Με ένα μεγαλοπρεπές φιάσκο ολοκληρώθηκε ο πρόσφατος κύκλος επεισοδίων του διαχρονικά δημοφιλούς σίριαλ «Η επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα». Κατά τα ειωθότα, τα γυρίσματα του συγκεκριμένου κύκλου επεισοδίων είχαν λίγο από όλα: πρωθυπουργικές εξαγγελίες περί «δανεισμού» στην αρχή της κυβερνητικής τετραετίας, αντιδράσεις και ανασκευή διατυπώσεων, δηλώσεις και κόντρα δηλώσεις κάθε λογής βρετανών αξιωματούχων, «αποκλειστικά» δημοσιεύματα του ελληνικού και βρετανικού Τύπου, συσκέψεις, δελτία Τύπου και συνεντεύξεις, παρασκηνιακές διαβουλεύσεις και μυστικές συναντήσεις στο Λονδίνο, εναλλασσόμενα σενάρια για διάφορες εκδοχές δανεισμού, άτυπες λίστες αντικειμένων πρώτης γραμμής από ελληνικά μουσεία προς ανταλλαγή, ευφάνταστες εικασίες για τον «νομικό μανδύα» της κυοφορούμενης, δήθεν, συμφωνίας, πολιτικές κόντρες και αντεγκλήσεις, ανατροπές, αγωνία, σασπένς, διαψεύσεις.

 

Τίτλους τέλους, για την ώρα, έβαλε στις 11 Γενάρη η βρετανίδα υπουργός Πολιτισμού Μισέλ Ντόνελαν, δηλώνοντας στο BBC πως τα Γλυπτά του Παρθενώνα «ανήκουν εδώ στη Βρετανία» και δεν πρέπει να επιστραφούν στην Ελλάδα. Την ολοκλήρωση του κύκλου επιβεβαίωσε από την πλευρά του και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σημειώνοντας, κατά τη συνάντηση του με την πρόεδρο της Δημοκρατίας, πως δεν αναμένει άμεσα αποτελέσματα για την υπόθεση, παρά τις «συστηματικές κινήσεις» που έχει κάνει. Προανήγγειλε, βέβαια, και τον επόμενο κύκλο επεισοδίων που -φευ!- προγραμματίζεται για μετά τις εκλογές, αλλά μόνον «εφόσον ο λαός μας εμπιστευτεί»...

Ο Κ. Μητσοτάκης επανέλαβε, ασφαλώς, πως ο επιδιωκόμενος στόχος είναι «να απολαμβάνουμε αυτό το μοναδικό μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς στην ολότητά του, στον φυσικό του χώρο που δεν είναι άλλος από το Μουσείο της Ακρόπολης». Μόνο που φυσικός χώρος του Παρθενώνα δεν είναι, βέβαια, το Μουσείο της Ακρόπολης αλλά το σημείο που χτίστηκε το μνημείο πάνω στη Ακρόπολη. Και στην «ολότητά του» το μνημείο μπορεί να υπάρξει μόνο εάν τα γλυπτά, τόσο τα ευρισκόμενα στο Λονδίνο όσο και αυτά που εκτίθενται στο Μουσείο της Ακρόπολης, επέστρεφαν στην αρχική τους θέση. Τότε θα μπορούσαμε στ’ αλήθεια να κάνουμε λόγο για επανένωση. Αλλά αυτό μοιάζει πια να έχει ξεχαστεί.

 

Ευρύτερο και πολιτικά ακανθώδες διεθνές ζήτημα

 

Ας μην γελιόμαστε. Το ζήτημα της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο, που έχει αναχθεί σε εθνικό θέμα και επανέρχεται συχνά-πυκνά στη δημοσιότητα, κυρίως για λόγους εφήμερης επικοινωνιακής προβολής πολιτικών προσώπων και κυβερνήσεων, είναι περισσότερο σύνθετο από όσο θέλουν να το παρουσιάζουν οι θιασώτες μιας δήθεν «έξυπνης, ρεαλιστικής και αποτελεσματικής» διαπραγμάτευσης.

Γιατί συνδέεται αναπόφευκτα με το ευρύτερο και πολιτικά ακανθώδες διεθνές ζήτημα επαναπατρισμού πολιτιστικών αγαθών από κάθε γωνιά του πλανήτη, πολύτιμων αρχαιολογικών τεκμηρίων που έγιναν αντικείμενο λεηλασίας κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας και κοσμούν σήμερα τα μεγάλα μουσεία της Δύσης.

Η Μ. Ντόνελαν επανέλαβε, στην συνέντευξή της, το αυτονόητο: ότι η αποστολή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα θα «ανοίξει το κουτί της Πανδώρας» και θα ήταν ένας «επικίνδυνος δρόμος», καθώς θα «άνοιγε την πόρτα σε αυτό το θέμα του συνόλου του περιεχομένου των μουσείων μας». Στην πραγματικότητα παρέπεμψε στο δόγμα που διατύπωσαν το 2002, 18 μεγάλα μουσεία του κόσμου, πρωτοστατούντος του Βρετανικού και συμπεριλαμβανόμενων του Μητροπολιτικού Μουσείου Νέας Υόρκης (Met) και του Getty, στην κοινή τους διακήρυξη «Declaration on the Importance and Value of Universal Museums». Με την επίκληση της οικουμενικότητας, το Βρετανικό και τα άλλα 17 αρχαιοκαπηλικά μουσεία διεκδικούν για τον εαυτό τους τον ρόλο των «παγκόσμιων μουσείων» (universal museums), δηλαδή μουσείων που δικαιούνται να εκπροσωπούν τον παγκόσμιο πολιτισμό, επομένως να αρνούνται κάθε συζήτηση για το ενδεχόμενο επιστροφής αρχαιοτήτων στους τόπους προέλευσής τους, αίτημα που διατυπώνουν από δεκαετίες κράτη και μουσεία της πάλαι ποτέ «περιφέρειας».

Η ελληνική πλευρά επέλεξε διαχρονικά να κρατήσει αποστάσεις από το ευρύτερο αίτημα γενικευμένου επαναπατρισμού, απομονώνοντας το ζήτημα των γλυπτών του Παρθενώνα, στο οποίο προσέδωσε ειδικά και συμβολικά χαρακτηριστικά. Γιατί, άραγε, να μην τίθεται ζήτημα επιστροφής λ.χ. της Αφροδίτης της Μήλου ή της Νίκης της Σαμοθράκης από το Λούβρο ή των γλυπτών του Επικούριου Απόλλωνα που βρίσκονται επίσης στο Βρετανικό Μουσείο; Και γιατί τα «ειδικά» χαρακτηριστικά των γλυπτών του Παρθενώνα, ενός μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς, όπως είπε και ο Κ. Μητσοτάκης, να μην τα καθιστούν, ακριβώς λόγω του συμβολισμού τους, ένα ιδανικό έκθεμα για ένα «παγκόσμιο μουσείο», όπως διατρανώνει πως είναι το Βρετανικό;

 

Μεγάλο βήμα υποχώρησης

 

Όμως, η ελληνική πλευρά, ήδη από το 2001, δια στόματος του τότε υπουργού Πολιτισμού Β. Βενιζέλου, είχε κάνει ένα ακόμη μεγάλο βήμα υποχώρησης, ανοίγοντας τη συζήτηση για την πιθανότητα να έρθουν τα γλυπτά «ακόμη και με τη μορφή ενός μακροχρόνιου δανεισμού». Στα χνάρια αυτής της πολιτικής είναι που πορεύεται και η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ, με κορυφαία δείγματα γραφής τη νομοθέτηση της δυνατότητας εκπατρισμού αρχαιοτήτων για μέχρι 50 χρόνια και τη νομιμοποίηση της αρχαιοκαπηλικής συλλογής Κυκλαδικών αρχαιοτήτων του Στερν, μέσα από την ψευδεπίγραφη συμφωνία «επιστροφής» τους στη χώρα, που στην πραγματικότητα εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα του συλλέκτη και της οικογένειας Γουλανδρή, σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου.

Όσοι συνεχίζουν να μιλάνε για επιστροφή και επανένωση, ενώ εννοούν ανταλλαγή ή δανεισμό, δεν είναι απλώς υποκριτές. Κάνουν μπίζνες με γνώμονα το κέρδος, ως άλλοι έμποροι ή ενεχυροδανειστές στο διεθνές παζάρι αρχαιοτήτων, εκσυγχρονισμένοι υπηρέτες νεοαποικιακών αντιλήψεων, θλιβεροί ντίλερς αγοραίων συμφερόντων. Συνήθως, είναι οι ίδιοι που εμπορεύονται επίσης «πατριωτισμό» και «εθνική υπερηφάνεια».

Στάθης Γκότσης Ο Στάθης Γκότσης είναι ιστορικός - γενικός γραμματέας του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων Υπουργείου Πολιτισμού Αττικής, Στερεάς και Νήσων Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet