Στο φύλλο της 18ης Δεκεμβρίου 2022 φιλοξενήσαμε μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μεταξύ της Δέσποινας Παπαδοπούλου και του Γιάννη Κουζή για τις εξελίξεις στις εργασιακές συνθήκες, με αφορμή το βιβλίο του δεύτερου Η μεγάλη εργασιακή απορρύθμιση. Τα 30+χρόνια προς το ευέλικτο πρότυπο (εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2022), το οποίο παρουσιάστηκε σε εκδήλωση που έγινε στις 19 Ιανουαρίου στην αίθουσα του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων. Σήμερα δημοσιεύουμε, με δικό μας τίτλο, την παρέμβαση σ’ αυτήν την εκδήλωση του γνωστού συνδικαλιστή και πολιτικού στελέχους της ριζοσπαστικής Αριστεράς Αλέκου Καλύβη, ο οποίος συμμετείχε στο πάνελ των παρουσιαστών, μαζί με την Αλεξάνδρα Κορωναίου, τον Κώστα Παπαδάκη και τον Μάνο Σπυριδάκη. (Τον συντονισμό της συζήτησης είχε ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος). Η θετική ανταπόκριση του παλιού φίλου της «Εποχής» στο αίτημά μας να δημοσιεύσουμε το κείμενό του στις «Ιδέες» μάς γέμισε χαρά και επιβεβαίωσε την πεποίθησή μας ότι κάποιοι συντροφικοί δεσμοί μπορούν να παραμένουν, ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς διαφορετικές πολιτικές επιλογές.

Ο Αλ. Καλύβης έχει μακρά ιστορία στο ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα, καθώς και σε οργανώσεις και κόμματα της Αριστεράς. Μεταξύ άλλων, υπήρξε γενικός γραμματέας του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας (ΣΥΕΤΕ), γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΤΟΕ), και αναπληρωτής πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ). Διετέλεσε, επίσης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και της Πολιτικής Γραμματείας του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ συμμετείχε ενεργά στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης. Από τον Σεπτέμβριο του 2019 είναι ιδρυτικό μέλος της Λαϊκής Ενότητας (ΛΑΕ) και σήμερα στέλεχος της ΛΑΕ-Ανυπότακτη Αριστερά.

 

Χ.Γο.

 

 

 

 

Αποδέχτηκα την πρόσκληση του Γιάννη Κουζή να συμβάλω στην παρουσίαση του βιβλίου του Η Μεγάλη απορρύθμιση. Τα 30+ χρόνια προς το ευέλικτο πρότυπο με μεγάλη χαρά, παρά το γεγονός ότι έχω επιλέξει την σιωπή τα τελευταία χρόνια όσον αφορά τα δημόσια πράγματα, για προσωπικούς λόγους. Το έκανα αυτό διότι αφενός, εκτιμώ  αφάνταστα την συνολική   επιστημονική, ερευνητική και συγγραφική δραστηριότητα και την εν γένει συνεισφορά του συγγραφέα στην υπόθεση του εργατικού κινήματος, και αφετέρου, διότι το θέμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και αφορά τη ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων στη χώρα μας.

Το βιβλίο που κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία είναι εξαιρετικά χρήσιμο, καλογραμμένο, και δίνει μια ολοκληρωμένη ακτινογραφία  των αρνητικών εξελίξεων στον τομέα της εργασίας, ταξινομημένες ανάλογα με την πολιτική και οικονομική κατάσταση στη χώρα μας και τη διασύνδεσή τους με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές τάσεις. Αποδεικνύει, με αδιάσειστα τεκμηριωμένα επιχειρήματα, τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος των αντεργατικών αλλαγών  με την προώθηση της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης του καπιταλισμού. Αναδεικνύει, με δίκαιο και αντικειμενικό τρόπο, τις ευθύνες όλων των κυβερνήσεων από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, οι οποίες έβαλαν το μικρό ή μεγάλο λιθάρι τους στην προώθηση του ευέλικτου προτύπου εργασίας. Καταδεικνύει, απολύτως πειστικά, το γεγονός ότι κάθε  μορφή κρίσης στη χώρα μας, ακόμα και αυτής της πανδημίας, χρησιμοποιήθηκε ως ευκαιρία για το κατεστημένο να επιταχύνει τις αντεργατικές αλλαγές σε βάρος του κόσμου της εργασίας. Μέσα από τις σελίδες του γίνεται ολοφάνερος ο αρνητικός ρόλος  των θεσμικών οργάνων της  Ευρωπαϊκής Ένωσης –κυρίως του Συμβουλίου Υπουργών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας– από την περίοδο της Λευκής Βίβλου που προώθησε τη λεγόμενη flexicurity, δηλαδή της «ευελιξίας με ασφάλεια» ή της «ευαλφάβειας» σύμφωνα με τον «βάρβαρο» ελληνικό ορισμό του όρου που χρησιμοποιούσε τότε η υπουργός εργασίας κ. Διαμαντοπούλου, μέχρι την ωμή αυταρχική και απροκάλυπτη παρέμβασή αυτών των θεσμών την περίοδο των μνημονίων που επιτάχυνε την απορρύθμιση της εργασίας,  και εν τέλει  κατεδάφισε  εν ριπή οφθαλμού –από την άποψη του ιστορικού χρόνου– τα εργατικά δικαιώματα. Γίνεται επίσης κατανοητή  η ιδεολογική  ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού την περίοδο της ανόδου του, αλλά δυστυχώς και η διατήρησή της στην περίοδο της αμφισβήτησής του μετά την οικονομική κρίση του 2008, με την διαβρωτική λογική της εξατομίκευσης των συμφερόντων και την αδυναμία προώθησης εναλλακτικής λύσης. Στο βιβλίο καταγράφονται, επίσης, οι  καταστροφικές επιπτώσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα αυτών των αλλαγών οι οποίες οδήγησαν στην πλήρη αποδυνάμωσή του, ενώ σκιαγραφείται ένα νέο πλαίσιο γενικών θετικών στόχων  ως πρόπλασμα μιας νέας οπτικής για την εργασία τον 21ο αιώνα.

Η χρησιμότητα του πονήματος του Κουζή δεν αφορά μόνο τους ερευνητές ή τους συνδικαλιστές, αν και οι δεύτεροι πρέπει οπωσδήποτε να το διαβάσουν, να το έχουν στο γραφείο τους και από καιρού εις καιρόν να ανατρέχουν σ’ αυτό. Υπάρχει κυρίως ανάγκη να διαβαστεί από τους εργαζόμενους οι οποίοι, νιώθοντας στο πετσί τους τις συνέπειες αυτών των αλλαγών στο εργασιακό πρότυπο, οφείλουν να γνωρίζουν και να κατανοούν την ευρύτερη εικόνα των εργασιακών συνθηκών στη χώρα μας, τις αιτίες και  τις ευθύνες γι’ αυτήν, καθώς και τις προοπτικές που υπάρχουν και μέσα από την διαδικασία της γνώσης, ώστε να αρχίσουν να κινητοποιούνται πιο δυναμικά και αποτελεσματικά. Εκτός από την παρουσίαση και την ανάλυση των εξελίξεων μιας μεγάλης ιστορικής περιόδου και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει, θεωρώ ότι μπορεί και πρέπει να τροφοδοτήσει μια συζήτηση για κάποια νέα ερωτήματα που προκάλεσαν το δικό μου ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στα οποία θα ήθελα να αναφερθώ καταθέτοντας κάποιες πρώτες σκέψεις, οι οποίες συνιστούν κατά κάποιο τρόπο δυόμιση δικές μου απαντήσεις.

 

Ήταν αναπόφευκτες οι αντεργατικές αλλαγές;

 

Η απάντησή είναι, δυστυχώς, ναι. Αυτό δεν οφείλεται, βέβαια, στο γεγονός ότι οι συγκεκριμένες εξελίξεις ήταν θετικές. Το αντίθετο ισχύει διότι είναι αυτονόητο ότι δεν απαντούσαν στις ανάγκες της κοινωνίας αλλά στις ανάγκες του κεφαλαίου, διεθνώς και στη χώρα μας, ώστε αυτό να αναπαραχθεί  με καλύτερους όρους  και να αυξήσει την κερδοφορία του. Το «αναπόφευκτο» προκύπτει από το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία γινόταν μια γενικευμένη απόπειρα αναδιοργάνωσης του καπιταλισμού, η οποία ενισχύθηκε από την κατάρρευση  του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, και είχαν την ισχυρή στήριξη ενός ευρέως πολιτικού και κοινωνικού μετώπου,  αφού στις πολιτικές δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού προσχώρησε και η σοσιαλδημοκρατία σχεδόν σε όλες τις εκδοχές της, ενώ σύρθηκε σε μια νομιμοποιητική συμπεριφορά και το κυρίαρχο τμήμα του συνδικαλιστικού κινήματος. Συνεπώς, μέσα σε έναν τέτοιο ασφυκτικό για τους εργαζόμενους πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων, με συνυπάρχουσα την κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος και την αδυναμία προώθησης συνολικά εναλλακτικής πολιτικής λύσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να ανατραπεί  στο σύνολό του αυτό το αντεργατικό εγχείρημα. Ενδεχομένως, αν το συνδικαλιστικό κίνημα έπαιζε τον διεκδικητικό του ρόλο να είχαμε κάποιες διαφοροποιήσεις προς το καλύτερο, ωστόσο αυτές δεν θα ανέτρεπαν το συνολικό οικοδόμημα.

 

Μπορεί να αναταχθεί το συνδικαλιστικό κίνημα και με ποιόν τρόπο;

 

Και εδώ η απάντησή μου είναι, ευτυχώς αυτήν την φορά, ναι, συμφωννες για τον δημοκρατικεκδικητικώντας με όσα αναφέρονται στο βιβλίο για την ανάγκη ριζικού επαναπροσδιορισμού του ρόλου, του προσανατολισμού, του χαρακτήρα και της λειτουργίας των συνδικάτων στην κατεύθυνση της δημοκρατίας, της μαζικής αγωνιστικής  δράσης και της ενότητας των εργαζομένων.

Εδώ θα ήθελα να προσθέσω κάποια προσωπικά σχόλια. Η εύκολη λύση είναι να ρίξουμε το ανάθεμα στο ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα, όμως αυτό θα ήταν λάθος. Αναμφίβολα  η πλειονότητα της ηγεσίας του αφομοιώθηκε σταδιακά στους σχεδιασμούς των δεξιών και σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων και έχει σοβαρές ευθύνες για τον κατήφορο και την αποδυνάμωση των συνδικάτων. Γράφω «σταδιακά» γιατί υπήρχαν και στιγμές, στην τριανταπεντάχρονη αυτή περίοδο, που το κίνημα αντιτάχθηκε σε κρίσιμα εργασιακά ζητήματα, ιδίως στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο των Σημίτη –Γιαννίτση, το 2001, και στην αρχική περίοδο των μνημονίων. Ειδικά στη δεύτερη περίπτωση, η ιδιαίτερη σκληρότητα των μνημονίων που μας επέβαλαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με στόχο την βάρβαρη ανατροπή των μέχρι τότε κοινωνικών κατακτήσεων, ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι στη χώρα μας ακόμη και αυτή η ασταθής  και δειλή στάση των συνδικάτων και γενικότερα των εργαζομένων δημιουργούσε εμπόδια  στην εφαρμογή των  αντεργατικών μέτρων.

Δεν μπορούμε όμως να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι η ίδια η εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων μέτρων  λειτούργησε αντικειμενικά υπέρ της αποδυνάμωσης των συνδικάτων. Η καταστρατήγηση και εν τέλει η κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων έδεσε τα χέρια των συνδικάτων, τους αφαίρεσε την ψυχή τους. Η εξατομίκευση των όρων εργασίας, η ανασφάλεια και ο φόβος, η οικονομική κρίση, η ιδεολογική νομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού από μεγάλα τμήματα των εργαζομένων, όλα αυτά αποδυνάμωσαν το συλλογικό υποκείμενο της εργασίας, έπληξαν την ενότητα την αλληλεγγύη και την μαχητικότητά του. Και αυτό αποτυπώθηκε στη ραγδαία μείωση του αριθμού των μελών των συνδικάτων, με την κατάσταση στον ιδιωτικό τομέα να είναι τραγική.

Η ανάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος είναι μια αναγκαιότητα, και αυτή δεν μπορεί να γίνει αν εκτός των μεγαλύτερων σε ηλικία «κανονικά» εργαζομένων δεν δραστηριοποιηθεί και η νέα γενιά των εργαζομένων, ιδιαίτερα αυτοί και αυτές που αντιμετωπίζουν ακραία επισφάλεια στους όρους εργασίας τους, και βρίσκονται εκτός των τειχών των συνδικάτων. Αν το συγκεκριμένο, πλειοψηφικό σήμερα, τμήμα της εργατικής τάξης δεν περάσει αυτά τα τείχη, το συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπορεί να ελπίζει στην αναγέννησή του. Τα σημερινά συνδικάτα δεν είναι ούτε ελκυστικά ούτε αποδοτικά και, προκειμένου να γίνουν, πρέπει να αλλάξουν ριζικά προσανατολισμό και πρακτική.   Αυτό δεν αφορά μόνο την κορυφαία τριτοβάθμια οργάνωσή του, αλλά όλη την κλίμακα του συνδικαλιστικού κινήματος.

Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν ότι ήμουν και εξακολουθώ να είμαι υποστηρικτής της οργανωτικής ενότητας του  συνδικαλιστικού κινήματος και πολέμιος της διάσπασης της δράσης του. Όπως, επίσης, ότι θεωρώ πως τα συνδικάτα εκπροσωπούν, εκ του καταστατικού ρόλου τους, όλους τους εργαζόμενους ανεξάρτητα των  πολιτικών, κομματικών και ιδεολογικών προτιμήσεών τους, και συνεπώς  οφείλουν να είναι ανοιχτόμυαλα, ενωτικά, μαζικά και διεκδικητικά  και δεν πρέπει να εντάσσονται στις στρατηγικές και τακτικές επιλογές οποιουδήποτε κόμματος. Αυτό που πιστεύω ότι χρειάζεται είναι ένα νέο εργατικό μανιφέστο, με συγκεκριμένους στόχους για την αμοιβή της εργασίας (ένας ενδιαφέρων στόχος εδώ θα ήταν η θέσπιση ενός κατώτερου ευρωπαϊκού μισθού με όρους μονάδων αγοραστικής δύναμης), για το χρόνο εργασίας –που πρέπει να μειωθεί δραστικά στις 32 ώρες χωρίς μείωση των αποδοχών στο πλαίσιο μιας εβδομαδιαίας εργασίας τεσσάρων ημερών, για τις συλλογικές συμβάσεις και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, για τον δραστικό περιορισμό της ελαστικής εργασίας, για την εξαίρεση από την εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίηση βασικών τομέων της κοινωνικής ζωής και των αντίστοιχων υποδομών, για την ποιότητα ζωής και εργασίας των εργαζομένων, για νέες ουσιώδεις μορφές εργατικού και κοινωνικού ελέγχου τις οποίες πρέπει να ανακαλύψουμε. Όσα αναφέρονται στο βιβλίο του Κουζή αποτελούν ένα πολύτιμο υλικό γι’ αυτό το μανιφέστο.

Στις σημερινές  συνθήκες θεωρώ θετικό να αναπτύσσονται πολλαπλές μορφές άτυπης συσπείρωσης και δραστηριότητας και εντός των συνδικάτων και δίπλα στα συνδικάτα σε διασύνδεση μαζί τους, αντλώντας από την θετική εμπειρία που ζήσαμε μέσα από τη συμμετοχή στο Ελληνικό και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η οργανωτική ενότητα και η κοινή δράση του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος. Στην κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα ό,τι κινείται  διεκδικητικά και με όρους ενωτικούς και μαζικούς πρέπει να ενθαρρύνεται.

 

Υπάρχει βιώσιμη εναλλακτική λύση;

 

Στο τρίτο ερώτημα η απάντησή μου είναι «μισή». Αυτό γιατί, ενώ η ανάγκη εναλλακτικής λύσης είναι αυτονόητη, αυτή είναι σήμερα εξαιρετικά δύσκολη, τουλάχιστον ως προς την διαμόρφωση ενός στρατηγικού σχεδιασμού και την δημιουργία των όρων για την προώθησή της. Για μακρύ χρονικό διάστημα είμαστε αναγκασμένοι να συμβιώσουμε με τις συνέπειες της ήττας του κινήματος σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, μια κατάσταση που εντείνει τον κατακερματισμό και την απογοήτευση. Το ζητούμενο και αναγκαίο σήμερα είναι να γίνουν κάποια, μικρά έστω, βήματα με την ενοποίηση διάσπαρτων δυνάμεων ώστε να διατηρηθεί αναμμένη η σπίθα και να στηριχτεί το μαζικό κίνημα, μέχρις ότου στο μέλλον ωριμάσουν οι συνθήκες για μεγαλύτερα ενοποιητικά εγχειρήματα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η αντινεοφιλελεύθερη αντεπίθεση πρέπει να συγκροτείται και σε εθνικό  και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η μάχη εναντίον του νεοφιλελευθερισμού πρέπει  αναμφίβολα να εμπεριέχει τη σύγκρουση και τη συνολική αμφισβήτηση  των θεσμών υλοποίησής του.

 

Επιμέλεια: Χάρης Γολέμης

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet