Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

 

Μπορούμε να επιλέξουμε για την ανάλυση που ακολουθεί τέσσερις χαρακτηριστικούς δείκτες.

Πρώτον: Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή το 2022 στην Ελλάδα σκαρφάλωσε στο 12,1%, δύο μονάδες πάνω από τον αντίστοιχο της ευρωζώνης και μεσοσταθμικά μέχρι σήμερα είναι στο 10%. Ειδικά δε στην ενέργεια η αύξηση είναι περίπου 46%, ενώ στα μη κατεργασμένα προϊόντα, κατά κύριο λόγο προϊόντα αγροτικού τομέα, περίπου 10%.

Δεύτερον: Η Ανεργία τον Αύγουστο, οπότε παραδοσιακά το ποσοστό της είναι το χαμηλότερο λόγω των εποχιακών εργασιών στον τουρισμό, ανήλθε στο 12% ενώ μειώθηκε στο 11,6% το τρίτο τρίμηνο, περίοδο όπου οι εποχιακοί στον τουρισμό «μπαίνουν» στο ταμείο ανεργίας.

Τρίτον: Τα μισθώματα έχουν εκτοξευθεί κατά 35%, σε σχέση με το 2018 στην Αττική και 25% στην περιφέρεια, ενώ το κατασκευαστικό κόστος έχει επίσης εκτοξευθεί.

Τέταρτον: Στο Οδικό δίκτυο έχουν δημιουργηθεί συνθήκες κορεσμού, με χαρακτηριστική την Λ. Κηφισίας όπου οι καθυστερήσεις έχουν αυξηθεί κατά 32% σε σχέση με το 2019 (προκορονοϊού εποχή).

 

Αιτίες, σχέσεις, κατάληξη

 

Ας δούμε, λοιπόν, πώς αναλύονται τα τέσσερα παραπάνω στοιχεία, ποιες οι αιτίες, οι σχέσεις και η κατάληξη.

Τον Νοέμβριο το 2021, οι κλημεντίνες Αργολίδος έφευγαν από το χωράφι στα 60 λεπτά μεικτά το κιλό (καθαρά 50) και τα πορτοκάλια Μέρλιν στα 20 λ. μεικτά (15 καθαρά). Το 2022 οι πρώτες κόβονται στα 30 λ. μεικτά (20 καθαρά) και τα Μέρλιν περίπου στα ίδια με πέρυσι.

Όμως, ο γενικός δείκτης τιμών εισροών στη γεωργία και κτηνοτροφία του Μαρτίου 2022, στον οποίο αποτυπώνεται το κόστος παραγωγής, αυξήθηκε κατά 26,5% έναντι μηνιαίας αύξησης 6,6%. Καθοριστική για τη διαμόρφωση του γενικού δείκτη τιμών εισροών ήταν η αύξηση κατά 30,4% του δείκτη τιμών των αναλώσιμων μέσων και κυρίως η μεταβολή της ομάδας ενέργεια και λιπαντικά κατά 53,7% και των λιπασμάτων κατά 57,2%. Ο μέσος δείκτης εισροών του δωδεκαμήνου Απριλίου 2021 – Μαρτίου 2022, παρουσίασε αύξηση 12,6%, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του δωδεκαμήνου Απριλίου 2020 – Μαρτίου 2021 (Οικονομικός Ταχυδρόμος, ot.gr). Επομένως, ενώ οι τιμές παραγωγού μειώθηκαν ή έστω έμειναν σε κάποιες περιπτώσεις σταθερές και το κόστος παραγωγής εκτοξεύθηκε,  οι τελικές τιμές στο ράφι είναι περίπου 10% υψηλότερες.

Ποιος καρπώνεται τελικά το κέρδος αυτό; Σίγουρα όχι ο παραγωγός που βλέπει το καθαρό του εισόδημα να μειώνεται μέχρι που φέτος θα μείνουν παραγωγές στα δέντρα, γιατί είτε δεν συμφέρει να κοπούν, είτε δεν υπάρχουν εργάτες γης μιας και φέτος η έλλειψη είναι μεγαλύτερη από κάθε χρονιά. Και δεν είναι παράλογο αυτό, η έλλειψη δηλαδή εργατών γης, εργατών και τεχνιτών στις οικοδομές, υπαλλήλων σε καταστήματα κλπ. Όσοι ασχολούνται με την κατασκευή ήδη από τις αρχές του έτους έχουν διαπιστώσει την έλλειψη χεριών. Ταυτόχρονα, οι αγγελίες καταστημάτων για αναζήτηση υπαλλήλων ολοένα και πληθαίνουν. 

 

Αντιφάσεις και ερμηνείες

 

Πώς συνάδει αυτό με την αύξηση του δείκτη ανεργίας; Δεν αποτελεί παράδοξο να υπάρχει έλλειψη εργατικού δυναμικού και ταυτόχρονα η ανεργία να παραμένει σε αυτά τα επίπεδα; Η απάντηση σε αυτό είναι ο εκρηκτικός συνδυασμός της αύξησης του κόστους ζωής σε συνδυασμό με τους χαμηλούς μισθούς. 

Ένας  ανειδίκευτος εργάτης αμειβόμενος με τον κατώτατο μισθό των 714 ευρώ, ένας εργάτης οικοδομής με ημερομίσθιο 40 ευρώ δεν μπορεί να συντηρήσει ένα σπίτι με 300 ή 400 ευρώ ενοίκιο, 100 με 200 ευρώ το μήνα για ενέργεια και άλλα τόσα για τα έξοδα διατροφής, μετακίνησης κλπ. Αν έχει και οικογένεια τα έξοδα εκτοξεύονται. Επομένως αναγκάζεται να μεταναστεύσει σε χώρες της Ευρώπης όπου το κόστος ζωής είναι περίπου ανάλογο αλλά οι μισθοί κατά πολύ υψηλότεροι.

Και αν υποθέσουμε πως ένα νέο ζευγάρι θέλει να αγοράσει ένα νεόδμητο σπίτι, το οποίο να πληροί τους σύγχρονους αντισεισμικούς και ενεργειακούς κανονισμούς, κάτι όχι παράλογο ως απαίτηση, θα πρέπει να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη. Σήμερα, το ελάχιστο κόστος κατασκευής για μια οικοδομή με αξιοπρεπή κατασκευή και με τα ελάχιστα απαιτούμενα των κανονισμών, ανέρχεται στα 1.500 με 1.700 €/τμ. Αν υποθέσουμε και ένα κόστος περί τα 500 με 1.000€/τμ για το οικόπεδο, ανάλογα με την περιοχή, το συνολικό ανέρχεται 2.000€/τμ στην πιο οικονομική περιοχή. Ένας κατασκευαστής, για να προχωρήσει στην κατασκευή, θα πρέπει να δεσμεύσει περί τα 1,5 εκατ. ευρώ. Επομένως, λιγότερο από 2.500 με 3.000€/τμ δεν πρόκειται να βγει στην αγορά ένα διαμέρισμα σε χαμηλούς ορόφους. 

Έτσι, για ένα διαμέρισμα 90τμ το κόστος ανέρχεται στις 200.000 ευρώ. Οι τράπεζες δεν δίνουν δάνειο στο 100% της αξίας αλλά περίπου στο 80%. Άρα με τα σημερινά στεγαστικά επιτόκια στο 4,7% για 25 χρόνια η μηνιαία δόση ανέρχεται στα 900 ευρώ με 40.000 ευρώ ίδια χρηματοδότηση. Από όλα τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό πως το νεόδμητο σπίτι είναι ένα άπιαστο όνειρο

Όχι βέβαια πως τα παλιά είναι προσιτά. Σε περιοχές όπως το Παγκράτι, η Κυψέλη, το Κουκάκι οι τιμές των μη ανακαινισμένων της δεκαετίας του 1970 και ’80 φθάνουν τα 1.500€/τμ και ανάλογα με τον όροφο και τη θέση μπορεί να φθάσουν και τις 2.000€. Στους παραπάνω συλλογισμούς δεν έχει ληφθεί υπόψη η μειωμένη προσφορά σε συγκεκριμένες τουριστικές περιοχές, όπου ένας μεγάλος αριθμός διαμερισμάτων διατίθενται μόνο για βραχυχρόνιες μισθώσεις με αποτέλεσμα να αυξάνονται ακόμα περισσότερο οι τιμές.

 

Πώς αντιδρά ο εργαζόμενος;

 

Επομένως, στον συνδυασμό αύξησης του κόστους διαβίωσης και σταθερών αμοιβών, στο μόνο που μπορεί να παρέμβει ο εργαζόμενος, πέρα από κάποια μείωση στην κατανάλωση, είναι η δημιουργία νέων πηγών εισοδήματος. Για αυτό, πλέον, είναι εξαιρετικά σύνηθες, εργαζόμενοι να δουλεύουν δύο και τρεις δουλείες για να τα βγάλουν πέρα. Χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις κοινωνικές και οικογενειακές προεκτάσεις αυτού του φαινομένου, μια άμεση προέκταση είναι η αύξηση του κυκλοφοριακού φόρτου τα τελευταία 2 χρόνια μετά τα λοκντάουν. Οι εργαζόμενοι περνούν πλέον περισσότερο χρόνο εκτός σπιτιού από ότι τα τελευταία χρόνια και μάλιστα αναγκάζονται να μετακινούνται πολύ περισσότερο και σε μεγαλύτερες αποστάσεις.

Παρατηρούμε από όλα αυτά, και όχι μόνο, βέβαια, μια ραγδαία μεταστροφή της χώρας μας, προς μια χώρα που απογυμνώνεται από το εργατικό δυναμικό της. Τα σκληρά μνημονιακά χρόνια έφυγαν από την Ελλάδα 450 χιλιάδες επιστήμονες. Τα τελευταία χρόνια τήν εγκαταλείπουν και όσοι από τις παραγωγικές ηλικίες, Έλληνες και μετανάστες, έχουν μείνει και δεν έχουν παιδιά σε ηλικίες δύσκολες για μετανάστευση. Έτσι αν και όποτε έρθει κάποιου είδους ανάπτυξη, αυτή η χώρα δεν θα μπορέσει να την υποδεχθεί.

 

Βαγγέλης Ματράγκος Ο Βαγγέλης Ματράγκος είναι πολιτικός μηχανικός, ΕΜΠ MSc Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet