα, σκέφτηκε πως τα τεράστια φρούτα μπορούσαν να χορτάσουν πολλά πεινασμένα παιδιά!

Το απόγευμα, αγνάντευε το λιμάνι, με τη μαγική πέτρα στο μάτι του.

«Γεια σου φίλε μου, θα ξανανταμώσουμε!», είπε το χελιδόνι και ψαλίδισε ένα σύννεφο.

«Χου! Χου!» Πελώριος καπνός έβγαινε από το στόμα του. Κατέβασε τη μαγική πέτρα από το μάτι του, είδε την ανάσα του.

 

 

Μέσα σε πολύχρωμα φώτα, το αγόρι, ζούσε στον κόσμο του! Τα πανύψηλα, χριστουγεννιάτικα δέντρα, φορτωμένα στολίδια κόντευαν να λυγίσουν από το βάρος της χαράς.

Ένας χιονάνθρωπος - γίγαντας, το περίμενε με ανοιχτά τα χέρια του. Το θεόρατο, καρότο, έστεκε καρφωμένο στη μύτη, δύο πελώριοι δίσκοι, κοιτούσαν γελαστά το παιδί.

Η πέτρα κρύωνε, την έβαλε στην τσέπη. Ο χιονάνθρωπος χαμήλωσε, το καρότο χώρεσε στην κατσαρόλα, τα τεράστια μάτια, έλειπαν από το παλτό του παππού.

Πρωτοχρονιά, παραφύλαγε να δει τον Άι Βασίλη. Αποκοιμήθηκε και σαν ξύπνησε ένα σούπερ κόκκινο αυτοκίνητο τον περίμενε. Έβαλε τη μαγική πέτρα στην πιζάμα του και έτσι χώρεσε στο μαξιλάρι του!

 

Πρωί βγήκε βόλτα στο ποτάμι. Χειμώνας, μια αχτιδούλα πρόβαλε! Κοίταξε ψηλά, η αχτίδα μεγάλωσε, η αλκυόνη ακούμπησε τα αυγά της σε ένα βράχο. Το αγόρι πήγαινε κάθε μέρα, το βότσαλο μεγάλωνε την αχτίδα, το πουλί ήταν ευτυχισμένο.

Η αμυγδαλιά ετοιμάστηκε να μπουμπουκιάσει. Η αχτίδα μίκρυνε.

«Πρέπει να περιμένεις την άνοιξη, μην βιάζεσαι να ανθίσεις!» την μάλωσε τρυφερά.

Η μαμά τού έπλεξε μια ασπροκόκκινη κλωστή, «Τρέξε να χαρείς τον κόσμο!»

Εκείνο βγήκε στην εξοχή, κοίταζε το χορτάρι, μα ήταν ζούγκλα, μια τίγρη ερχόταν καταπάνω του, έκανε πίσω, νιαρ, νιάρ! Ακούστηκε η γάτα!

 

 

«Ει, γεια σου! Ήρθαμε πάλι!» κελάηδησε από πάνω του ένα χελιδόνι και του έκλεισε το μάτι!

Στα χωράφια, πανύψηλες, κόκκινες παπαρούνες, θεόρατες μαργαρίτες, πελώρια χέρια φίλων, έπλεκαν όμορφα στεφάνια.

«Να μια, μέλισσα, με τα μελισσόπουλα!»

Το αγόρι έκλαψε. «Κοίτα μια μεγάλη κοκκινίλα στο χέρι!» Άφησε το βότσαλο στην άκρη, σταμάτησε να κλαίει.

Περνούσαν οι μέρες, σε χρυσά χωράφια. Τα παιδιά είπαν γεια χαρά.

Το αγόρι έφτιαξε τη βαλίτσα του, μια άλλη θάλασσα τους περίμενε τούτο το καλοκαίρι.

Στάθηκε εκεί που ενώνεται η θάλασσα με την αμμουδιά και άφησε το μαγικό βότσαλο για σένα.

 

Γλυκερία Γκρέκου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet