Φέτος με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή πραγματοποιήθηκαν πολλές εκδηλώσεις και δραστηριότητες μνήμης και τιμής για το ιστορικό και συνάμα τραγικό αυτό γεγονός του ελληνισμού: συνέδρια, εκδόσεις βιβλίων, ομιλίες, εκθέσεις. Ανασκαλεύτηκαν μπαούλα και συρτάρια, βρέθηκαν παλιά ημερολόγια στρατιωτών, φωτογραφίες και άλλο υλικό. Αυτά θα συνεχιστούν και για τον επόμενο χρόνο.

Αρκετά σημαντικά στοιχεία, ντοκουμέντα βρίσκουμε δημοσιευμένα στις εφημερίδες της εποχής. Τα γραπτά αυτά είναι πρωτογενείς πηγές, γιατί δημοσιεύθηκαν τότε που συνέβησαν τα γεγονότα. Είναι αφτιασίδωτα και οι συγγραφείς τους τα έζησαν ή τα άκουσαν τότε που συνέβησαν. Ένα τέτοιο δημοσίευμα είναι το κείμενο «Λείψανα» του λόγιου Στρατή Βαρελτζίδη, δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος» της Λέσβου, στις 14 Σεπτεμβρίου 1922. Το δημοσίευμα έχει ως υπέρτιτλο «Τραγικές ιστορίες» και τη σημείωση «χαρισμένες του κ. Δ. Γούναρη». Είναι απ’ τις ιστορίες που αφηγήθηκαν οι πρωταγωνιστές, μόλις έφθασαν στον πρώτο ασφαλή τόπο.

 

Αριστείδης Καλάργαλης

 

Λείψανα

 

Τα πανικόβλητα και ασύντακτα μπουλούκια, χωρίς αρχηγούς και χωρίς οδηγούς έτρεχαν, έτρεχαν προς τη θάλασσα· μέσα σ’ ένα από αυτά βρέθηκε, ούτε αυτός δεν ξέρει πώς· προσπαθούσε να γνωρίσει κανένα του λόχου του ή του συντάγματός του· του κάκου· μέσα στο φεύγοντα εκείνον όχλον, ήτο εντελώς ξένος, έτρεχε μαζί τους έως ότου μιαν ημέρα του εφάνη ότι τα εδάφη που περνούσαν ήσαν γνωστά· κάποια αόριστη λαχτάρα εγεννήθη μέσα του, κάτι σαν ελπίδα, και τότε, ένοιωσε τις δυνάμεις του να τονώνονται· έτρεξε έως την κορυφήν ενός λόφου, έρριψε μια ματιά στον απέραντο κάμπο, και ενεγνώρισε πέραν εκεί προς τα δυτικά, μέσα στο θολό μεσημεριάτικο λιοπύρι, το χωριό του. Η χαρά ξέσπασε μαζεμένη μέσα του, έκανε να φωνάξει, και σωριάστηκε κάτω λιπόθυμος απ’ την κούραση και τη συγκίνηση.

Έμεινε έτσι ούτ’ αυτός δε ξέρει πόσο· έπειτα άκουσε φωνές άγριες κοντά του, άνοιξε τα μάτια του, και είδε τα μπουλούκια να προσπερνούν και να τρέχουν προς τα δυτικά, άκουσε μερικές τουφεκιές, λίγες σφαίρες σύριξαν κοντά του, και το αίσθημα της αυτοσυντήρησης αμέσως ζωντάνεψε τινάχθηκε επάνω, άρπαξε το μάνλιχερ, και άρχισε να βάλει προς τα ανατολικά.

Σιγά σιγά μια λύσσα τον κυρίεψε, έβριζε τους φαντάρους που έβλεπε να φεύγουν με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια τους, και τους καλούσε να σταθούν, κι αυτός πεσμένος πρηνηδόν εξακολουθούσε να βάλει· ήθελε να σταματήσει τους Τούρκους, εκεί όπου μπορούσε περισσότερο, ήθελε αν ήταν δυνατόν να τους σταματήσει για πάντα ως εκεί.

Η εικών μιας μικρούλας χαριτωμένης μονάκριβης αδελφής, του μόνου όντος που είχε μείνει ζωντανό απ’ το σπίτι του, διεγράφετο ικετευτική μπροστά του· την έβλεπε εκεί πίσω στο χωριό του, με τα μάτια δακρυσμένα, να στέκεται στο κατώφλι της πόρτας τους, να ψάχνει και να ρωτά για τον αδερφό, της περίτρομη και για κείνον και για τον ίδιον εαυτό της.

Και ενώ έβλεπε μ’ αγωνία τα φυσίγγια του να τελειώνουν, και κανένα να μη στέκεται πλάγι του να πολεμήσει, μια τσέτικη σφαίρα του πήρε το πόδι· μια σκοτοδίνη του εθάμπωσε νου και μάτια, έπειτα αμέσως συνήλθε και βλέποντας πως έμεινε μόνος, ολομόναχος κίνησε κι αυτός με το πληγωμένο πόδι προς τα δυτικά.

Τα μάτια το γουρλωμένα απ’ την αγωνία και τον πόνο, ήσαν στυλωμένα προς τη θαμπή σιλουέτα του χωριού του· η απόσταση που τον εχώριζε απ’ αυτό, του εφαίνετο ατελείωτη· έξαφνα είδε σύννεφα καπνού να ξεσπούν εκεί κάτω, και ορμητικά να στριφογυρνούν και να ανυψώνονται.

Μια κραυγή πόνου και εσχάτης απελπισίας, του ξέφυγε· ησθάνθη τον λάρυγγα ξηρόν και πνιγμένη την ανάσα του· ένας πόνος του πίεσε την καρδιά και ησθάνθη τα γόνατά του λυγίζοντα· έσφιξε την ψυχή του μια φορά ακόμη και μ’ όλο που το τραύμα του αιμορραγούσε, έτρεξε μ’ όλες τις δυνάμεις που του έμεναν.

Μα σαν έφτασε πια, όλα ήσαν σωρός καιόμενος, και ψυχή ζώσα δεν εφαίνετο· προσπέρασε τρέχοντας και μια στιγμή όλα τα άλλα αισθήματα έσβησαν μέσα του και μόνο πώς να σωθεί εσκέπτετο· έτσι έφθασε σαν μηχανή έως τη Σμύρνη· και σαν μηχανή έφθασε στη Μυτιλήνη.

Τον έβαλαν στο Πολιτικό Νοσοκομείο· μια μέρα κάποιος γνωστός πέρασε απ’ εκεί· έτσι έμαθε πως η αδερφή του ζει και βρίσκεται με συγγενείς του σε κάποιο χωριό. Αμέσως ξύπνησαν μέσα του όλα τα στοργικά αισθήματα που είχαν ναρκωθεί απ’ την απελπισία.

Ζήτησε να φύγει· η υπηρεσία του Νοσοκομείου βλέποντας την κατάστασή του τον ημπόδιζε. Μ’ αυτός δεν πρόσεχε πια στις συστάσεις των γιατρών και τις συμβουλές των, δεν εσκέπτετο πια τον εαυτό του· σηκώθηκε κουτσαίνοντας και με πυρετό πήρε δυο ώρες δρόμο και δεν ησύχασεν ούτε στιγμή παρά σαν έσφιξε την αδελφούλα του στην αγκαλιά του.

 - Αχ! Είσαι άρρωστος; Είσαι πληγωμένος; Γιατί έγινες έτσι; Πού είναι η πληγή σου, αδελφέ μου; Τον αγκάλιασε, τον έσφιξε όσο μπορούσε και τον φιλούσε, τον φιλούσε κλαίοντας σπαρακτικά.

Κι αυτός εξαντλημένος πια τελείως έγειρε λιπόθυμος στην αγκαλιά της.

 

Στρατής Βαρελτζίδης

 

Αριστείδης Καλάργαλης Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Θέματα )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet