Η νέα τροποποίηση από την κυβέρνηση του άρθρου 191 του Ποινικού Κώδικα έχει ξεσηκώσει κύμα αντιδράσεων τόσο από νομικούς όσο και από δημοσιογραφικές ενώσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, που μιλούν για επιβολή προληπτικής λογοκρισίας στον δημοσιογραφικό λόγο. Την ίδια στιγμή, στη Βουλή, όπου συζητήθηκε το νομοσχέδιο για τον Τύπο, η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση για αδιαφανείς διαδικασίες χρηματοδότησης των ΜΜΕ, αλλά και για λογικές στοχοποίησης, αποκλεισμού, διώξεων και παρακολουθήσεις δημοσιογράφων που τολμούν να ελέγξουν την εξουσία. Πόσο πλήττεται σήμερα ο πυρήνας της δημοσιογραφίας, που είναι η αποκάλυψη;

Πρόσφατα είχα προσκληθεί και μετείχα στο συνέδριο του International Press Institute στην Πράγα, με θέμα την εφαρμογή του European Media Freedom Act που πρότεινε η Κομισιόν για την υπεράσπιση των δημοσιογράφων και της ελευθερίας των ΜΜΕ, ιδιαίτερα στις χώρες όπου οι παραβιάσεις αυτής της ελευθερίας σύμφωνα με διάφορες μετρήσεις έχουν «χτυπήσει κόκκινο», στις οποίες περιλαμβάνεται και η Ελλάδα. Η ορολογία που χρησιμοποίησαν οι υπεύθυνοι του ΙΡΙ αυτή τη φορά δεν ήταν «λίστα Πέτσα» αλλά «σκάνδαλο Πέτσα». Επιπροσθέτως, σε σχετική ερώτηση που της έγινε, η αντιπρόεδρος της Κομισιόν, κ. Γιούροβα που μίλησε στο ίδιο συνέδριο χαρακτήρισε «δυσάρεστη» την πρόσφατη επίσκεψή της στην Ελλάδα και ανέφερε πως, όπως της τόνισαν Έλληνες αξιωματούχοι, θα τροποποιηθεί ο νόμος για τις ψευδείς ειδήσεις.

Η αλλαγή αυτή, που φαίνεται να υποσχέθηκε η ελληνική κυβέρνηση, θεωρώ πως δεν ήταν αυθόρμητη πράξη επειδή διαπίστωσε το λάθος της, αλλά αποτέλεσμα μεγάλων πιέσεων που ασκήθηκαν από ελληνικούς και ξένους παράγοντες επί μακρύ χρονικό διάστημα. Εξ όσων γνωρίζω η τροποποίηση ψηφίστηκε μεν αλλά κατήργησε δε μόνο ένα από τα τρία αρνητικά της προηγούμενης διατύπωσης, δηλαδή την τιμωρία της δυνητικής βλάβης που μπορεί να προκαλέσουν κάποιες ειδήσεις, αλλά δεν ήρε τις άλλες δυο επίσης αρνητικές, κατά την άποψή μου, όψεις του άρθρου. Η μία εξ αυτών είναι ότι το άρθρο εξακολουθεί να μην ξεκαθαρίζει τι εννοεί με τον όρο «ψευδείς ειδήσεις». Η δεύτερη αρνητική όψη του άρθρου έγκειται στο γεγονός ότι το αν μια είδηση μπορεί να προκαλέσει βλάβη στη δημόσια υγεία, την εθνική οικονομία και την εθνική ασφάλεια είναι κάτι που μόνο εκπρόσωποι της εκτελεστικής εξουσίας μπορούν να βεβαιώσουν, και κατά προέκταση της δικαστικής να τιμωρήσουν. Συνεπώς, δεν αίρεται η σε βάθος χρόνου απίσχναση της διάκρισης των εξουσιών, η οποία συνιστά θεμέλιο λίθο της αστικής δημοκρατίας. Με τον τρόπο αυτό το επίμαχο άρθρο την θέτει εν αμφιβόλω σε βάθος χρόνου.

Στο ίδιο μήκος κύματος, έχει προκαλέσει εξαιρετικά αρνητική εντύπωση σε εκπροσώπους διεθνών οργανισμών όχι μόνο το ανεξιχνίαστο, ως τώρα, της δολοφονίας του Καραϊβάζ, αλλά και οι άδικες δικαστικές διώξεις (SLAPPS) εναντίον δημοσιογράφων που με τα ρεπορτάζ τους αποκαλύπτουν πιθανά σκάνδαλα και άλλες συναφείς υποθέσεις, όπως εκείνες στις οποίες φέρεται να εμπλέκονται φαρμακευτικές εταιρείες, μεθοδεύσεις τραπεζών, δημοσιοποίηση καταδικαστικών αποφάσεων στελεχών εταιρειών εξόρυξης κ.ά. Πρόκειται ακριβώς για αυτές τις πρακτικές από τις οποίες στοχεύει να προστατέψει τους δημοσιογράφους το European Media Freedom Act.

Σε γενικότερο επίπεδο θα έλεγα ότι όχι, μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη, η δημοσιογραφία βρίσκεται απέναντι σε έναν διπλό κίνδυνο. Από τη μια πλευρά, βρίσκεται υπό την πίεση εκ μέρους της ιδιοκτησίας ή/και πολιτικών στελεχών για έντονη πολιτική στράτευση και άσκηση πολωτικών δημοσιογραφικών πρακτικών, αλλά και λογοκριτικών εμποδίων και, από την άλλη, βρίσκεται υπό την πίεση εμπορικών σκοπιμοτήτων. Ο συνδυασμός τους καταλήγει συχνά στη διαμόρφωση μιας δυσανεκτικής προς την πολυφωνία κουλτούρας και νοοτροπίας, η οποία εκλαμβάνει ή ευνοεί την ακροδεξιά ρητορική. Πρόκειται για εξέλιξη απέναντι στην οποία κανείς δεν μπορεί να νιώθει ασφαλής. Τα νέα δεν είναι, λοιπόν, καλά και χρειάζεται κοπιώδης προσπάθεια από τις ενώσεις, τους μεμονωμένους δημοσιογράφους κ.ά. για την υπεράσπιση της ανεκτικότητας, της πολυφωνίας και της κουλτούρας διαλόγου.

 

Ο Κώδικας Δεοντολογίας Οπτικοαουστικών και Ραδιοφωνικών Μέσων του ΕΣΡ διώκει την ερευνητική δημοσιογραφία. Πώς φτάνει σε αυτό το σημείο μια ανέξαρτητη αρχή;

Δεν λέει ότι διώκει την ερευνητική δημοσιογραφία ούτε και θα μπορούσε άλλωστε. Άλλα λέει ο κώδικας δεοντολογίας. Λέει π.χ. ότι δεν μπορούν οι δημοσιογράφοι και εν γένει τα οπτικοακουστικά ΜΜΕ να προβάλλουν θετικά τα ναρκωτικά, τις εξαρτησιογόνες ουσίες κ.λπ. Αλλά ο κώδικας δεν διευκρινίζει ποιες ουσίες θεωρεί εξαρτησιογόνες. Για παράδειγμα, ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ως τέτοια ουσία ακόμα και τον καφέ. Η θετική προβολή του καφέ είναι δυνατόν να θεωρείται θετική / υποστηρικτική προβολή ναρκωτικών ουσιών; Επιπλέον παρακάμπτεται το γεγονός πως σε τηλεοπτικές σειρές, ντοκιμαντέρ και άλλες εκπομπές του παρελθόντος προβάλλονταν θετικά ή ουδέτερα το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ κ.ά. Νομίζω αν εφαρμόσουμε αυστηρά το γράμμα του σχετικού άρθρου έξω «θα γελάνε» και μέσα «θα κλαίνε» αρκετοί. Κι ακόμα, ποια δημοσιογραφική ή καλλιτεχνική περιγραφή μπορεί να θεωρηθεί ως θετική προβολή παραβατικών συμπεριφορών, ποιος θα το κρίνει με ποια κριτήρια; Θα δημιουργήσουμε μια αστυνομία του γούστου και της αισθητικής, καθώς και της ηθικής κρίσης και αξιολόγησης των περιεχομένων των μέσων την οποία κάνει διαρκώς ο τηλεθεατής/αναγνώστης όταν καταναλώνει προϊόντα των ΜΜΕ; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε μάλλον σαν ρύθμιση «με κελεμπία» μοιάζει αυτό.

Επίσης, οι κώδικες λένε ότι η δημοσιογραφική έρευνα δεν μπορεί να υποκαθιστά την αστυνομική. Ούτε εδώ ορίζεται τι είναι δημοσιογραφική και τι αστυνομική έρευνα. Επομένως θα καταλήξουμε να το ορίζει μονομερώς η αστυνομία κατά το δοκούν. Τα πράγματα μπορεί να γίνουν ακόμα πιο περίπλοκα. Κι αν η αστυνομία, δηλαδή κάποια στελέχη της, καθυστερούν την έρευνά τους από αδράνεια ή σκοπιμότητα τι θα γίνει; Θα περιμένει η επίσημη πολιτεία πότε θα ξυπνήσει ή θα συμφωνήσει εκείνος που κρατά τα κλειδιά της ερμηνείας του τι είναι δημοσιογραφική έρευνα; Ή νομίζουμε ότι αν τα μέσα έχουν τέτοιες πληροφορίες θα περιμένουν κάποια άδεια να τις δημοσιεύσουν, ακόμα κι αν είναι πιθανό να έχουν χρηματικές ή διοικητικές κυρώσεις; Ξαναφτάνουμε λοιπόν στην αστυνομία του γούστου, προς την οποία ανεξαρτήτως πρόθεσης τείνει η σχετική διάταξη ενώ είναι πιθανό η σχετική διάταξη ή και άλλες να μην εφαρμοστούν ποτέ, όπως συμβαίνει πάντα όταν το πλαίσιο ρύθμισης είναι πιο αυστηρό ή αναχρονιστικό απ’ ό,τι απαιτεί η εποχή.

Λέει και κάτι άλλο ο κώδικας: ότι δεν επιτρέπεται η μετάδοση πληροφοριών που έχουν κριθεί αρμοδίως απόρρητες. Ποιος όμως είναι αυτός που μπορεί να θεωρηθεί αρμόδιος να απαγορεύσει τη δημοσίευσή τους; Η ΕΥΠ (βλ. παρακολουθήσεις), η Αστυνομία (βλ. έγκλημα στην Παλλήνη ή δολοφονία Ζακ Κωστόπουλου), ο στρατός (βλ. υπόθεση νησίδας στον Έβρο), το ΥΠΕΞ (βλ. εκκένωση προξενείου στη Μαριούπολη) κ.ο.κ.; Είναι δυνατό όργανα της εκτελεστικής εξουσίας να έχουν αυτή την αρμοδιότητα, να απαγορεύουν τη δημοσίευση πληροφοριών, αν λόγου χάρη είναι εκείνα πουν ερευνώνται για διάπραξη πιθανών παραβιάσεων της δεοντολογίας ή και του νόμου εκ μέρους των; Αν ένα όργανο είναι εκείνο το οποίο καταγγέλλεται δημοσιογραφικά με τεκμήρια για παραβιάσεις, είναι δυνατό να έχει αυτό την αρμοδιότητα να απαγορεύσει τις πληροφορίες που τεκμηριωμένα καταγράφουν την ενοχή; Πού πήγε «check and balances» της αστικής δημοκρατίας; Η διατύπωση του άρθρου αφήνει πολύ μεγάλο περιθώριο για αυθαίρετες και χειραγωγικές παρεμβάσεις στη λειτουργία τω μέσων εφόσον ο φορέας εκτελεστικής εξουσίας είναι αυτός που έχει τη δυνατότητα να θέσει περιορισμούς στη λειτουργία των μέσων, χωρίς να σημαίνει πως αυτή ήταν η πρόθεση των συντακτών ενός ή όλων των άρθρων του κώδικα. Κάτι τέτοιο είναι νάρκη στα θεμέλια της δημοκρατίας και, κατά την εκτίμησή μου, θα προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο εντός της χώρας αλλά και εκτός, με πιθανή συνέπεια την ακόμα μεγαλύτερη επιδείνωση της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

 

Ο ρόλος του ΕΣΡ τα τελευταία χρόνια, απέναντι τη μονοφωνία που επικρατεί στα ΜΜΕ, προβληματίζει. Γιατί δεν παρενέβη;

Για τη στάση του ΕΣΡ συνολικά θα πρέπει να ρωτήσετε τον πρόεδρό και αντιπρόεδρο του ΕΣΡ και τα πρακτικά – αν φυσικά κρατούσαμε.

 

 

Ο Γιώργος Πλειός είναι καθηγητής στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΕΚΠΑ και διευθυντής του Εργαστηρίου Κοινωνικών Ερευνών στα ΜΜΕ, μέλος του ΔΣ του ΕΣΡ.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet