* Τα αδιέξοδα των οικουμενικών και άλλων συναφών κυβερνήσεων 

Τώρα που πέρασαν αρκετές μέρες από τη σύσκεψη των πολιτικών ηγετών στο προεδρικό μέγαρο και έχουμε χειροπιαστά τα μηδαμινά αποτελέσματά της, μπορούμε να επιχειρήσουμε τη συναγωγή κάποιων συμπερασμάτων. 
Μια τέτοια σύσκεψη ήταν μάλλον αδύνατο να καταλήξει σε ένα θετικό κοινό τόπο για τρεις τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, γιατί οι θέσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης που συμμετείχαν, είναι σαφώς πιο συντηρητικές από τις κυβερνητικές στα βασικά υπό συζήτηση ζητήματα, και συνεπώς η αναζήτηση κοινού τόπου μάλλον προς το χειρότερο θα ωθούσε το τελικό αποτέλεσμα. Δεύτερον, οι ίδιες οι κυβερνητικές θέσεις είναι ήδη διαμορφωμένες υπό την αφόρητη πίεση που ασκείται από τις Βρυξέλλες. Δεν επιδιώκουν το άριστο αποτέλεσμα, αλλά το λιγότερο κακό, και συνεπώς δεν έχουν περιθώριο νέας συμπίεσης, ώστε να γίνουν αποδεκτές από όλους. Τρίτον, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι δεν έχουν καμία διάθεση να συμπέσουν με την κυβέρνηση ούτε σε επιμέρους ζητήματα, καθώς έχουν επιλέξει ως τακτική το μονόδρομο της διαφοροποίησης και της πολεμικής προς την κυβέρνηση, παρότι ο πρότερος βίος και οι τρέχουσες θέσεις τους καθιστούν ελάχιστα πειστική αυτή τη στάση.
Παρά την πίεση που τους ασκείται από μέσα κι απ’ έξω να εφαρμόσουν τη γραμμή της «εθνικής συνεννόησης» ή της «οικουμενικής κυβέρνησης», το ένστικτο της πολιτικής αυτοσυντήρησης τους ωθεί στην αποστασιοποίηση, καθώς έχουν αποτιμήσει αρνητικά τα αποτελέσματα που είχαν οι διαδοχικές κυβερνήσεις αυτού του τύπου ως τώρα στην πορεία όλων των πολιτικών δυνάμεων που τις επέλεξαν. 

Τους βλάπτουν όλους

Πιο συγκεκριμένα, οι αρνητικές συνέπειες που είχε η σύμπραξη ΠΑΣΟΚ και ΝΔ –και αργότερα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ– στην πολιτική απήχηση και των δύο, ήταν μάλλον ισχυρότερες και από τις επίσης αρνητικές συνέπειες που είχε και για τα δύο αυτά κόμματα η υπογραφή συμφωνιών και μνημονίων. Και ήταν αναμενόμενο, γιατί οι συνεργασίες αυτού του είδους εμφανίζουν τα κόμματα που συμμετέχουν σ’ αυτές ως αποδεχόμενα χωρίς επιφυλάξεις την πολιτική των μνημονίων, καθώς συμπράττουν για την εφαρμογή τους. Αφαιρείται, δηλαδή, μ’ αυτό τον τρόπο η οποιαδήποτε βάση κριτικής διαφοροποίησης, κριτικής απόστασης από την –κοινή– κυβερνητική πολιτική, που ανάγεται σε «εθνική ανάγκη», με αποτέλεσμα να βλάπτονται όλοι, αντί να ωφελούνται όλοι όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει. Ούτε ο ισχυρότερος μπορεί να ισχυριστεί ότι αναγκάζεται να εφαρμόσει μια πολιτική που δεν επέλεξε, ούτε ο ασθενέστερος είναι πειστικός αν ισχυριστεί ότι συνέπραξε για να σωθεί ο τόπος. Η αμοιβαία πρόσκληση σε κοινή δράση προς εφαρμογή μιας δεδομένης πολιτικής υποδεικνύει ως ορθή την επιλογή της συγκεκριμένης πολιτικής και υπεράνω κάθε κριτικής. Μόνον έτσι δικαιολογείται η πρόσκληση για σύμπραξη, αλλιώς εκλαμβάνεται σαν παγίδα και συνήθως απορρίπτεται.
Ας φέρουμε και ένα παράδειγμα εκ του αντιθέτου. Αν υποθέσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και οι κυβερνητικοί εταίροι του επιδιώξουν και πετύχουν μια κυβερνητική συνεργασία με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, είναι σχεδόν βέβαιο ότι, ενώ δεν θα έχουν αφαιρέσει αντιπολιτευτικά επιχειρήματα από τους δύο τελευταίους, και οι ίδιοι θα υποστούν τις αρνητικές συνέπειες, ακριβώς γιατί δεν θα μπορούν πια να ισχυριστούν ότι εφαρμόζουν μια συμφωνία που τους επιβλήθηκε εκβιαστικά. Όποιος καλεί τους άλλους να προσέλθουν σ’ ένα «παιχνίδι» εκβιασμών, στην ουσία αθωώνει τους εκβιαστές. Αντί να μοιραστεί με άλλους τις αρνητικές συνέπειες, τις πολλαπλασιάζει επί δύο. Οι μόνοι που θα μπορούσαν να ωφεληθούν, είναι όσοι θα εμφανιστούν ως αντισυστημικοί, ακόμη κι όταν δεν είναι.
Συνοψίζοντας, αν η απόφαση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να προχωρήσει τον Ιούλιο στην υπογραφή της συμφωνίας επισύρει οπωσδήποτε μια ποινή (έστω με αναστολή για την ώρα), μια οικουμενική κυβέρνηση ή «εθνικού σκοπού» ή όπως αλλιώς τη φανταστούμε, ενδέχεται να ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη.

Δένει τα χέρια της κυβέρνησης

Ας απαριθμήσουμε μερικούς λόγους. Πρώτον, μια τέτοια κυβέρνηση δεν θα μπορεί να εφαρμόσει ούτε ψήγματα άλλης πολιτικής σε τομείς που δεν επηρεάζονται άμεσα από το μνημόνιο. Δεύτερον, δεν θα μπορεί, ακόμη και μέσα στο πλαίσιο του μνημονίου, να εφαρμόσει μέτρα ταξικής μεροληψίας, καθώς θα εξαρτάται από τους πολιτικούς εκπροσώπους των κοινωνικών αντιπάλων. Τρίτον, θα έχει ως αποτέλεσμα να ενισχύσει την ήδη ισχυρή παρουσία ερεισμάτων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ στον κρατικό μηχανισμό προσθέτοντας ένα ακόμη εμπόδιο στην αποδοτική άσκηση κυβερνητικού έργου. Τέταρτον, δεν θα μπορούσε να θίξει τη διαπλοκή με τους ιεροφάντες της στο εσωτερικό της. Πέμπτον, θα έδινε αρνητικό σήμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναστέλλοντας τις τάσεις διαφοροποίησης στο εσωτερικό της σοσιαλδημοκρατίας. 

Αδιαφορία για την τύχη της ΝΔ;

Υπάρχουν αρκετοί που δείχνουν επιφυλακτικοί με μια τέτοια ανάλυση. Ισχυρίζονται ότι όλα αυτά είναι άνευ σημασίας, καθώς οι αστικές δυνάμεις έχουν πεισθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, υπογράφοντας τη συμφωνία και εφαρμόζοντας το μνημόνιο, μπορεί κάλλιστα να υπηρετήσει τα συμφέροντά τους αντικαθιστώντας τα φθαρμένα κόμματα που τις εξυπηρέτησαν ως τώρα. Και αναρωτιούνται μήπως φαντασιοκοπούν όσοι υποθέτουν ότι αναζητούνται οικουμενικές λύσεις με τη συμμετοχή της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. 
Πρώτα πρώτα, και να σκέφτονται κάποιοι στις Βρυξέλλες ή στην Αθήνα, κάτι τέτοιο, στο πολιτικό πεδίο, που διαθέτει σχετική αυτονομία, δεν υπάρχει περίπτωση να διαμορφωθεί «κενό», να μείνει δηλαδή η δεξιά – κεντροδεξιά και το συντηρητικό κέντρο χωρίς κομματική εκπροσώπηση ικανή να διεκδικήσει την κυβέρνηση. Δεύτερον, παρότι πολλοί διακινδυνεύουν συγκρίσεις με το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ , ο συσχετισμός δύναμης στο κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο δεν είναι τόσο ευνοϊκός για τον ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να μπορούν να ποντάρουν οι αστικές δυνάμεις όλα τα λεφτά τους σ’ αυτόν. Άλλωστε, αυτή η σχετική υπεροχή που εμφανίζει σήμερα, πολύ γρήγορα θα εξέλιπε, αν αναλάμβανε έναν τέτοιο ρόλο. 
Νοιάζονται, λοιπόν, και πολύ μάλιστα, για την τύχη τής ΝΔ ιδίως. Αν εκείνη δυσκολεύεται να ξεπεράσει τα προβλήματά της, δεν είναι επειδή την εμποδίζουν εξωτερικές δυνάμεις. Η ίδια έχει σοβαρό πρόβλημα: είναι υποχρεωμένη να αντιπολιτευτεί μια κυβέρνηση που της έχει επιβληθεί ένα μνημόνιο, το οποίο η ΝΔ, όπως έχει αποδείξει, θα δεχόταν επί της ουσίας και με λιγότερες αντιστάσεις να εφαρμόσει. Κι αυτή η αντίφαση δεν αίρεται εύκολα. Αυτή η δυσκολία που παρουσιάζει, είναι ίσως το ατού για τη σημερινή κυβέρνηση, γιατί της αφήνει -ελάχιστα έστω αλλά πραγματικά- περιθώρια διαφοροποίησής της από τους άλλους διεκδικητές μεριδίου της κυβερνητικής εξουσίας και έτσι την ξεχωρίζει από αυτούς στα μάτια της πλειονότητας των λαϊκών τάξεων. 

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet