«Με την απεργία, οι νοσοκόμες κάνουν ακριβώς αυτό που θέλει ο Πούτιν», δήλωσε ο υπουργός Ναντίμ Ζαχάουι, καταγράφοντας την εμβληματική χρήση του πολέμου στην Ουκρανία από τη δεξιά βρετανική κυβέρνηση, για να δικαιολογήσει την ανικανότητά της να διαχειριστεί τη φτωχοποίηση της βρετανικής κοινωνίας.

Το συνδικάτο των νοσηλευτών RCN δεν είχε απεργήσει εδώ και 106 χρόνια και ακόμα και μετά την πανδημία και τα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια, η Δεξιά αρνήθηκε να αυξήσει τους μισθούς πείνας, που οδηγούν πολλές νοσοκόμες στις τράπεζες τροφίμων και τα συσσίτια. Η τελευταία πρόταση της κυβέρνησης αποτελεί στην πράξη μια νέα περικοπή των αποδοχών τους, αφού απέχει παρασάγγας από την αύξηση του πληθωρισμού στο 11%. Τα προβλήματα του κλάδου δεν σταματάνε, βέβαια, στους μισθούς: η σταδιακή ιδιωτικοποίηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, τόσο από τη Δεξιά, όσο και από το Εργατικό Κόμμα, οι χιλιάδες κενές θέσεις για νοσοκόμες που επιδεινώθηκε μετά το Brexit και έχει κάνει τις συνθήκες εργασίας πολύ δύσκολες, όλα έχουν συμβάλει στην παρακμή της υγείας και δεν έχουν καμία σχέση με τον Πούτιν. Η απεργία των νοσοκόμων απασχολεί, όμως, την κυβέρνηση του Σούνακ, γιατί έχει σημαντική λαϊκή αποδοχή. Ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο κλάδο που βρίσκεται αυτή την περίοδο σε απεργία. Τι θα γίνει, όμως, εάν η κυβέρνηση χρησιμοποιήσει σε λίγες ώρες τον στρατό για να σπάσει την απεργία των ελεγκτών των συνόρων στα μεγάλα αεροδρόμια και λιμάνια;

Η γενική γραμματέας του RCN, Πατ Κούλεν, είναι εξοργισμένη με τις επικοινωνιακές προσπάθειες της κυβέρνησης να αμαυρώσει τον κλάδο και να κινητοποιήσει τον στρατό για να καλυφθούν οι θέσεις των απεργών οδηγών ασθενοφόρων, τηλεφωνητών στα κέντρα των επειγόντων και τεχνικών, που επίσης απεργούν μαζί με το νοσηλευτικό προσωπικό. Ναι μεν πρέπει να καλυφθούν επείγοντα περιστατικά, αλλά τις ίδιες τακτικές χρησιμοποιούσε και η Θάτσερ για να σπάσει τις απεργίες. Η κυβέρνηση του Σούνακ θέλει να προχωρήσει παραπέρα, συμπεριλαμβάνοντας στους κλάδους που δεν έχουν δικαίωμα στην απεργία, όπως η αστυνομία και ο στρατός, και την υγειά.

Τη στιγμή που η Γενική Ένωση Συνδικάτων καταδικάζει την πρόταση που καθιστά παράνομη την απεργία σε αυτούς τους κλάδους, το Εργατικό Κόμμα αρνείται να δεσμευτεί ότι θα καταργήσει οποιαδήποτε τέτοια νομοθεσία όταν θα αναλάβει την εξουσία. Το Εργατικό Κόμμα, το κόμμα που δημιουργήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τα συνδικάτα, έχει πια περάσει σε μια νέα «μπλερική» περίοδο, αυτή τη φορά με αρχηγό τον Κιρ Στάρμερ. Η λογική πίσω από τις αποφάσεις του Στάρμερ δεν είναι κάτι καινούργιο: για να πείσουμε τη συντηρητικοποιημενη κοινωνία ότι θα είμαστε το νέο κυβερνητικό κόμμα, θα αφαιρέσουμε κάθε αναφορά σε οτιδήποτε ακούγεται «σοσιαλιστικό» και θα κόψουμε κάθε σχέση με τη βάση, που για το Εργατικό Κόμμα ήταν τα συνδικάτα.

Κάπως έτσι, με την ανοχή και συμμετοχή του Εργατικού Κόμματος επί Μπλερ όσο και απ’ ό,τι φαίνεται επί Στάρμερ, το νομοθετικό πλαίσιο για τα συνδικάτα έχει κάνει αδύνατη μια γενική απεργία: κατ’ αρχήν, απαγορεύοντας τον συντονισμό των απεργιών μεταξύ διαφορετικών κλάδων. Επίσης, με το να θεωρεί κάθε απεργία διαφωνία ανάμεσα σε εργοδότη–εργαζόμενο, αλλά όχι μεταξύ εργαζομένου και κυβέρνησης, προλαμβάνει μια συντονισμένη επίθεση κατά της κυβέρνησης. Η πιθανότητα μιας (άτυπης) γενικής απεργίας παίρνει επαναστατικές διαστάσεις στο φαντασιακό της Αριστεράς του Ηνωμένου Βασιλείου και είναι πολύ δύσκολο για τους Έλληνες της Αγγλίας να εξηγήσουν ότι για την Ελλάδα, παραδείγματος χάριν, μια γενική απεργία είναι σύνηθες φαινόμενο. Αυτά τα νομικά εμπόδια εξηγούν γιατί αυτός ο απεργιακός χειμώνας είναι τόσο σημαντικός για το Ηνωμένο Βασίλειο. Όσο για τον ορισμό κάθε αντιπαράθεσης ως διαφωνίας με την εργοδοσία, επιτρέπει στην εκάστοτε κυβέρνηση να διαχειριστεί το πολιτικό κόστος των απεργιών και λίγο πολύ να βγάζει την ουρά της απ’ έξω.

Γι’ αυτό και σχεδόν όλοι οι γενικοί γραμματείς των συνδικάτων που βρίσκονται σε απεργία σήμερα, τονίζουν σε κάθε συνέντευξη τους ότι η άρνηση των εργοδοτών να ικανοποιήσει τα αιτήματα τους, κατευθύνεται παρασκηνιακά από την κυβέρνηση και έχει ιδεολογικό χαρακτήρα.

Και ενώ το Εργατικό Κόμμα απ’ τη μία ζητάει από την κυβέρνηση να παρεμβεί για να βρεθεί μια λύση, αντί να απέχει από τις διαπραγματεύσεις, ο ίδιος ο υπουργός Υγείας της σκιώδους κυβέρνησης ναι μεν επαναλαμβάνει ότι μια κυβέρνηση των Εργατικών θα συζητούσε με τους απεργούς, αλλά από την άλλη αρνείται να δεσμευτεί για τα αιτήματα του νοσηλευτικού προσωπικού. Καθώς οι σχέσεις μεταξύ Εργατικού Κόμματος και συνδικάτων είναι τεταμένες, ο Στάρμερ επικεντρώνεται στις σχέσεις του κόμματος με τον επιχειρηματικό κόσμο, όπως ακριβώς είχε κάνει και ο Μπλερ. Τα επιχειρηματικά λόμπι αγαπούν τον Στάρμερ «που φέρετε σαν ενήλικας», όμως η σχέση με τα συνδικάτα επηρεάζει και τον προϋπολογισμό του κόμματος: την περίοδο Ιουλίου–Σεπτέμβριου οι δωρεές από τα συνδικάτα που είναι συνδεδεμένα με το κόμμα έχουν φτάσει το 1,6 εκατ. στερλίνες, ενώ οι δωρεές από μεμονωμένα άτομα το 1,5 εκατ. στερλίνες. Μπαίνει, λοιπόν, το ζήτημα αν το Εργατικό Κόμμα, που ιδεολογικά σήμερα κατευθύνεται προς τα δεξιά, μπορεί να πληρώσει το οικονομικό κόστος που θα φέρει μια ρήξη με τα συνδικάτα.

Δυστυχώς και το Εργατικό Κόμμα και ο λαός λησμονούν την ιστορία τους. Και πως θα ήταν αλλιώς, άλλωστε, όταν η παιδεία είναι άλλος ένας κλάδος που δέχεται τα πυρά του νεοφιλελευθερισμού εδώ και δεκαετίες. Γι’ αυτό όταν η κυβέρνηση βάλλει κατά των απεργιών, προσπαθώντας να προκαλέσει τη γενική δυσαρέσκεια λέγοντας ότι τα συνδικάτα δεν σκέπτονται τις χριστουγεννιάτικες διακοπές των πολιτών, υπάρχει μόνο μια απάντηση: αν δεν ήταν τα συνδικάτα, δεν θα υπήρχε καν η έννοια των διακοπών για κανένα εργαζόμενο.

 

Μαρίνα Πρεντουλή Η Μαρίνα Πρεντουλή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο Ανατολικής Αγγλίας, UK. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Ευρώπη )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet