Κάθε μέρα που περνάει με την κυβέρνηση Μητσοτάκη στη θέση της, αποκτάει όλο και περισσότερο μόνιμα χαρακτηριστικά μια καθεστωτική αντίληψη και πρακτική, που διασφαλίζεται με αυταρχικές νομοθετικές παρεμβάσεις και εμπεδώνεται με μια γιγάντια επιχείρηση προπαγάνδας για τη δικαιολόγησή τους. Ο κίνδυνος που απειλεί τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, δεν προέρχεται από κάποιες επί μέρους αποκλίσεις από το δημοκρατικό κανόνα, από κάποιους προβληματικούς χειρισμούς. Προέρχεται από την επίμονη και μεθοδική προσπάθεια της κυβέρνησης Μητσοτάκη να οικοδομήσει ένα καθεστώς και όχι απλά να καλυφθεί για να αποφύγει το πολιτικό κόστος.

 

Ανεξέλεγκτοι εξ ορισμού

 

Όσοι δικαιολογημένα και θεμιτά ελπίσαμε ότι μετά την επιβεβαίωση από την πλέον αρμόδια κατά το σύνταγμα αρχή, την ΑΔΑΕ, της παράλογης, παρανοϊκής και παράνομης παρακολούθησης επί χρόνια προσώπων στην πρώτη γραμμή του δημόσιου βίου, χωρίς την παραμικρή, έστω προσχηματική, δικαιολόγηση της πράξης αυτής, η κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να προχωρήσει σε κάποιες εξηγήσεις, διαψευστήκαμε. Η κυβέρνηση της ΝΔ αρνήθηκε να αναλάβει την παραμικρή ευθύνη. Όχι από ευθυνοφοβία, αλλά εξαιτίας της πεποίθησής της ότι έτσι πρέπει να γίνεται: να μη δίνει λογαριασμό σε κανέναν για τα πεπραγμένα της, όσα στοιχεία κι αν κατατίθενται όχι από «ρυπαρά δίκτυα», αλλά από τις κατά νόμο υπεύθυνες αρχές. Η πραξικοπηματική συρρίκνωση της τριήμερης διαδικασίας σε μετά βίας διήμερη και η επιδεικτική απουσία του πρωθυπουργού από το εναρκτήριο τμήμα της ήταν κι αυτές δηλώσεις υποβάθμισης μιας βλαπτικής για το σύστημά τους ελεγκτικής διαδικασίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η τακτική τους κατά τη συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ είχε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: υπεράσπιση μέχρις εσχάτων του άβατου και του ανεξέλεγκτου της ΕΥΠ ως πρότυπο για την κυβερνητική πρακτική, προσχηματική αποποίηση μέχρις εξευτελισμού του δικαιώματος της γνώσης για τις παρακολουθήσεις από τους πολιτικά υπεύθυνους και τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ενοχοποίηση των θεσμικά υπεύθυνων για τον δημοκρατικό έλεγχο, είτε αυτοί είναι τα πολιτικά κόμματα, είτε η ΑΔΑΕ και ο πρόεδρός της1. Δεν είναι ολίσθημα το στρεβλωμένο «ένοχος ένοχο ου ποιεί» του κ. Γεραπετρίτη, είναι άποψη και μέθοδος.

 

«Επιτελικό» κράτος παντεπόπτης

 

Ο ψευδής ισχυρισμός «δεν ξέρω και δεν πρέπει κανείς να ξέρει» δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Είναι απόδειξη αυταρχικής και καθεστωτικής αντίληψης για την οργάνωση του κράτους. Ενός κράτους που αποκλειστικός ιδιοκτήτης του είναι η κυβέρνηση της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, απόλυτος μονάρχης, γι’ αυτό και υποχρεωτικά με κάθε τρόπο «αυτοδύναμη», με τα βασικά χαρακτηριστικά ενός καθεστώτος, που πρέπει να μένει αμετάβλητο ακόμα κι αν σπάσει ο διάβολος το πόδι του και αναδειχθεί άλλη κυβέρνηση με αντίθετες προγραμματικές θέσεις. Ενός κράτους παντεπόπτη, όπου η μόνη πραγματική εξουσία είναι η εκτελεστική και μάλιστα στην «επιτελικά» συρρικνωμένη μορφή των «άριστων» ενοίκων του Μαξίμου. Και η οποία δεν ανέχεται καμιά άλλη να μπλέκει στα πόδια της, αν δεν έχει προηγουμένως υποβάλει τα σέβη της στο μέγαρο, ούτε να φαντάζεται ότι μπορεί απλά να κάνει τη δουλειά της, όπως ορίζουν το σύνταγμα και οι νόμοι.

Είναι αναντίστοιχο της βλάβης που προξενείται να μιλάμε για παρακράτος. Επιδίωξη αυτής της κυβέρνησης είναι η αλλοίωση βασικών θεσμών του κράτους, ιδίως όσων αφορούν τα δημοκρατικά και ατομικά δικαιώματα και την ισορροπία των διακριτών εξουσιών στο πλαίσιο της λαϊκής κυριαρχίας. Και όσο αφήνεται να ενεργεί ανεμπόδιστα σ’ αυτή την κατεύθυνση, θα προσθέτει καθημερινά εμπόδια στο έργο τής αποκατάστασης της δημοκρατικής νομιμότητας, που θα αναλάμβανε αύριο μια άλλη κυβέρνηση.

 

Η κρίσιμη μάχη

 

Όσοι καλοπροαίρετα έχουν επιφύλαξη για μια κατάθεση πρότασης δυσπιστίας με προδιαγεγραμμένο, λόγω κοινοβουλευτικού συσχετισμού, αποτέλεσμα στην ψηφοφορία ή ακόμα-ακόμα δυσπιστούν απέναντι στην υποβολή μιας τέτοιας πρότασης από τον ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να έχουν συζητήσιμα επιχειρήματα. Δεν θα μπορούσαν να αρνηθούν, ωστόσο, ότι στη μάχη για την απόκρουση αυτής της εξαιρετικά επικίνδυνης για τη δημοκρατία πρακτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι ανάγκη να αξιοποιηθούν όλα τα διαθέσιμα μέσα. Και η πρόταση δυσπιστίας είναι ένα από αυτά. Δεν είναι καβγάς για το πάπλωμα, όπως θέλουν να το παρουσιάσουν μερικοί. Και από τα αριστερά μάλιστα.

Ακόμα πιο αποτελεσματική, βέβαια, θα είναι η εκλογική μάχη που έχει ήδη αρχίσει. Αν διεξαχθεί με στόχο τη συσπείρωση των ευρύτατων δυνατών δυνάμεων στο μέτωπο της υπεράσπισης των δικαιωμάτων και του εισοδήματος της τεράστιας πλειονότητας των λαϊκών στρωμάτων. Στη βάση σειράς προγραμματικών προτάσεων στον αντίποδα του αυταρχικού νεοφιλελεύθερου καθεστωτισμού, που αποτελεί το πολιτικό πλαίσιο για τη διαιώνιση των ανισοτήτων και τη διεύρυνσή τους, για την άλωση των κοινωνικών αγαθών, για το βάθεμα της περιβαλλοντικής κρίσης. Αυτό θα μπορέσει να στερήσει από τη ΝΔ τη νόθα πλειοψηφία που επιδιώκει με το κάψιμο της απλής αναλογικής. Δεν είναι ένας στενά κομματικός στόχος. Είναι ένα στοίχημα που αφορά κάθε δημοκρατικό πολίτη, κάθε ψηφοφόρο που έχει συνείδηση της θέσης για την οποία τον προορίζουν στο καθεστώς που καθημερινά οικοδομούν, με τη βοήθεια και ρουμάνικης εταιρείας ειδικευμένης στη χειραγώγηση του εκλογικού σώματος.

 

Σημείωση:

1. Αξίζει να σημειωθεί ότι τέτοια χυδαία και σκαιά επίθεση, όπως αυτή που δέχτηκε από επίσημα χείλη ο κ. Ράμμος, που κατηγορήθηκε σαν ενεργούμενο του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είχε δεχτεί σε πολύ χειρότερες για τη δημοκρατία μέρες ο ανακριτής στην υπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη, χάρη στην επιμονή και στην αίσθηση του καθήκοντος του οποίου διαλευκάνθηκε το πολιτικό έγκλημα εκείνο. Δεν είχε τολμήσει κανείς να χαρακτηρίσει τον Χ. Σαρτζετάκη όργανο της ΕΔΑ ή της Ένωσης Κέντρου. Χειρότεροι τότε οι καιροί, χειρότερα τα ήθη των κυβερνώντων ακροδεξιών και ακροκεντρώων σήμερα.

 

Χαράλαμπος Γεωργούλας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet