Αλμπέρτο Μάριο Μπάντι «Risorgimento - Μια ιστορία της ιταλικής εθνικής ενοποίησης 1796-1861», μετάφραση-εισαγωγή-σχόλια: Δημήτρης Δ. Αρβανιτάκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2022

 

Η λέξη Risorgimento, που προέρχεται με τη σειρά της από τη λέξη rissurezione (ανάσταση), σημαίνει Παλιγγενεσία. Η σημασία είναι διττή: αναφέρεται αφενός στο σύνολο των αγώνων που δόθηκαν για την ιταλική ανεξαρτησία και ενοποίηση στη διάρκεια του 19ου αιώνα, αφετέρου στην προσπάθεια ανάπτυξης μια εθνικής συνείδησης, μιας συλλογικής συναίσθησης του όρου nazione (έθνος). Η σημερινή Ιταλία, στα χρόνια του Μεσαίωνα, της Αναγέννησης και αργότερα, ήταν σε τέτοιο βαθμό πολυδιασπασμένη, που μπορούσε να γίνει λόγος, ανάλογα με την εντοπιότητα, για Λομβαρδούς, Πιεμοντέζους, Βενετούς, Τοσκανούς, Ρωμαίους κ.λπ., όχι όμως και για Ιταλούς. Είναι χαρακτηριστική εξάλλου η αποστροφή του συγγραφέα και διανοούμενου του Risorgimento, Μάσιμο Ντ’Αντζέλιο: «Τώρα που δημιουργήσαμε την Ιταλία, πρέπει να δημιουργήσουμε και τους Ιταλούς».

 

Στα τέλη του 18ου αιώνα, στην ιταλική χερσόνησο υπήρχαν δώδεκα διαφορετικοί κρατικοί σχηματισμοί. Σχηματικά, μετά την εισβολή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη το 1796-97, αυτοί είχαν διαμορφωθεί ως εξής: στον Βορρά, κάτω από τις Άλπεις, το ιταλικό Βασίλειο του Πιεμόντε, που περιλάμβανε και τη Σαρδηνία, αρχικά υπό την ηγεμονία του Κάρλο Αλμπέρτο και μετά του Βιττόριο Εμανουέλε Α’ του οίκου της Σαβοΐας. H Λομβαρδία και το Βένετο που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Tο Βασίλειο των δύο Σικελιών, που εκτεινόταν στον Νότο, με επίκεντρα τη Νάπολη και τη Σικελία, το οποίο τελούσε υπό γαλλική κυριαρχία, αρχικά του Βοναπάρτη και μετά την πτώση του τελευταίου, των Βουρβόνων. Tο Παπικό Κράτος με έδρα τη Ρώμη και, τέλος, μια σειρά από ημιανεξάρτητα πριγκιπάτα και δουκάτα.

Χωρίς να παραγνωρίζει τον ρομαντισμό ως εννοιολογικό πλαίσιο των μαζικών εθνικοπατριωτικών κινημάτων, ο συγγραφέας απορρίπτει τη ρομαντική/εθνικιστική ερμηνεία της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία οι Ιταλοί εξεγέρθηκαν ενωμένοι και αποτέλεσαν ένα ενιαίο σώμα κατά των καταπιεστών τους. Σύμφωνα με την πρότασή του, το risorgimento αντιμετωπίζεται ως μια πολυεπίπεδη, συγκρουσιακή πολιτικοπολιτισμική διαδικασία, ως ένα μαζικό κίνημα, στο πλαίσιο του οποίου συγκρούστηκαν εντελώς διαφορετικές θεωρήσεις για τη συγκρότηση (άρα και για την εννοιολόγηση) του ιταλικού έθνους, οι οποίες ωστόσο είχαν έναν κοινό στόχο: τη δημιουργία ενός κράτους για το ιταλικό έθνος. Όπως ορθά υπογραμμίζεται και στην εισαγωγή, ως ιστορικός ο Αλμπέρτο Μάριο Μπάντι, καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, αντλεί τα μεθοδολογικά του εργαλεία, μεταξύ άλλων, από τις θεωρίες της «επινοημένης παράδοσης» του Έρικ Χομπσμπάουμ και των «φαντασιακών κοινοτήτων» του Μπένεντικτ Άντερσον.

Το Risorgimento εμπερικλείει ιδέες που είναι απολύτως ασύμβατες μεταξύ τους. Μοναρχία εναντίον ρεπούμπλικας. Οργάνωση φιλελεύθερη και στηριγμένη στον πλούτο έναντι οργάνωσης δημοκρατικής κ.ο.κ. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι τέσσερις ήταν οι βασικές διαφορετικές θεωρήσεις που συγκρούστηκαν (ή και έδρασαν εντέλει από κοινού) για τη συγκρότηση του ιταλικού έθνους-κράτους. Καθεμιά από αυτές μπορεί να προσωποποιηθεί: η καρμπονερία και οι μυστικές σέκτες, με προεξάρχοντα τον ακαταπόνητο συνωμότη Τζουζέπε Ματσίνι (1805 - 1872), έναν «Μπλανκί πριν τον Μπλανκί», ο οποίος εργάστηκε προκειμένου να προσδώσει στην ιταλική ενοποίηση ρεπουμπλικανικό-συνταγματικό χαρακτήρα που να περιλαμβάνει ολόκληρο τον λαό. Tον πιο δημοκρατικό διεθνισμό του Τζουζέπε Γκαριμπάλντι (1807 - 1882), ο οποίος με τους εθελοντές του έσωσε την παρτίδα στο πεδίο των μαχών, όμως στην πολιτική αρένα τελικά περιθωριοποιήθηκε. Tον πραγματιστή κεντρώο ρεπουμπλικάνο Καμίλο Καβούρ (1810 - 1861), τον πρώτο πρωθυπουργό της Ιταλίας, ο οποίος από τη μια έβρισκε κοινούς τόπους συνεννόησης με τη φιλελεύθερη Αριστερά, ενώ, από την άλλη προωθούσε το σχέδιο της συνταγματικής μοναρχίας, που τελικά επικράτησε. Τέλος, τον Βιτόριο Εμανουέλε Α’ (1820 - 1878), θιασώτη μιας πεφωτισμένης μοναρχίας, που όμως αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι ήταν προς όφελός του να συνταχθεί με τους συνταγματικούς.

Πέρα από τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αντιφάσεις, το κίνημα του Risorgimento είχε εξαρχής να αντιμετωπίσει έναν πανίσχυρο κλοιό αντιπάλων: τη στρατιωτική δύναμη των Αυστριακών, τη συντηρητική επιρροή του καθολικισμού και του Πάπα (Κλήμης Ζ’, Πίος Θ’), που ήταν πρόθυμος να αναγνωρίσει μόνο τον εαυτό του ως πολιτικό, πέρα από πνευματικό, ηγέτη της Ιταλίας, τις ηγεμονικές βλέψεις των Γάλλων και την επαμφοτερίζουσα στάση του Λουδοβίκου Βοναπάρτη Γ’. Επίσης, έπρεπε να ξεδιαλύνει το δυσεπίλητο πρόβλημα της διαλεκτικής πόλης-υπαίθρου: το Risorgimento ήταν κυρίως ένα κίνημα των λαϊκών και αστικών τάξεων των πόλεων. Στην ύπαιθρο, στα αγροτικά στρώματα, η απήχησή του παρέμεινε περιορισμένη, εξαιτίας τόσο της επιρροής του παπισμού όσο και της αδυναμίας του ίδιου του κινήματος να εκφράσει αιτήματα για τη βελτίωση της ζωής των αγροτών (π.χ. αναδιανομή της γης, σε μια χώρα με βαθιά φεουδαλικά κατάλοιπα).

Όπως αναφέρεται και στις σελίδες του βιβλίου, «μια mission impossible, λοιπόν, ήταν το κίνημα του Risorgimento. Κι όμως, όποιος στην αρχή έτσι έβλεπε τα πράγματα, στο τέλος θα αναγκαζόταν να αλλάξει γνώμη: όπως συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις στην Ευρώπη, ένα κίνημα που φαινόταν καταδικασμένο να αποτύχει, κατόρθωσε να επιβληθεί, φτάνοντας μέχρι την οικοδόμηση ενός κράτους για το ιταλικό έθνος». Το κράτος που ιδρύθηκε το 1861, έμελλε στη συνέχεια να ολοκληρώσει την επικράτειά του με την επέκτασή του στο Βένετο (1866) και στη Ρώμη (1870).

Ο Αλμπέρτο Μάριο Μπόντι δεν εξατομικεύει το ιταλικό κίνημα της ανεξαρτησίας, αλλά το εγγράφει και το παρακολουθεί στην «Εποχή των Επαναστάσεων» (Χομπσμπάουμ). Το Risorgimento φιλτράρεται μέσα από τους απόηχους της Γαλλικής Επανάστασης, μέσα από την εμπειρία της Ρεπουμπλικανικής Τριετίας (1796-1799), την Ελληνική Επανάσταση, μέσα από τα φιλελεύθερα δίκτυα που αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη των Αυτοκρατοριών, τα επαναστατικά κινήματα του 1830 στη Γαλλία και του 1848-1850 ξανά στη Γαλλία, στη Βιένη, στην Ουγγαρία και αλλού.

Παρ’ όλα αυτά, ο συγγραφέας συμφωνεί με τους ιστορικούς που θεωρούν ότι το Risorgimento, παρ’ όλες τις σχεδόν ανέλπιστες κατακτήσεις του, παρέμεινε ανολοκλήρωτο, τόσο συνταγματικά (από τη στιγμή που ο βασιλιάς είχε εξουσίες) όσο και κοινωνικά (αφού δεν κατάφερε να προσφέρει διεξόδους στα προβλήματα κυρίως των αγροτικών στρωμάτων, που αποτελούσαν και την πλειοψηφία του λαού). Πολλά μεταγενέστερα προβλήματα που αντιμετώπισε η Ιταλία, όπως η άνιση ανάπτυξη και η διαίρεση Βορρά-Νότου, καθώς και η απουσία του κράτους από ολόκληρες περιοχές ήταν συνέπειες αυτού του γεγονότος. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αρκετοί ιταλοί διανοούμενοι, όπως ο Κρότσε, ο Τζεντίλε ή ο Βόλπε, αφιέρωσαν πολλές σελίδες στη μελέτη του κινήματος της ενοποίησης, στα επιτεύγματα και τις αδυναμίες του. Ένας από αυτούς ήταν βέβαια και ο Αντόνιο Γκράμσι: χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1949, δημοσιεύθηκε από τα Τετράδια της Φυλακής ένας ξεχωριστός τόμος με τον τίτλο Il Risorgimento.

 

Θανάσης Μήνας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet