Το ελληνικό κράτος επενδύει στον κατακερματισμό της αστυνομίας, προσβλέποντας μάλλον στα οφέλη από την ικανότητά του να λειτουργεί ως μεγάλος εργοδότης. Στη χώρα μας το προσωπικό που λειτουργεί υπό την ετικέτα «αστυνομία» αθροίζεται σε ένα σύνολο το οποίο αντιστοιχεί σε μια από τις μεγαλύτερες αναλογίες δημόσιας αστυνομίας προς γενικό πληθυσμό στο δυτικό κόσμο.

Τελευταίο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η συγκρότηση της δημοτικής αστυνομίας, ένα ένστολο σώμα, το οποίο θα λειτουργεί στο πλαίσιο των δημοτικών αρχών, αλλά το οποίο ο υπουργός Εσωτερικών διαφήμισε ως «κανονική» αστυνομία, αφού θα είναι εξοπλισμένο με κατασταλτικό εξοπλισμό και αρμοδιότητες. Είχε προηγηθεί η συγκρότηση της δικαστικής και της πανεπιστημιακής αστυνομίας.

Θα μπορούσε ίσως να παρατηρηθεί με κάποια χιουμοριστική διάθεση πως το 19ο αιώνα το ελληνικό κράτος διέθετε με παρόμοιο τρόπο περισσότερα αστυνομικά σώματα, μεταξύ των οποίων και δημοτική αστυνομία, την οποία διέλυσε με ένα νόμο του 1893 αντιμετωπίζοντας έτσι προβλήματα, τα οποία σήμερα θα κατατάσσαμε σε κατηγορίες προβλημάτων όπως αυτά της «διαφθοράς», των πελατειακών σχέσεων ή της αναποτελεσματικότητας.

Ας το πούμε όμως ευθέως: οι τύχες του ζητήματος της αστυνόμευσης στην Ελλάδα δεν κρίνονται από την δημιουργία περισσότερων ειδικών αστυνομιών, αλλά από την αντιμετώπιση του προβλήματος που λέγεται Ελληνική Αστυνομία. Ας μην ξεχνάμε ότι η τελευταία, ήδη από την ίδρυσή της, αλλά και από τις κατοπινές εξελίξεις, προσδιορίστηκε από το στρατοκρατικό χαρακτήρα της (η εισηγητική έκθεση του Ν. 1481 έκανε ανοιχτά λόγο για εσωτερικό «εχθρό»). Αυτό είναι ένα στοιχείο το οποίο καθιστά αδύνατη, για ιστορικούς και πρακτικούς λόγους, τη διαμόρφωση ενός αστυνομικού επαγγελματισμού ταγμένου στην επιδίωξη της ισονομίας, της προστασίας από την κοινωνική βλάβη, της βελτίωσης του αισθήματος ασφάλειας στην καθημερινή ζωή. 

Έστω και εάν το εξόφθαλμο πια πρόβλημα της αστυνομικής αυθαιρεσίας και καταχρηστικής βίας δεν προκαλείται από το σύνολο του προσωπικού της, συνολικά η οργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας αποτελεί μια βαριά γραφειοκρατική δομή, η οποία λειτουργεί με αδιαφάνεια, ελλιπή λογοδοσία και αμφίβολη αποτελεσματικότητα. Προάγονται έτσι οργανωτικές δομές και επιχειρησιακές πρακτικές, για των οποίων τη συμβολή σε υπαρκτές ανάγκες αντιμετώπισης της εγκληματικότητας και της διαφύλαξης της δημόσιας τάξης δεν υπάρχει ούτε ένα ίχνος τεκμηρίωσης. Αντίθετα, το πεδίο της αστυνόμευσης άγεται και φέρεται συστηματικά από αυθαίρετες πολιτικές επιλογές σκοπιμότητας.

Για παράδειγμα, είναι σήμερα γνωστό ότι αποψιλώνονται σε προσωπικό και μέσα τη τμήματα ασφαλείας, των οποίων η αποστολή έχει αποφασιστική σημασία στον έλεγχο της εγκληματικότητας που πράγματι επηρεάζει την καθημερινή ζωή, την ίδια στιγμή που έχει διογκωθεί το μέρος του προσωπικού που διατίθεται σε καθήκοντα δημόσιας τάξης και τη στελέχωση ειδικών μονάδων με αυξημένες κατασταλτικές δυνατότητες. Αναπαράγονται στο πλαίσιο αυτό συστήματα εκπαίδευσης, ένταξης και υπηρεσιακής εξέλιξης, τα οποία όχι μόνο δεν συμβάλλουν στη βελτίωση του επαγγελματισμού και του επιπέδου της  παρεχόμενης υπηρεσίας στους πολίτες, αλλά διαποτίζονται και από τις πάγιες παθογένειες της δημόσιας διοίκησης στη χώρα μας. Διαιωνίζονται έτσι και εργασιακές συνθήκες και υπηρεσιακές σχέσεις, οι οποίες έχουν  σοβαρές επιπτώσεις στην σωματική και ψυχική υγεία αλλά και στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς και των οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων του προσωπικού.

Η αναστροφή αυτής της κατάστασης, ζήτημα κρίσιμο και από τη σκοπιά της πολιτειακής δημοκρατικής τάξης, δεν θα είναι ζήτημα μερικών παρεμβάσεων και «μεταρρυθμίσεων» τεχνικής φύσης. Η πολιτική αριστερά θα πρέπει να διεκδικήσει ένα συνολικό επαναπροσδιορισμό της έννοιας της δημόσιας ασφάλειας ως περιορισμό της κοινωνικής βλάβης στη βάση των αξιών της δημοκρατικής ελευθερίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της συμπεριληπτικότητας, του δημοκρατικού ελέγχου, της κοινωνικής πρόληψης του εγκλήματος. 

Ένα τέτοιο πρόγραμμα, εάν επιδιωχθεί και από κυβερνητικές θέσεις, θα πρέπει να περιλαμβάνει και μια δραστική αναθεώρηση των προτεραιοτήτων του οργανισμού και ανακατανομή του προσωπικού της αστυνομίας σε αντίστοιχη κατεύθυνση. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να αποτελεί ένα πολιτικό και κυβερνητικό πρόγραμμα το οποίο θα προσεγγίζει το πρόβλημα αστυνομία με όρους όχι νομής και διαχείρισης της εξουσίας, αλλά ως άνοιγμα δρόμων πέρα από την υπαρκτή αστυνομία. 

 

Γιώργος Παπανικολάου Ο Γιώργος Παπανικολάου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο πανεπιστήμιο Northumbria της Μεγάλης Βρετανίας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet