Φωτογραφία: Julian Mommert

 

 

 

Πολύ μελάνι έχει χυθεί για το Ink, την πρόσφατη δημιουργία του Δημήτρη Παπαϊωάννου, γεγονός ευχάριστο – αποκαλύπτει την ολοένα αυξανόμενη εμβέλεια της τέχνης του στο εγχώριο και διεθνές κοινό, αυτό το maximizing the audience που χάρη στο πολύπλευρο ταλέντο του, 37 χρόνια τώρα, χτίστηκε βήμα-βήμα και το κυριότερο χωρίς υποχωρήσεις από τη μεριά του. «Ο καλλιτέχνης ερευνά σαν τον επιστήμονα αλλά παίζει σαν παιδί» αρέσκονταν να γράφει ο ίδιος αποκαλύπτοντας την οραματική πλευρά του. Οπότε, από την Κατάληψη της Γ’ Σεπτεμβρίου ως το Μέγαρο Μουσικής, ένα τσιγάρο δρόμος! Λέγεται ωστόσο ότι η επιτυχία καταστρέφει τη δημιουργικότητα, ίσως γιατί ενεργοποιεί τον πρωτογενή ναρκισσισμό. Ας αποπειραθούμε να δούμε, εστιάζοντας κεντρικά στο έργο, χωρίς να διολισθαίνουμε στην υπερβολική αναγνωρισιμότητα του προσώπου ή στην οικειότητα που καταστρέφει τη συνέχεια.

Η υπερ-ανάλυση, οι ακαδημαϊκές προσεγγίσεις που συνήθως θυμίζουν λιβανωτό ή αγιογραφία, η υπερτροφική πληροφορία που διακινείται μέσα από έμφυλες ή queer ερμηνείες που βρίσκονται στον αφρό των ημερών, δεν γονιμοποιούν ουσιαστικό διάλογο με το ίδιο το έργο τέχνης ούτε συμβάλλουν στην αισθητική συγκίνηση. Εν τέλει δεν αναδεικνύουν το εκτόπισμα μιας μοναδικής δημιουργικότητας. Στη μεταμοντέρνα συνθήκη που ζούμε το παιχνίδι είναι αμφίρροπο. Με κάθε επιφύλαξη, λοιπόν, ας επαναλάβω την κλασική αλήθεια στην ιστορία της τέχνης, ότι δηλαδή η χρονική απόσταση είναι ο ασφαλέστερος κριτής για την αποτίμηση του παρόντος με τον ενεστώτα χρόνο να μοιάζει ανεπαρκής.

Ομολογώ ότι περίμενα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτό το έργο: με είχε δελεάσει εν πρώτοις ο τίτλος, από μια δόση επαγγελματικής διαστροφής μάλλον, αφού συνδέοντας το μελάνι με το χταπόδι οι συνειρμοί οδηγούν στη γέφυρα πνεύματος - ύλης. Τα ονόματα, άλλωστε, με τα οποία βαφτίζει τις δημιουργίες του, βλέπε Πρώτη ύλη, Για πάντα, Εγκάρσιος προσανατολισμός, Μέσα, Πουθενά, είναι πάντα to the point. Και το κυριότερο, ήθελα να δω πώς επιστρέφει ο Παπαϊωάννου στην αναπαράσταση, αλλά και στη σκηνή – ο ίδιος με το σώμα στη μάχη, μεσήλικας 58 συναπτών χρόνων μετά την επίπονη διετία της πανδημίας και των εγκλεισμών. Γιατί το Ink γεννήθηκε το 2020, την περίοδο του λοκντάουν, αρχικά σαν εικαστική εγκατάσταση για να πάρει τη μορφή ενός έργου για δύο: ο νεαρός γερμανός χορευτής Šuka Horn εισβάλλει μυστηριωδώς, ως πλάσμα του βυθού (της φαντασίωσης;), στη μοναχική περιπέτεια του Δ. Π. για να επιβεβαιώσει ότι η δύναμη της επιθυμίας προϋποθέτει τον Άλλο. Όσο είναι όμως δεδομένη η κατάλυση της αλαζονείας του Εγώ από την αναπάντεχη εμπλοκή, άλλο τόσο ο σεξουαλικός μηχανισμός της επιθυμίας είναι εκτός νόρμας, όπως αναφέρει ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι. Και παραφράζοντας το φιλοσοφικό παράδοξο του Αχιλλέα και της χελώνας, είναι στη μοίρα των δύο να μην γίνουν ποτέ ένα, να κυνηγιούνται ατελείωτα χωρίς ποτέ να συναντηθούν. «Ο έρωτας, ιδωμένος από την πλευρά της σεξουαλικής επιθυμίας, είναι μια μη συνάντηση, μια ψευδαίσθηση που προορίζεται να τελειώσει.»

Στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών μας περίμεναν στοιχεία γνώριμα της εικονοποιίας του Δ. Π. μαζί με παράδοξες συζεύξεις: ανθρακί σκηνικός χώρος νοτισμένος από τη βροχή ή τη θάλασσα, σαν να άνοιξαν οι μελανοί ουρανοί του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και ο ίδιος ντυμένος στα μαύρα, μαύρο στο μαύρο, ink on paper, μοιάζει να ζωντανεύει ήρωα των κόμικς του. Πασχίζει ολοένα με το υγρό στοιχείο (σκοτεινό ασυνείδητο) ως την απροσδόκητη εμφάνιση (ανάδυση της επιθυμίας) του γυμνού σώματος του Σούκα Χορν. Δυνατές εικόνες με παραμορφωμένη σωματικότητα που ανακαλούν τη ζωγραφική του Φράνσις Μπέικον διατρέχουν το έργο, εναλλασσόμενες με πιο ρεαλιστικές σκηνές, επαναληπτικές που προσδίδουν μια δόση υστερίας στο κυνήγι του αντικειμένου του έρωτα. Αρχετυπικές εικόνες που αντλούν από μεγάλο εύρος επιρροών ξεκινώντας από τον Ιερώνυμο Μπος και τον Κήπο των επίγειων απολαύσεων (1490-1500), τα ερωτικά του Χοκουσάι με το Όνειρο της γυναίκας του ψαρά (1814), τον Γιόζεφ Μπόις, ως τις σκηνές από τον κινηματογράφο του Μουρνάου, του Κιούμπρικ, ή το Άλιεν του Ρ. Σκοτ. Το σημαντικό στο Ink είναι ότι όλο αυτό το ετερόκλητο υλικό είναι άψογα κεντραρισμένο στη ροή της αφήγησης και στην υπηρεσία του νοήματος, αναδεικνύοντας έτσι ένα έργο υπαρξιακό μέσα από την ιστορία που κουβαλάει το σώμα και πολύ λιγότερο φορμαλιστικό.

Κλημεντίνη Βουνελάκη Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτισμός )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet