Με παρέμβαση της εισαγγελέως Πρωτοδικών Φλώρινας θα συζητηθεί η νομική βάση της απόφασης του Ειρηνοδικείου Φλώρινας, που είχε αναγνωρίσει σωματείο με την επωνυμία “Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα”. Η ανακοπή που ασκήθηκε, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παλαιό ζήτημα. Πρόκειται για το δικαίωμα ομάδας πολιτών της περιοχής να ιδρύσουν σωματείο με στόχο τη «διατήρηση και καλλιέργεια της μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα» και την υποστήριξη της εισαγωγής της μακεδονικής γλώσσας ως προαιρετικού μαθήματος σε δημόσια σχολεία και πανεπιστήμια στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ της «Καθημερινής» (7/1/2023), η εισαγγελέας υποστηρίζει ότι η απόφαση αναγνώρισης του σωματείου από το Ειρηνοδικείο παραβιάζει τη διεθνή συμφωνία των Πρεσπών και ότι συνιστά προσπάθεια δημιουργίας μειονότητας. Πρόκειται εντέλει για μετέωρη κατηγορία, καθώς η δημιουργία του σωματείου δεν έχει καμιά σχέση με τη συμφωνία των Πρεσπών, ενώ η εκμάθηση της μακεδονικής γλώσσας δεν συνιστά βήμα προς τη δημιουργία μειονότητας, αφού αυτό το ζήτημα αναγνώρισης μειονοτικής ομάδας εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κυβέρνησης. Η απόφαση άσκησης ανακοπής αγνοεί σειρά αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με την ίδρυση συλλόγων μειονοτικού χαρακτήρα, κυρίως από τη Θράκη αλλά επίσης και μια υπόθεση της Φλώρινας («Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού»). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προέβη στη διαπίστωση παραβίασης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρ. 11) από την Ελλάδα, καθώς θίγεται το δικαίωμα ίδρυσης  συλλόγου. Αυτό το δικαίωμα περιορίζεται μόνο από κάποιους συγκεκριμένους λόγους, όπως η ασφάλεια και η δημόσια τάξη ή όταν το καταστατικό παραβιάζει τον ποινικό κώδικα. Κάθε περιορισμός θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός στο πλαίσιο μιας «δημοκρατικής κοινωνίας», όχι απλώς γιατί το θέλησε το κράτος. Βρισκόμαστε, επομένως, στα πρόθυρα μιας ακόμη παραβίασης της Σύμβασης;

Το ενδιαφέρον –και το περίεργο– της ανακοπής της εισαγγελέως είναι ο ισχυρισμός ότι αυτή η γλώσσα δεν υπάρχει! Πρόκειται για κλασικό ισχυρισμό, που υπήρξε και παλαιότερα, παρά το γεγονός ότι το επίσημο ελληνικό κράτος έχει παραδεχτεί ότι αυτή η γλώσσα υπάρχει. Συγκεκριμένα, στην απογραφή του 1920 το ελληνικό κράτος την ονομάζει “μακεδονική” και τη διαφοροποιεί από τη “βουλγαρική”. Στις απογραφές του 1928, 1940 και 1951 την ονομάζει “μακεδονοσλαβική” ή “σλαβομακεδονική”. Είναι, ασφαλώς, εξωφρενικό παρά τις καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να ξαναγίνει τώρα αυτή η συζήτηση. Και βέβαια υποτιμητικό για τη χώρα, διότι για τους ίδιους λόγους το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει δικαιώσει ένα άλλο σωματείο στην Φλώρινα.  Πριν λίγα χρόνια, εντούτοις με απόφαση ανακοπής δεν εγκρίθηκε η ίδρυση ενός σωματείου στις Σέρρες, που πρόβλεπε “την προαγωγή του ντόπιου πολιτισμού”, σε αντίθεση με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Εξάλλου, η νομολογία αυτή δημιουργεί διεθνείς υποχρεώσεις στη χώρα. Οι δικαστές είναι υπόλογοι για τη μη εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.

Η δικάσιμος ορίστηκε για τις 2 Φεβρουαρίου. Και είναι λυπηρό να βρισκόμαστε ξανά, εν έτει 2023 μπροστά στο ενδεχόμενο μια απόφαση που θα δέχεται το σκεπτικό της ανακοπής, ότι δηλαδή δεν υπάρχει αυτή η γλώσσα στην ελληνική επικράτεια, να οδηγήσει σε μια ακόμα ευρωπαϊκή καταδίκη της στερώντας  δικαιώματα από πολίτες της.

 

Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet