Λεπτομέρειες από τις τοιχογραφίες στον πύργο Κόιτ στο Σαν Φρανσίσκο, 1934.

 

 

 

Δημοσιεύουμε σήμερα ένα άρθρο της Λίλιαν Τσιτσέρκια, μεταδιδακτορικής ερευνήτριας φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, που δημοσιεύτηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2022 στην ηλεκτρονική σελίδα του περιοδικού Jacobin, με τίτλο “Why Socialists Need to Talk About Justice” [Γιατί οι σοσιαλιστές πρέπει να μιλούν για τη δικαιοσύνη] (jacobin.com/2022/12/capitalism-socialism-liberalism-justice-philosophy-marx). Μέσα στη γενική ιδεολογική αφασία της σύγχρονης ελληνικής κεντρικής πολιτικής σκηνής, όπου η λέξη «σοσιαλισμός» έχει περιπέσει σε αχρησία, το περιεχόμενο του κειμένου μπορεί να φαντάζει «απλοϊκό» και παλιακό. Στους παλιότερους θυμίζει τις αντιπαραθέσεις των δεκαετιών του 1970 και του 1980 μεταξύ της ανανεωτικής και της παραδοσιακής κομμουνιστικής Αριστεράς, στην οποία υπό μία έννοια θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και μεγάλο μέρος της άκρας Αριστεράς (παρά την σφοδρή της αντίθεση στη σοβιετική ορθοδοξία). Η προτροπή της Τσιτσέρκια στους σοσιαλιστές να μιλούν για τη δικαιοσύνη της μετακαπιταλιστικής κοινωνίας είναι, κατά την γνώμη μου, αυτό που κάποτε εννοούσαμε κάποιοι/ες όταν υποστηρίζαμε την ανάγκη κατάκτησης της ηγεμονίας στην κοινωνία και οραματιζόμασταν τον «σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία» (Εξ ου και η «αυθαιρεσία» της αλλαγής του τίτλου του άρθρου). Το γεγονός ότι κυρίως στην Αμερική, όπου εδρεύει το Jacobin, αλλά και σε άλλες χώρες, η ριζοσπαστική νεολαία συζητά πάλι για την υπέρβαση του καπιταλισμού και για έναν μελλοντικό σοσιαλιστικό κόσμο, ας μην μας οδηγήσει σε μελαγχολικές σκέψεις επειδή γίνεται με «καθυστέρηση» μισού αιώνα. Ας το δούμε ως μια ευκαιρία να ξαναρχίσει και στη χώρα μας αυτή η συζήτηση, αντί της άχαρης αποϊδεολογικοποιημένης αντιπαράθεσης για τη νομή της εξουσίας.

 

Χ.Γο.

 

 

Μετά από δεκαετίες στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, τα τελευταία χρόνια ο σοσιαλισμός επανήλθε ως θέμα για σοβαρή συζήτηση. Μεταξύ των σύγχρονων θεωρητικών της πολιτικής, υπάρχει πλέον ένας ώριμος διάλογος σχετικά με το αν το όραμά μας για το μετακαπιταλιστικό μέλλον πρέπει να είναι ο σοσιαλισμός της αγοράς, το καθολικό βασικό εισόδημα, η δημοκρατία της προσωπικής ιδιοκτησίας, ο κομμουνισμός των εργατικών συμβουλίων ή μια μετα-εργασιακή ουτοπία. Αλλά αυτός ο διάλογος πολύ σπάνια βασίζεται σε μια πολιτική φιλοσοφία.

Αυτό που εννοώ με τον όρο «πολιτική φιλοσοφία» είναι μια θεωρία της δικαιοσύνης, μια συστηματική ηθική ή μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη της ανθρώπινης ελευθερίας. Αυτό που κάνουν οι πολιτικοί φιλόσοφοι είναι να αναπτύσσουν έννοιες που μας βοηθούν να διακρίνουμε το σωστό από το λάθος, το καλό από το κακό, το δίκαιο από το άδικο. Οι σοσιαλιστές είχαν ιστορικά μια περίπλοκη σχέση με το συγκεκριμένο εγχείρημα. Υποψιαζόμαστε ότι αυτό  είναι αστικό, ότι σταθεροποιεί το status quo ή ότι απλώς είναι ρεφορμιστικό.

Ήρθε η ώρα να γυρίσουμε σελίδα σε σχέση με αυτές τις καχυποψίες. Χρειαζόμαστε όχι μόνο διαγνώσεις της υπάρχουσας συστηματικής αδικίας, αλλά και συνταγές για δικαιοσύνη, ελευθερία και την καλή ζωή. Χρειαζόμαστε αυτές οι συνταγές να είναι οικουμενικές, μη σεχταριστικές, πειστικές για τους μη προσηλυτισμένους και ελπιδοφόρες για το μέλλον. Πρέπει επίσης να αναζωογονήσουμε την πεποίθησή μας ότι ο σοσιαλισμός είναι εφικτός, επιθυμητός και δίκαιος.

 

Ο σοσιαλισμός απέναντι στη δικαιοσύνη;

 

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω διευκρινίζοντας τις παραδοσιακές σοσιαλιστικές αντιρρήσεις για την ανάπτυξη θεωριών που αφορούν τη δικαιοσύνη. Η πρώτη ανησυχία ότι η δικαιοσύνη είναι ένα αστικό ιδεώδες είναι βάσιμη. Οι διεκδικήσεις για δικαιοσύνη πραγματοποιούνται σε ένα κοινωνικό έδαφος στο οποίο υπάρχουν βαθιές κοινωνικές διαιρέσεις που τα φιλελεύθερα ιδανικά, όπως η ελευθερία και η ισότητα, κάνουν πολλά για να συσκοτίσουν. Η υποστήριξη του δομικού μετασχηματισμού της κοινωνίας δεν είναι εύκολο να γίνει με την χρησιμοποίηση των ίδιων ιδανικών με εκείνα που συσκοτίζουν τις κοινωνικές διαιρέσεις.

Δεύτερον, εξ αιτίας της προηγούμενης δυσκολίας, οι διεκδικήσεις για δικαιοσύνη μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τη στήριξη του status quo. Είναι πολύ εύκολο να υιοθετούμε αβασάνιστα τις πεποιθήσεις των ανθρώπων για τη δικαιοσύνη. Η αγορά διαμορφώνει τις αξίες, τα συναισθήματα και τις ηθικές πεποιθήσεις μας με έναν τρόπο που οδηγεί στην ενίσχυση του status quo, μυστικοποιώντας μια μεγάλη γκάμα κοινωνικών προβλημάτων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν μας προσδίδει αξιοπιστία να επικαλούμαστε τους υπάρχοντες κανόνες ή τις πραγματικές επιθυμίες και προτιμήσεις των ανθρώπων σε σχέση με αυτούς τους κανόνες για να νομιμοποιήσουμε τα σοσιαλιστικά ιδεώδη.

Η τρίτη ένσταση είναι ότι ο αστικός χαρακτήρας του ιδεώδους της δικαιοσύνης και οι πολλές ιδεολογικές στρεβλώσεις του οδηγούν σε μια αδιέξοδη ρεφορμιστική πολιτική στρατηγική. Η ιδέα της «δικαιοσύνης» στον καπιταλισμό νομιμοποιεί την καπιταλιστική κυριαρχία μέσω της νομοθεσίας, των δικαστηρίων και του κοινοβουλευτικού συστήματος∙ έτσι η δέσμευση να διατηρήσουμε μια πολιτική δομή που ενισχύει την στήριξη αυτών των θεσμών καθιστά σχεδόν αδύνατη μια ριζική αμφισβήτηση της κοινωνικής τους βάσης. Η ριζική αλλαγή απαιτεί την αμφισβήτηση ορισμένων θεμελιωδών αξιών που έχουν σήμερα οι άνθρωποι.

Όμως, οι σοσιαλιστές πρέπει να εξετάζουμε τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικοί μας αντίπαλοι θέτουν το πρόβλημα της σχέσης του σοσιαλισμού με τη δικαιοσύνη. Οι φιλελεύθεροι ισχυρίζονται και αυτοί ότι ο σοσιαλισμός είναι ασύμβατος με την δικαιοσύνη-αλλά προφανώς για διαφορετικούς από τους παραπάνω λόγους.

Πρώτον, οι φιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι ο σοσιαλισμός στηρίζεται σε μια ανελεύθερη αντίληψη για την καλή ζωή. Ο σοσιαλισμός υποχρεώνει κάθε άνθρωπο να συμμετέχει στο έργο ζωής που αφορά την οικοδόμηση μιας αταξικής κοινωνίας, η οποία επιδιώκει να εναρμονίσει τα ατομικά συμφέροντα με το ιδεώδες του κοινού καλού. Όσοι τον επικρίνουν λένε ότι αυτή η σοσιαλιστική θέση ουσιαστικά αρνείται τον πλουραλισμό των ιδανικών της καλής ζωής που επιδιώκει η δημοκρατία. Απαιτώντας από τους ανθρώπους να ταυτίζονται πλήρως με μια κοινωνική αποστολή που τους υπερβαίνει, ο σοσιαλιστής απορρίπτει εξαρχής το γεγονός της ποικιλομορφίας που δεν δέχεται ότι υπάρχει στην ανθρώπινη ζωή. Σε έναν αταξικό κόσμο, οι σοσιαλιστές αποκλείουν την ύπαρξη της ανθρώπινης αμφισβήτησης, της επικοινωνίας και της ποικιλομορφίας. Αυτός ο φανταστικός κόσμος διαγράφει τις κοινωνικές διαφορές αρνούμενος το γεγονός του πλουραλισμού τον οποίο, αντίθετα, υποστηρίζει ο φιλελευθερισμός.

Το δεύτερο φιλελεύθερο επιχείρημα κατά του σοσιαλισμού είναι αυτό που εγώ αποκαλώ επιχείρημα της φράσης «Μη γίνεσαι αμερικανάκι!». Η λογική αυτού του επιχειρήματος είναι η εξής: «Όλοι εσείς κατακρίνετε τον καπιταλισμό που υπάρχει στην Αμερική (σας φαίνεται απάνθρωπος!), αλλά δεν καταλαβαίνετε ότι υπάρχουν διάφορες μορφές καπιταλισμού, και οι αντιρρήσεις σας ισχύουν μόνο για εκείνο το ανεξέλεγκτο είδος καπιταλισμού που είναι ξένο ως προς τον τρόπο με τον οποίο έχετε συνηθίσει να ζείτε». Ως γνωστόν, ο Καρλ Πόπερ υποστήριζε ότι δεν υπάρχουν μόνο δύο δυνατότητες –καπιταλισμός ή σοσιαλισμός– αλλά πολλές δυνατότητες μέσα στον καπιταλισμό. (Υπάρχουν, για παράδειγμα, οι πιο ανθρώπινες εκδοχές του καπιταλισμού που απαντώνται στις σκανδιναβικές χώρες). Ο σοσιαλισμός, αντίθετα, έχει πολύ λίγες μορφές. Είναι ο απόλυτος εξορθολογισμός της κοινωνίας, ο οποίος αφαιρεί από το πολιτικό τραπέζι τον αξιακό πλουραλισμό και την ιδεολογική ποικιλομορφία.

Το τρίτο φιλελεύθερο επιχείρημα είναι ότι η κατάχρηση της πολιτικής εξουσίας είναι ευκολότερο να αποτραπεί σε ένα καπιταλιστικό σύστημα από ό,τι σε ένα σοσιαλιστικό. Αν θεωρούμε ότι ο σοσιαλισμός είναι δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και κεντρικός σχεδιασμός, είναι φυσικό επακόλουθο η διαφθορά να ενσωματώνεται κατευθείαν στους κρατικούς θεσμούς. Μια κρατική δομή που δεν επιτρέπει καμία ανεξαρτησία σε ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας, όπως η αγορά, θέτει τα άτομα στο έλεος μιας άρχουσας κλίκας που μπορεί να χρησιμοποιεί αυτή τη δομή για να πλουτίζει χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο.

Από την άλλη πλευρά, οι ψηφοφόροι σε μια καπιταλιστική δημοκρατία μπορούν να επιλέγουν μεταξύ μιας καλύτερης ή μιας χειρότερης αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων, γεγονός που κάνει τους κρατικούς αξιωματούχους πιο ευαίσθητους στα λαϊκά αιτήματα. Αυτό που προάγει τη συγκεκριμένη πολιτική ελευθερία είναι οι περισσότερες επιλογές μεταξύ διαφόρων αγαθών, υπηρεσιών και ευκαιριών απασχόλησης. Αν κάποιος δεν είναι αναγκασμένος να παίρνει ό,τι του παρέχει το κράτος, τότε αυτό εξαρτάται περισσότερο από τη λαϊκή επιδοκιμασία, γεγονός που καθιστά λιγότερο πιθανή την ύπαρξη ή την εξάπλωση της διαφθοράς. Αντίθετα, ο σοσιαλισμός απλώς δημιουργεί μια μεγάλη, αδιαφανή και ανεξέλεγκτη γραφειοκρατία, εχθρική στην εξωτερική κριτική.

 

Τι θα μπορούσε να σημαίνει δημοκρατικός σοσιαλισμός

 

Το κοινό νήμα που διατρέχει τα παραπάνω φιλελεύθερα επιχειρήματα είναι ότι οι σοσιαλιστικές πολιτικές είναι εγγενώς ανελεύθερες, επειδή οι σοσιαλιστές δεν συλλαμβάνουν εννοιολογικά τη δικαιοσύνη ως μια κατάσταση που επιτρέπει τη διαφωνία, τη δημοκρατική διαβούλευση και τις πολιτικές ελευθερίες.

Οι σοσιαλιστές πρέπει να εγκαταλείψουν την απροθυμία τους να μιλούν για δικαιοσύνη και να εξηγούν ξεκάθαρα τη συμβατότητα του σοσιαλισμού με τις φιλελεύθερες αξίες, για τους εξής δύο λόγους:

Πρώτον, δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο μπορεί να καλλιεργηθεί η ελπίδα για το μέλλον αν ασκούμε μόνο μια αρνητική κοινωνική κριτική. Με τον όρο «αρνητική» εννοώ την κριτική στάση που κάνει μεν τη διάγνωση των προβλημάτων, αλλά αρνείται να προτείνει συγκεκριμένες συνταγές για την αντιμετώπισή τους. Ως γνωστόν, ο Καρλ Μαρξ αρνιόταν να γράφει «συνταγές για το μαγειρείο του μέλλοντος»: απέρριπτε την ιδέα ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να περιγράψουμε λεπτομερώς τη μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτή η στάση υποτίθεται ότι δημιουργεί πολιτικό ρεαλισμό και δημοκρατική διαβούλευση  ενόσω εξελίσσεται το επαναστατικό κίνημα, έτσι ώστε να ανακαλύψουμε τον σοσιαλισμό κατά τη διαδικασία της οικοδόμησής του.

Δεν είναι όμως παράδοξο η Αριστερά του 2022 να εμμένει σε αυτή τη θέση; Πολλοί από εμάς μιλούν για τις πολλαπλασιαζόμενες κρίσεις της κλιματικής αλλαγής, της παγκόσμιας στασιμότητας και της μετανάστευσης σχεδόν με όρους Αποκάλυψης, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια άμεση, ξεκάθαρη ιδέα για μια σοσιαλιστική εναλλακτική λύση.

Αν η πολιτική κατάσταση είναι τόσο δύσκολη όσο πολλοί πιστεύουν ότι είναι, μπορεί πράγματι η Αριστερά να μην έχει μάγειρες στην κουζίνα της; Αν έχουμε χάσει ακόμη και την ικανότητα να είμαστε προνοητικοί, δεν βλέπω τι μπορεί να προσθέσει στη συζήτηση η ιστορική απαγόρευση να έχουμε μάγειρες, εκτός από αποθάρρυνση και πολιτική αποστασιοποίηση που αποτέλεσμά τους είναι η μοιρολατρία.

Δεύτερον, οι σοσιαλιστές επιδίωκαν πάντοτε όχι μόνο την οικονομική αλλά και την πολιτική ηγεμονία, η οποία περιλαμβάνει την ανάγκη να πείσουμε την πλειοψηφία της κοινωνίας ότι η ανάληψη της πολιτικής ηγεσίας από την εργατική τάξη θα ωφελήσει τους πάντες. Ακόμα και αν κάποιος δεν είναι εργάτης, πρέπει να είναι σε θέση να θεωρεί τον σοσιαλισμό επιθυμητό. Χωρίς μια αδιάσειστη ιδέα της δικαιοσύνης, δεν υπάρχουν πολλές ελπίδες να γίνει πραγματικότητα ο στόχος της κατάκτησης της λαϊκής πλειοψηφίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το άτομο είναι πιο σημαντικό από τη συλλογικότητα («ατομικισμός»). Αλλά οι σοσιαλιστές πρέπει να δείξουν ότι τα άτομα μπορούν να ευημερήσουν και σε μια κοινωνική δομή διαφορετικής μορφής. Το βάρος πέφτει σ’ εμάς να τους πούμε ότι μπορούν και πρέπει να περιμένουν κάτι πιο πλούσιο και πιο θετικό από τη δική μας αντίληψη για την ανθρώπινη ελευθερία σε σύγκριση με αυτό που προσφέρει ο καπιταλισμός.

Πολλά από τα φιλελεύθερα επιχειρήματα κατά του σοσιαλισμού βασίζονται στην υπόθεση ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία από την κορυφή ως τη βάση. Προκειμένου κάποιος να πάρει σοβαρά υπόψη του την πολιτική του σοσιαλισμού, πρέπει να γίνει λιγότερο πειστικό το επιχείρημα ότι αυτός ομογενοποιεί, υπονομεύει τις κοινωνικές διαφορές και, ως εκ τούτου, αρνείται την πολιτική. Ο Ααρών Μπενάναφ (ΣτΜ: ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου) έθεσε πρόσφατα το ερώτημα γιατί ο σοσιαλισμός του μέλλοντος «δεν μπορεί να αποτελείται από αλληλοεπικαλυπτόμενα επιμέρους σχέδια, τα οποία να συσχετίζουν τις αναγκαίες με τις ελεύθερες δραστηριότητες, παρά από ένα ενιαίο κεντρικό σχέδιο;». Ο σχεδιασμός θα μπορούσε να είναι ποιοτικά διαφορετικός από εκείνον του παρελθόντος, αφήνοντας ένα περιορισμένο περιθώριο στους μηχανισμούς της αγοράς, και ενσωματώνοντας άλλες αξίες στο κυρίαρχο ρεύμα της οικονομικής ζωής. Θα μπορούσαμε να κάνουμε σχέδια για τεχνολογικές εξελίξεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας, εξοικονομούν χρόνο και δημιουργούν πλεόνασμα, αλλά αν οι επενδύσεις εκδημοκρατίζονταν, θα μπορούσαμε να συνδυάσουμε αυτό το σχέδιο με άλλα σχέδια. Για παράδειγμα, οι πολίτες θα μπορούσαν να προτείνουν διαγωνισμούς για την πραγματοποίηση δημόσιων επενδύσεων του πλεονάσματος στα πεδία των τεχνών ή της φροντίδας των παιδιών και των ηλικιωμένων. Ο σοσιαλισμός θα χρειαστεί μια δημοκρατική πολιτική δομή που θα διευκολύνει τη μαζική κοινωνική αλλαγή, προϋπόθεση της οποίας πρέπει να είναι η θέση ότι ο πλουραλισμός αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής ζωής.

Εν τέλει, μπορούν να υπάρξουν διάφορες μορφές σοσιαλισμού, οι οποίες εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι πραγματοποιούν τον μετασχηματισμό των θεσμικών δομών που υπάρχουν σήμερα. Ο βορειοαμερικανικός σοσιαλισμός μπορεί κάλλιστα να είναι διαφορετικός από τον ευρωπαϊκό σοσιαλισμό, ο οποίος με τη σειρά του θα είναι διαφορετικός από τον σοσιαλισμό της Νότιας Αμερικής, επειδή οι κρατικοί θεσμοί και οι αναπτυξιακές ανάγκες των διαφόρων χωρών διαφέρουν κατά πολύ μεταξύ τους. Για παράδειγμα, μπορώ να φανταστώ ένα μεγάλο και επιβλητικό έργο κατασκευής ηλεκτρικών σιδηροδρόμων στις Μεγάλες Πεδιάδες της Βόρειας Αμερικής, όπου οι αγρότες εκεί θα έχουν ένα συμβούλιο που θα καθορίζει την τιμή των σιτηρών μαζί με το συμβούλιο των κτηνοτρόφων στα νοτιοδυτικά που θα στέλνει ζώα στο Σικάγο. Μπορώ να φανταστώ το σύστημα συνδιαχείρισης στη Γερμανία να παραδίδει τον έλεγχο της διοίκησης εξ ολοκλήρου στους εργαζόμενους, με τα συνδικάτα να έχουν την ευθύνη των ενεργών πολιτικών στην αγορά εργασίας, τις οποίες να συντονίζουν μαζί με ένα συμβούλιο επενδύσεων.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι ύπαρξης ενός σοσιαλισμού που δεν θα βασίζεται σε μια κεντρική αρχή, η οποία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στη διαφθορά. Έλεγχοι και ισορροπίες μπορούν να υπάρχουν και στον σοσιαλισμό. Μια σοσιαλιστική πολιτική θεωρία που αξιοποιεί αυτή τη δυνατότητα θα προσπαθούσε να προικίσει τα άτομα με την ικανότητα να διαπραγματεύονται τις διαφορές σε εκείνα τα θέματα που θεωρούμε ότι πρέπει να γίνεται αυτό ή να δίνουν έμφαση στον τρόπο με τον οποίο διανέμουμε και επενδύουμε το πλεόνασμα της συλλογικής μας εργασίας.

 

Οι ελπίδες μας για το μέλλον

 

Μια σοσιαλιστική αντίληψη για τη δικαιοσύνη πρέπει να δικαιολογεί με ισχυρά επιχειρήματα την ανάληψη ενός μεγάλου υπαρξιακού στοιχήματος: Γιατί οι άνθρωποι να ρισκάρουν τη ζωή τους στη μετάβαση πέραν του καπιταλισμού; Για να το κάνουν πρέπει να πιστέψουν ότι αυτή η μετάβαση θα εξαλείψει τα κίνητρα να αλλάξουμε προς το χειρότερο, και αντίθετα θα μας βοηθήσει να αλλάξουμε προς το καλύτερο. Για παράδειγμα, πρέπει να αισθάνονται σίγουροι ότι οι πολιτικές ελευθερίες δεν θα χαθούν.

Είναι η «δικαιοσύνη» αναγκαστικά ρεφορμιστική, όπως λένε ορισμένοι σοσιαλιστές; Ίσως, αλλά όχι ολότελα. Μια σοσιαλιστική μετάβαση θα απαιτήσει πιθανότατα πολλές μεταρρυθμίσεις που θα διευρύνουν τις ικανότητες των ανθρώπων να δρουν ελεύθερα στο παρόν, για να είναι περισσότεροι εκείνοι με τους οποίους θα συνεργαστούμε ώστε να αυξηθεί η συμμετοχή και η τεχνογνωσία που σίγουρα είναι αναγκαίες σε μια μελλοντική ελεύθερη κοινωνία. Όλα αυτά είναι απαραίτητα για να οργανωθεί η ρήξη με κάτι τόσο σοβαρό όσο οι κυρίαρχες επιταγές ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Δεν μπορεί να υπάρξει, είτε μεταρρυθμιστικός είτε επαναστατικός, που να μη διευρύνει αυτές τις ικανότητες, καθιστώντας τους ανθρώπους που υπάρχουν σήμερα «ικανούς να αυτο-κυβερνηθούν».

Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί ποιες μεταρρυθμίσεις οδηγούν προς την κατεύθυνση της ρήξης. Αλλά οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να βλέπουν τους σπόρους του σοσιαλισμού να αναπτύσσονται κατά την διάρκεια αυτής της διαδικασίας, να είναι σίγουροι ότι υπάρχει γόνιμο έδαφος για την επικράτηση της δικαιοσύνης, ώστε να μπορέσουν να στρέψουν τους ορίζοντές τους προς την ελευθερία. Η άρνηση της σημασίας της δικαιοσύνης σ’ αυτή την ιστορική διαδικασία σημαίνει άρνηση της ανάγκης να προσπαθήσει ο σοσιαλισμός να νομιμοποιηθεί ηθικά στα μάτια της πλειοψηφίας. Είναι αυτοκαταστροφικό να μετατρέψουμε το σοσιαλισμό σε ένα κενό υποκατάστατο στο οποίο οι άνθρωποι προβάλλουν το φόβο και την αβεβαιότητα τους αντί, όπως έγραψε κάποτε ο Ότο Νόιρατ (ΣτΜ: αυστριακός φιλόσοφος του «κύκλου της Βιέννης», που έζησε από το 1885 έως το1912), τις ελπίδες τους για ένα μέρος όπου ένας καλός άνθρωπος θα μπορεί να νοιώθει άνετα.

 

Μετάφραση - επιμέλεια: Χάρης Γολέμης

Πρόσφατα άρθρα ( Ιδέες )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet