Ένα 16χρονο αγόρι έχασε τη ζωή του στο Φάληρο την περασμένη Κυριακή, αφού αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι. Και παρότι η είδηση μπορεί να σοκάρει, καθώς οι αυτοκτονίες σπάνια προβάλλονται στη δημόσια σφαίρα, ή όταν συμβαίνει αυτό, συχνά γίνεται με λανθασμένο τρόπο (ρομαντικοποίηση, απόδοση αποκλειστικά ατομικών αιτιών κτλ), στην Ελλάδα παρατηρείται σημαντική αύξηση του φαινομένου τα τελευταία τρία χρόνια, σύμφωνα με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Αυτοκτονιών της Κλίμακας.

 

Αύξηση των περιστατικών

 

«Το 2022 απ’ ό,τι φαίνεται, έχουμε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση. Σε λίγο διάστημα θα επεξεργαστούμε τα στοιχεία σε βάθος και θα μπορούμε να πούμε περισσότερα, αλλά γενικότερα τα τελευταία τρία χρόνια μιλάμε για περίπου 500 με 600 αυτοκτονίες τον χρόνο, περίπου δηλαδή τρεις την ημέρα. Ταυτόχρονα, για κάθε μία αυτοκτονία που καταγράφεται, υπολογίζεται ότι γίνονται 15-20 απόπειρες, εκ των οποίων κάποιες καταλήγουν στο νοσοκομείο, αλλά οι περισσότερες δεν γίνονται καθόλου γνωστές. Το 15-20%, όμως, των ανθρώπων που θα κάνουν μία φορά απόπειρα, στο μέλλον όντως θα αυτοκτονήσουν. Πέραν των αυτοκτονιών, έχουμε και άλλες αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, όπως είναι οι αυτοτραυματισμοί. Ένα 20% των παιδιών ηλικίας 12-15 χρόνων αυτοτραυματίζονται και στο μέλλον αυτή η τάση μπορεί να διαφοροποιηθεί και να γίνει αυτοκτονικότητα. Μιλάμε για τρομακτικούς αριθμούς, όπως καταλαβαίνετε», περιγράφει στην «Εποχή» ο Κυριάκος Κατσαδώρος, ψυχίατρος και επιστημονικός διευθυντής της Κλίμακας.

Τα ποσοστά είναι πράγματι μεγάλα, παρότι, όπως σημειώνει ο ίδιος, «το 95% των αυτοκτονιών θα μπορούσαμε να τις έχουμε αποτρέψει, καθώς το 90% δίνουν προειδοποιητικά σημεία». Κανείς δεν αυτοκτονεί από τη μία μέρα στην άλλη, όπως εξηγεί. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που αυτοκτονούν, για ένα αρκετό διάστημα πριν, είναι εμφανές πως δεν νιώθει καλά. «Η αυτοκτονία πριν συμβεί, δείχνει τα σημάδια της και εκεί πρέπει να εστιάσουμε για να την αποτρέψουμε. Δεν γίνεται να αυτοκτονεί ένας άνθρωπος και ο περίγυρός του στην εργασία, την οικογένεια, την παρέα, να μην έχει καταλάβει τίποτα. Στις περισσότερες περιπτώσεις θα έχει δείξει τα συμπτώματά του, ξεκινά να απομονώνεται, να αποσύρεται, να είναι σκεπτικός, απόμακρος, απεριποίητος, οκνηρός, άυπνος. Με κάποιον τρόπο διαφοροποιεί τη συμπεριφορά του απ’ ό,τι την ξέραμε μέχρι τότε».

 

Οι κοινωνικοί παράγοντες της ασθένειας

 

Γιατί τότε συνεχίζεται όχι απλά να υπάρχει το φαινόμενο, αλλά και να διογκώνεται; Χονδρικά από άγνοια, αδιαφορία και βόλεμα.

Άγνοια όχι ως προς τις διαθέσεις και προθέσεις των ανθρώπων που πάσχουν, αλλά ότι αυτό που έχουν, συνιστά ασθένεια και όχι κάποιο καπρίτσιο, εγωισμό, εκδικητικότητα, δειλία και διάφορες άλλες κατηγορίες που αποδίδονται ανά καιρούς στους αυτόχειρες. «Την κατάθλιψη αν δεν την κατανοήσουμε ως ασθένεια, αλλά συνεχίσουμε να νομίζουμε πως είναι ένας άνθρωπος που απλά στεναχωρήθηκε πολύ για κάποιο λόγο, δεν θα βελτιώσουμε τίποτα, ούτε θα μπορέσουμε να απευθυνθούμε στην ευαλωτότητα που παρουσιάζουν», εξηγεί ο ψυχίατρος.

Συμπληρώνει δε πως η κατάθλιψη και κατ’ επέκταση η αυτοκτονικότητα δεν αφορά ούτε κάποια μικρή «προβληματική» ομάδα του πληθυσμού, ούτε τα αίτιά της είναι καθαρά ατομικά. «Πρέπει να υπάρξει σοβαρή ενημέρωση για την κατάθλιψη. Νομίζουμε ότι δεν θα έρθει ποτέ σε εμάς, αλλά το 45% των ανθρώπων θα βιώσουν κάποια στιγμή έστω και ένα καταθλιπτικό επεισόδιο. Επίσης, η αυτοκτονία είναι μια πολυπαραγοντική διεργασία. Ένα κομμάτι είναι η ευαλωτότητα των συγκεκριμένων ατόμων, η οποία όμως κινητοποιείται από διάφορες κοινωνικές διεργασίες, από στρεσογόνα γεγονότα, αστεγία, φτώχεια και πολλά άλλα. Κοινωνικοί παράγοντες δεν κινητοποιούν μόνο την κατάθλιψη και την αυτοκτονικότητα στους ανθρώπους, αλλά και τη βία, τον καρκίνο, τα αυτοάνοσα και πόσες άλλες ασθένειες. Αλλά άλλη αντιμετώπιση έχουν οι άνθρωποι που νοσούν από αυτά και άλλη όσοι νοσούν από κατάθλιψη και παρουσιάζουν αυτοκτονικές τάσεις».

 

Στίγμα και ατομικισμός

 

Και αυτή ακριβώς η διαφορετική αντιμετώπιση από τις άλλες ασθένειες είναι που δημιουργεί και συντηρεί έναν φαύλο κύκλο σιωπής και απομόνωσης των πασχόντων. Το στίγμα της τρέλας, του επικίνδυνου, της ντροπής, που μας οδηγεί αντί να βοηθήσουμε τους ασθενείς, να στρέψουμε αλλού το βλέμμα. «Η αυτοκτονία είναι μια τραγωδία που έχει το στίγμα και αυτό δεν μας αφήνει να δουλέψουμε για τη βελτίωση της κατάστασης. Σκεφτείτε ότι έχουμε αυτοκτονίες ακόμα και ασθενών μέσα στα νοσοκομεία, και δεν μιλάω για ψυχιατρικούς ασθενείς. Μία πραγματική συζήτηση να είχε γίνει μαζί τους για το πώς είναι, πώς νιώθουν με την κατάστασή τους, αν χρειάζονται βοήθεια, θα μπορούσαμε να τις είχαμε προλάβει. Αλλά αποφεύγουμε να ρωτήσουμε λόγω του στίγματος», σημειώνει ο Κυριάκος Κατσαδώρος.

Πέραν, βέβαια, του στίγματος, όπως επισημαίνει, η αδιαφορία μας προς τους ψυχικά πάσχοντες και τους εν δυνάμει αυτόχειρες οφείλεται και στον κυρίαρχο ατομικισμό της σύγχρονης κουλτούρας –συμπεριφορά και αντίληψη που ταυτόχρονα αποτελεί και γενεσιουργό παράγοντα ψυχικών ασθενειών.

«Όλοι μας θέλουμε να έχουμε δίπλα μας έναν άνθρωπο που να μας προσφέρει χαρά και χαμόγελο, να μας δίνει κάτι. Ξεχνάμε, βέβαια, ότι κι αυτός ο άνθρωπος θα χρειαστεί κάποια στιγμή βοήθεια. Υπερισχύει, όμως, η ατομικότητα, “εγώ να είμαι καλά”. Έτσι, τα προειδοποιητικά σημάδια κάποιου που αυτοκτονεί, συνήθως τα αγνοούμε και αδιαφορούμε, γιατί είμαστε χαμένοι μέσα στον δικό μας ατομικό κόσμο, τη ρουτίνα μας, ξεχνώντας τον γείτονα. Η ατομική λογική υπερισχύει πια σε όλα τα επίπεδα και η συλλογικότητα, που θα μπορούσε να βοηθήσει έναν συνάνθρωπό μας, δεν υπάρχει πλέον. Δεν είναι τυχαίο ότι σε κοινωνικές ομάδες που παρουσιάζουν μεγαλύτερη συλλογικότητα, είτε θρησκευτικές, είτε πολιτικές, κοινοτικές κτλ, παρατηρούμε λιγότερες αυτοκτονίες. Το ατομικό κινητοποιεί ακόμα περισσότερο την ευαλωτότητά μας, μας αφήνει μόνους μέσα σε ένα χάος που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα και δεν μπορούμε να το επικοινωνήσουμε κιόλας ότι νιώθουμε έτσι».

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως το 70% των αυτόχειρων είναι άνδρες, όπως σημειώνει ο ψυχίατρος, καθώς «κοινωνικά δεν έχουν μάθει να ζητάνε βοήθεια, να εκφράζονται συναισθηματικά και να μιλάνε. Έχουν μάθει να είναι πάντα επιφανειακά στιβαροί. Η καταπίεση των συναισθημάτων, της θλίψης, η μη αποδοχή αυτών των διαδικασιών, μπορεί να οδηγήσει στην επιλογή αυτού του βίαιου τέλους».

 

Απαραίτητη μια εθνική στρατηγική

 

Όπως μάλλον δεν είναι τυχαίο και πως σε έναν κόσμο «ευτυχιοκρατίας», που η δυστυχία και τα ψυχικά προβλήματα γίνονται αντιληπτά σαν προσωπικές αποτυχίες απλά, ενώ εκθειάζεται ο ατομικισμός και μια εμπορευματική, στρεβλή εικόνα ευτυχίας και αριστείας, δεν εφαρμόζεται καμία κεντρική πολιτική για το φαινόμενο των αυτοκτονιών και οι πάσχοντες αφήνονται στην τύχη τους.

«Είναι απαραίτητη η υιοθέτηση μιας εθνικής στρατηγικής κατά των αυτοκτονιών. Η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών έχουν τέτοιο σχεδιασμό. Εμείς εδώ –παρότι την έχουμε χρόνια έτοιμη, δεν είναι κοστοβόρα και παρά τις υποσχέσεις όλων των κυβερνήσεων ότι θα την εφαρμόσουν– ακόμα δεν έχουμε κάνει τίποτα. Εν τάχει, αυτή περιλαμβάνει από την εκπαίδευση γιατρών, εκπαιδευτικών, αστυνομικών σε ζητήματα ψυχικής υγείας, την καλύτερη καταγραφή των αυτοκτονιών, των απόπειρων, των αυτοτραυματισμών, την ύπαρξη ιατρικού φακέλου, τη συνέχεια της παρακολούθησης των ασθενών, μέχρι και την αναβάθμιση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Δεν είναι δυνατόν να βγαίνει κάποιος από ένα νοσοκομείο έχοντας περάσει κατάθλιψη ή ψυχωσικό επεισόδιο και να μην υπάρχει συνέχεια της παρακολούθησης, αλλά να συμβουλεύεται απλά να βρει μόνος του κάποιον λειτουργό ψυχικής υγείας. Πρέπει ακόμα να γίνουν δράσεις σε ειδικές πληθυσμιακές ομάδες που εμφανίζουν μεγαλύτερη αυτοκτονικότητα, όπως η τρίτη ηλικία ή η ομάδα των αστέγων, αλλά και να δημιουργηθούν κέντρα και γραμμές βοήθειας. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο το δικό μας στην Κλίμακα, που καθημερινά δεχόμαστε κλήσεις και δεν προλαβαίνουμε», περιγράφει συνοπτικά ο Κυριάκος Κατσαδώρος.

Υπενθυμίζει, δε, πως «πρώτα απ’ όλα πρέπει να θυμηθούμε την έννοια της ευθύνης απέναντι στον συνάνθρωπο, αλλά και ότι το πιο ωραίο πράγμα και αξιοπρεπές είναι να ζητάμε βοήθεια. Να μπορούμε όλοι να έχουμε μια συναισθηματική αμεσότητα και να επικοινωνούμε ό,τι έχουμε».

 

 

Εάν έχετε σκέψεις να προκαλέσετε κακό στον εαυτό σας, μπορείτε να πάρετε τηλέφωνο στη γραμμή αυτοβοήθειας στο 1018 (Γραμμή παρέμβασης για την αυτοκτονία – Κλίμακα). Αν είστε κάτω των 18 ετών, μπορείτε να πάρετε τηλέφωνο στο 1056 (Εθνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS – Χαμόγελο του Παιδιού). Οι γραμμές λειτουργούν σε 24ωρη βάση, όλες τις μέρες.

 

Πρόσφατα άρθρα ( Υγεία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet