Η ειδησεογραφία βρίθει κάθε βδομάδα από περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, τα περισσότερα από τα οποία δεν διερευνώνται, διαιωνίζοντας την ατιμωρησία. Ακόμα και όταν ασκηθούν διώξεις στους δράστες, στην πλειονότητά τους αθωώνονται ή πέφτουν στα μαλακά. Και ξανά γινόμαστε μάρτυρες νέων περιστατικών, μένοντας εγκλωβισμένοι σε έναν φαύλο κύκλο καταστολής.

Ζητήσαμε από τους πανεπιστημιακούς Σοφία Βιδάλη, Γιώργο Παπανικολάου και Χάρη Παπαχαραλάμπους να μας απαντήσουν στο κεντρικό ερώτημα: Έχουν νόημα οι επιμέρους αλλαγές στην Ελληνική Αστυνομία ή επιβάλλεται μια συνολική μεταρρύθμιση; Μπορεί εν τέλει να αλλάξει η αστυνομία; Η συμβολή της Ζαχαρούλας Τσιριγώτη περιλαμβάνει τη συνοπτική παρουσίαση της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για τη μεταρρύθμιση στην αστυνομία. Τους/τις ευχαριστούμε θερμά, καθώς τα κείμενά τους αποτελούν μια βάση συζητήσεων που πρέπει να οργανωθούν για το τι αστυνομία πρέπει να έχουμε.

 

«Ε»

 

 

Ενώ η ελληνική κοινωνία βομβαρδίζεται καθημερινά σχεδόν από υποθέσεις μεγάλης παρανομίας υπεράνω υποψίας αξιωματούχων και υπηρεσιών, εξακολουθεί να έχει ιδιαίτερο βάρος η λειτουργία της αστυνομίας, καθώς προέρχεται και από εκεί ένα άλλο μέρος της παρανομίας που προκαλεί ρωγμές στην κοινωνική συνοχή. Το ερώτημα εδώ δεν είναι αν η αστυνομία είναι εργαλείο του κράτους, αλλά αν οι πρακτικές μέρους της αστυνομίας είναι παράνομες καθαυτές, αν η παρανομία είναι προβλέψιμη και αποδεκτό ότι θα επέλθει, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους λειτουργίας της αστυνομίας. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά είναι κατά τη γνώμη μας καταφατικές και οδηγούν στην εκτίμηση ότι οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στην αστυνομία δεν μπορούν να ανατραπούν πια με επιμέρους και τεχνικού χαρακτήρα προτάσεις, αλλά μόνο με ένα νέο συνολικότερο αφήγημα για την αστυνομία και τα σώματα τάξης και ασφαλείας στην Ελλάδα που λειτουργούν σε διάφορα επίπεδα.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα τελευταία χρόνια επιτεύχθηκε η μεγαλύτερη διεύρυνση αρμοδιοτήτων αστυνομικής εξουσίας και η δημιουργία πλήθους εξειδικευμένων σωμάτων αστυνομίας εκτός και εντός της ΕΛ.ΑΣ. από τη μεταπολίτευση και μετά. Αυτή η διεύρυνση δεν γίνεται, όμως, για το λόγο που επίσημα διατυπώνεται, αλλά μάλλον υπό το βάρος πολιτικών σκοπιμοτήτων και κατά βούληση: έτσι, η σύσταση δικαστικής αστυνομίας, υποβάθμισε τη δυνατότητα ανακριτικής έρευνας σε μια αστυνομία δικαστηρίων, η πρόσφατα θεσπισθείσα δυνατότητα οπλοφορίας της δημοτικής αστυνομίας απομάκρυνε κάθε δυνατότητα ειρηνικής αστυνόμευσης στα αστικά κέντρα για χαμηλής απαξίας παραβάσεις.

Ειδικότερα, όμως στην Ελληνική Αστυνομία συμβαίνουν μεταξύ άλλων και ειδικότερα φαινόμενα διαμόρφωσης «ιδεατών τύπων αστυνομικών», μέσω δημιουργίας αλλεπάλληλων ιδιαίτερων ομάδων που στελεχώνονται από ιδιαίτερες προσλήψεις πλήθους προσωπικού «δεύτερης κατηγορίας»: δηλαδή, προσωπικού που ουσιαστικά είναι ανεκπαίδευτο αλλά οπλοφορεί, που εισάγεται με μόρια, εκτός συστήματος πανελλαδικών εξετάσεων, προσωπικού που ακόμα και όταν εισάγεται στην αστυνομική ακαδημία, θα υποβάλλεται σε καθεστώτα στρατιωτικής ιεραρχίας και διαχωρισμού μεταξύ του ανώτερου και κατώτερου προσωπικού, που είναι απολύτως ακατάλληλα για τη λειτουργία αστυνομίας· προσωπικού που δεν θα μπορεί να  εξελιχθεί ποτέ στην ανώτερη ιεραρχία του σώματος (για αυτό το ονομάζω «δεύτερης κατηγορίας») και προορίζεται, να κάνει μόνο την πολύ δύσκολη ή βρώμικη δουλειά της καταστολής ή εκείνην της επίδοσης εγγράφων, που θα ξέρει το «δρόμο» καλύτερα από όλους, αλλά δεν θα μπορεί να αξιοποιήσει πουθενά αυτή τη γνώση, που θα μπορεί να αντέχει ένα ημιστρατιωτικό καθεστώς εργασίας, μόνο μέσα από την χαοτική αστυνόμευση και τη βία. Έτσι νέοι άνθρωποι «μυούνται» στην διαχείριση της υπερβάλλουσας βίας που τη συνηθίζουν τόσο πολύ, ώστε να θεωρείται συχνά «φυσιολογική». Δεν ξέρω αν κάποιος έχει λόγο να υπερηφανεύεται για όλα αυτά, αλλά έχει σημασία, ότι όλα αυτά δεν είναι μονόδρομος, μπορούν και πρέπει να αλλάξουν.

Ο περιορισμός της εξουσίας του υπουργείου δημόσιας τάξης (το προστασίας του πολίτη ακούγεται ως ειρωνεία πια), ο περιορισμός του αριθμού των αστυνομικών δυνάμεων και η αξιοποίηση του προσωπικού αυτού αλλού, η ομοιογενοποίηση των όρων ένταξης και εκπαίδευσης του προσωπικού και η κατάργηση αστυνομίας πολλών ταχυτήτων σε κάθε ένα από αυτά τα σώματα, το σύστημα και οι προσανατολισμοί της εκπαίδευσης, η διαδικασία κρίσεων, η πρόληψη της αντιμετώπιση της διαφθοράς στην αστυνομία μέσω διοικητικών μεταβολών, αποτελούν μερικές μόνο από τις προτάσεις που θα μπορούσαν να συζητηθούν. Στόχος πρέπει να είναι μια επιστροφή στη νομιμότητα της ίδιας της αστυνομικής δράσης, η υπέρβαση της καταστολής ως μοναδικής επιλογής, η ανάπτυξη σοβαρών πολιτικών πρόληψης της μικρής και μεσαίας εγκληματικότητας, η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, η δημιουργία  σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ της  αστυνομίας και των νέων και των φτωχών και εξαθλιωμένων κοινωνικών στρωμάτων. Όλα αυτά χρειάζονται βούληση μεταρρυθμίσεων, ρήξεις με πάγιες αντιλήψεις και συμφέροντα και υπέρβαση του πολυδιάστατου ποινικού φονταμενταλισμού. Η αστυνομική λειτουργία είναι μία πολύ σοβαρή θεσμική λειτουργία για να την απαξιώνουμε ή για να αφήσει κάποιος στα χέρια των αυταρχικών και συντηρητικών δυνάμεων και των άσχετων: παλιά έλεγαν ότι η αστυνομία ανήκει στον σκληρό πυρήνα του κράτους. Όμως η αστυνομία, όταν δεν ανήκει στο κράτος ανήκει σε δύο «ιδιοκτήτες»: ή στους ιδιώτες ή στο παρακράτος. Αλλά τιποτα από τα δύο δεν αφορά μια (κατά Μάνεση) κοινωνική δημοκρατία, ενώ και τα δύο αποτελούν τη σκοτεινή πλευρά της αδυναμίας μεταρρυθμίσεων.

 

Σοφία Βιδάλη Η Σοφία Βιδάλη είναι καθηγήτρια εγκληματολογίας και αντεγκληματικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet