Ατελείωτες ουρές αναμονής στα επείγοντα των νοσοκομείων, ασθενείς σε ράντζα, παιδιά σε κρίσιμη κατάσταση εκτός κλινών ΜΕΘ, παραιτήσεις υγειονομικών λόγω burnout και φαρμακεία με άδεια ράφια, ακόμα και από αντιπυρετικά. Αυτή είναι η κατάσταση του συστήματος υγείας στη χώρα μας, την ώρα μάλιστα που οι λοιμωξιολόγοι προειδοποιούν για ισχυρό κύμα διαφόρων ιώσεων το επόμενο διάστημα.

«Αυτή τη στιγμή υπάρχει η συνήθης εποχιακή γρίπη, επαυξημένη όμως από το γεγονός ότι επειδή για δύο χρόνια με τις προφυλάξεις για τον κορονοϊό ο πληθυσμός δεν είχε εκτεθεί σε αυτή, η διάδοσή της τώρα αναμένεται να είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι συνήθως. Παράλληλα, συνεχίζουν να υπάρχουν πολλά κρούσματα κορονοϊού, που λόγω των στρεβλώσεων στην εμβολιαστική εκστρατεία και μέσω των λάθος μηνυμάτων που έχουν δοθεί στον κόσμο από τα ΜΜΕ, αλλά κυρίως από την κυβέρνηση, πολλοί άνθρωποι είναι πρακτικά ανεμβολίαστοι, καθώς έχουν κάνει την τρίτη δόση πριν από ένα χρόνο και άρα είναι σχετικά ακάλυπτοι μπροστά στην covid. Με την τελείως ακατάλληλη δε κατάργηση των μασκών παντού, θα έχουμε την ταυτόχρονη διάδοση και όλων των άλλων εποχιακών ιώσεων», περιγράφει στην «Εποχή» την επιδημιολογική κατάσταση η Όλγα Κοσμοπούλου, παθολόγος-λοιμωξιολόγος στο Κρατικό Νίκαιας και μέλος του ΔΣ της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθηνών – Πειραιώς (ΕΙΝΑΠ).

 

Ανύπαρκτη πρωτοβάθμια υγεία

 

Κι όσο τρομαχτικό και αν ακούγεται το γεγονός αυτό, στην πραγματικότητα δεν θα ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα, αν είχαμε ένα αξιοπρεπές σύστημα υγείας, όπως επισημαίνει η ίδια: «Κάθε χρόνο έχουμε γρίπη. Το νέο και το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αλλά ότι έρχεται να προστεθεί σε μία κατάσταση πολλών κρουσμάτων covid –που συνεχίζουν να υφίστανται, απλά πια δεν φαίνεται να απασχολούν τη δημόσια σφαίρα– και, το κυριότερο, ότι δεν έχουμε ένα ανεπτυγμένο δημόσιο σύστημα υγείας, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές τις συνήθεις υγειονομικές ανάγκες».

Ένα ανεπτυγμένο δημόσιο σύστημα υγείας, πρώτα απ’ όλα, θα σήμαινε να έχουμε ισχυρές πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας, ώστε να μπορεί ο κόσμος που αρρωσταίνει από κάτι απλό, όπως είναι οι ιώσεις, να απευθύνεται εκεί και να μην χρειάζεται να πηγαίνει στα επείγοντα των νοσοκομείων. Ταυτόχρονα δε, η ύπαρξη πρωτοβάθμιας υγείας θα συντελούσε και στην πρόληψη ασθενειών και στην παρακολούθηση των ανθρώπων πριν καταλήξουν ασθενείς.

«Πρωτοβάθμια υγεία ουσιαστικά δεν έχουμε στη χώρα. Υπάρχει το μικροδίκτυο των γιατρών της κοινότητας, που κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, αλλά δεν επαρκούν. Και μην ξεχνάμε ότι πολύς κόσμος, ιδιαίτερα οι ανασφάλιστοι, δεν έχουν πρόσβαση σε αυτούς, για οικονομικούς λόγους. Το αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης δεν είναι μόνο ότι συρρέει πολύς κόσμος στα νοσοκομεία, αλλά ότι, ιδίως την τελευταία τριετία, φτάνει εκεί σε πολύ βαριά κατάσταση. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος επειδή δεν έχει να απευθυνθεί κάπου για ένα προκάρδιο άλγος που αισθάνεται, φτάνει στο τέλος στο νοσοκομείο με βαρύ έμφραγμα. Αυτό φανταστείτε ότι συμβαίνει για διάφορες καταστάσεις και για όλες τις ηλικίες. Αυτή τη στιγμή δε, όπως βέβαια και την προηγούμενη με την πανδημία, ένα καλό σύστημα πρωτοβάθμιας υγείας είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε για να ανταποκριθούμε στις ανάγκες που δημιουργούνται από τις ιώσεις», περιγράφει η παθολόγος-λοιμωξιολόγος.

 

Νοσοκομεία υπό κατάρρευση

 

Και από την ανύπαρκτη, σχεδόν, δημόσια πρωτοβάθμια υγεία, η σκυτάλη πολιτικής αδιαφορίας για τη δημόσια υγεία περνάει στα νοσοκομεία, όπως αφηγείται η Όλγα Κοσμοπούλου την καθημερινότητά τους:

«Τα νοσοκομεία είναι καθημαγμένα. Δεν έχω άλλη λέξη να περιγράψω την κατάσταση που επικρατεί. Υπάρχει πολλή μεγάλη κόπωση σε όλους τους κλάδους των εργαζόμενων, ψυχική και σωματική. Επικρατεί μεγάλη έλλειψη οράματος, καθώς κανείς δεν πιστεύει ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν, αλλά αντίθετα ότι η καθημερινότητα των υγειονομικών θα γίνεται όλο και χειρότερη. Επί πολλά χρόνια δεν είχαμε καμία ουσιαστική ενίσχυση σε προσωπικό, μόνο κάτι ημίμετρα που δεν βοηθούν σε τίποτα. Παράλληλα, οι κτιριακές υποδομές των περισσότερων νοσοκομείων είναι υπό κατάρρευση. Πάνω σε αυτή την κατάσταση επέπεσε και η πανδημία, οπότε είναι σαν να έχουμε βγει από πόλεμο, μόνο που αυτός συνεχίζεται, έστω και ηπιότερα».

Η έλλειψη επαρκούς υγειονομικού προσωπικού αφορά όλα τα νοσοκομεία της χώρας και έχει γραφτεί πολλάκις τα τελευταία χρόνια, αλλά δυστυχώς συνεχίζεται ακάθεκτη. Τελευταίο τρανό παράδειγμα που ήρθε στη δημοσιότητα, αφορά στο νοσοκομείο Μεταξά, που διαθέτει μόνο έναν νοσοκομειακό φαρμακοποιό, με αποτέλεσμα όταν αρρώστησε από κορονοϊό αυτές τις μέρες, το νοσοκομείο να μείνει με κλειστό φαρμακείο και 120 καρκινοπαθείς χωρίς χημειοθεραπεία.

 

Ούτε, έστω, παιδιατρική περίθαλψη

 

Μεγάλο πρόβλημα παρουσιάζεται ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την παιδιατρική περίθαλψη, με τη Βόρεια Ελλάδα να διαθέτει μόλις 8 κλίνες ΜΕΘ για παιδιά και εν γένει στην περιφέρεια να υπάρχουν μόνο 18 παιδιατρικές κλίνες εντατικής. Για τον λόγο αυτό, οι διακομιδές στην Αθήνα είναι συχνότατο φαινόμενο, με τα τρία παιδιατρικά νοσοκομεία, προφανώς, να μην μπορούν ούτε αυτά να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες. «Το μεγάλο πρόβλημα της παιδιατρικής περίθαλψης έχει αναδειχθεί πολλές φορές το προηγούμενο διάστημα από τραγικά γεγονότα στα νοσοκομεία Παίδων. Στην Αττική έχουμε τρία μεγάλα παιδιατρικά νοσοκομεία: το Αγία Σοφία και το Αγλαΐα Κυριακού, όπου δεν υπάρχουν αναισθησιολόγοι και δεν γίνονται χειρουργεία τόσο καιρό, με πολλές ακόμα ελλείψεις και κενά σε προσωπικό. Και υπάρχει και το Παίδων Πεντέλης, που τελεί κυριολεκτικά υπό διάλυση, με μία συνεχή επίθεση από την κυβέρνηση να το μετατρέψει σε κάτι άλλο», καταγγέλλει η Όλγα Κοσμοπούλου.

Παρά τις συνεχόμενες εκκλήσεις όλα αυτά τα χρόνια τόσο για την παιδιατρική περίθαλψη, όσο και για την ενίσχυση του προσωπικού εν γένει στα νοσοκομεία, η κυβέρνηση αρνείται να προχωρήσει σε μόνιμες προσλήψεις, κάνοντας μόνο ανά καιρούς κάποιες προσλήψεις επικουρικών. Ενώ και με τον τελευταίο νόμο που έφερε, κατέδειξε καθαρά την πρόθεσή της να ιδιωτικοποιήσει το δημόσιο σύστημα υγείας.

«Πολλοί γιατροί και νοσηλευτές, αλλά και εργαζόμενοι σε άλλους κλάδους του νοσοκομείου, είναι επικουρικοί και έτσι βιώνουν πλήρη αβεβαιότητα για το μέλλον τους. Μια συνάδελφος, για παράδειγμα, αναρωτιόταν πριν από λίγες μέρες αν θα πληρωθεί κατά την τρίμηνη παράταση που είναι να πάρει, καθώς πέρυσι που είχε συμβεί ακριβώς το ίδιο, είχε πληρωθεί απλά ένα βδομαδιάτικο. Πώς θα δουλέψουν έτσι οι άνθρωποι;», επισημαίνει το μέλος της ΕΙΝΑΠ.

 

Παραιτήσεις υγειονομικών και burnout

 

Αναμενόμενα, λοιπόν, σ’ αυτό το κλίμα κατάρρευσης να σημειώνονται αυξανόμενες παραιτήσεις υγειονομικών, όπως έγινε γνωστή, για παράδειγμα, την περασμένη εβδομάδα η παραίτηση-καταγγελία της διευθύντριας της Παθολογικής Κλινικής στο νοσοκομείο Ρεθύμνου, αλλά και πιο πριν του διευθυντή της Χειρουργικής του ίδιου νοσοκομείου, γιατρών στο Ασκληπείο, στην Κέρκυρα, στη Λήμνο και σε πολλά ακόμα νοσοκομεία της χώρας.

Αλλά και όσοι μένουν, στην πραγματικότητα βιώνουν μια σιωπηλή «παραίτηση». «Πολλοί υγειονομικοί σκέφτονται να παραιτηθούν τα τελευταία χρόνια και αρκετοί το κάνουν, καθώς είναι σύνηθες να συνταξιοδοτείται συνέχεια προσωπικό, αλλά να μην προσλαμβάνεται νέο, με αποτέλεσμα οι υπάρχοντες να επωμίζονται ολοένα και περισσότερο φόρτο εργασίας, στο οποίο είναι ανθρωπίνως αδύνατον να ανταπεξέλθουν. Οι παραιτήσεις αυτές είναι η κορυφή του παγόβουνου, που δείχνουν ακριβώς, όμως, την κατάσταση που επικρατεί. Γιατί η συνάδελφος στο Ρέθυμνο είχε την ψυχική δύναμη να παραιτηθεί, πολλοί όμως δεν την έχουν και ας θέλουν. Πέραν των οικονομικών λόγων που δεν παραιτούνται, δεν έχουν και τη δύναμη να παραιτηθούν, γιατί απλά δεν έχουν καμία ελπίδα για το αύριο, ότι κάπου αλλού μπορεί να είναι καλύτερα, ότι κάτι μπορεί να φτιάξει. Είναι ο ορισμός του burnout», εξηγεί η Όλγα Κοσμοπούλου.

 

Ανάγκη μέτρων και πραγματικής πρόληψης

 

Η λήψη άμεσων μέτρων για τη δημόσια υγεία κρίνεται, συνεπώς, επιτακτική ανάγκη βιωσιμότητας τόσο του συστήματος, όσο και δικής μας. «Χρειαζόμαστε, πρώτον, ένα δωρεάν, δημόσιο σύστημα πρωτοβάθμιας υγείας, πρόληψης και αποκατάστασης. Δεύτερον, πρέπει να φτιάξουμε νέα νοσοκομεία, με καλύτερα κτίρια, που οι ασθενείς θα νοσηλεύονται με αξιοπρέπεια και θα έχουν πρόσβαση σε όλες τις νέες τεχνολογίες υγείας που έχουν αναπτυχθεί και μπορούν να τους σώσουν τη ζωή. Και, βέβαια, πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να γίνει στελέχωση των υπηρεσιών υγείας σε πρωτοβάθμιο και νοσοκομειακό επίπεδο. Και όχι απλά με προσωπικό που θα φτάνει ίσα-ίσα, που ακόμα και γι’ αυτό θα χρειαστούν πολλές προσλήψεις, αλλά όπως ανέδειξε η πανδημία, είναι σημαντικό να έχουμε μια βάση προσωπικού, που θα μπορεί να εξυπηρετήσει και τις έκτακτες ανάγκες», σημειώνει η Όλγα Κοσμοπούλου.

Προσθέτει, βέβαια, πως το ζήτημα της δημόσιας υγείας στην πραγματικότητα εκκινεί πολύ πιο πριν και σχετίζεται με την ποιότητα ζωής που έχουμε. «Η υγεία είναι ένα πολύ συνολικότερο ζήτημα από την κατανάλωση υπηρεσιών υγείας και ξεκινάει από τη στέγαση, την καλή διατροφή, την εργασία σε κατάλληλες συνθήκες κ.ο.κ. Πολλές μελέτες δείχνουν ότι το να έχεις ένα ζεστό σπίτι τον χειμώνα, ένα καλό πιάτο φαγητό, πρόσβαση σε άθληση, προφυλάσσει από λοιμώξεις του αναπνευστικού. Αλήθεια, πόσοι άνθρωποι έχουν αυτή τη δυνατότητα τώρα;».

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet