Το δίκαιο που την διέπει ονομάζεται εμπράγματο, η ίδια όμως δεν αφορά σε πράγματα, όπως κατοικίες και βίλες, ψησταριές σουβλατζήδικων και εργοστάσια, αλλά και σε βεβαιωμένες απαιτήσεις επί των τελευταίων.

Ο λόγος για την ατομική ιδιοκτησία. Αφορμή η τρέχουσα δημόσια συζήτηση για την προστασία της προσημειωμένης ή υποθηκευμένης πρώτης κατοικίας. Πώς περιήλθε σε κίνδυνο η πρώτη κατοικία και από ποιόν κινδυνεύει; Πρώτον από την υποθήκευσή της στις εμπορικές τράπεζες, οι οποίες, λίγα χρόνια πριν, σώθηκαν από την πτώχευση με χρήματα του Δημοσίου. Το αναφέρουμε, διότι αυτή η διάσωση ιδιωτικής ιδιοκτησίας έγινε με σχεδόν αθόρυβο και άκρως αποτελεσματικό τρόπο από το κράτος. Και έγινε, επειδή η πτώχευση των ιδιωτικών τραπεζών θα είχε ολέθριες συνέπειες. Ωστόσο, η μεθόδευση της αποφυγής μιας πιθανής πτώχευσης των τραπεζών δεν είχε ως μόνη συνέπεια τη διάσωση των τραπεζών, αλλά και τη διάσωση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μετόχων των τραπεζών με χρήματα του κράτους. Δηλαδή το κράτος δεν έσωσε μόνον τις τράπεζες ως επιχειρήσεις, αλλά και την αντίστοιχη ιδιωτική ιδιοκτησία των μετόχων τους, με αποκλειστικά δικά του και μόνον χρηματικά ποσά. Χάρισε δηλαδή στους εν λόγω μετόχους τη σχετική ιδιοκτησία τους με δικά του έξοδα, ίσα με την αξία αυτής της ιδιοκτησίας.

 

Ίσα κι όμοια

 

Από τι κινδύνευαν οι τράπεζες με πτώχευση; Από το γεγονός ότι πολλοί δανειολήπτες για διάφορους λόγους, όπως μείωση του εισοδήματός τους λόγω της εισοδηματικής πολιτικής της εκάστοτε κυβέρνησης, της κρίσης ως συνέπειά της αποικιοκρατικής ρύθμισης του δημοσίου χρέους, της πανδημίας και της αύξησης των επιτοκίων των δανείων τους συνεπεία αυξήσεων του επιτοκίου της ΕΚΤ, δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν τα δάνεια που έχουν πάρει από αυτές.

Τι δάνεια είναι αυτά; Είναι δάνεια για την αγορά ή κατασκευή κατοικίας, αλλά και καταναλωτικά δάνεια (όπως δάνεια για εξόφληση χρεών από πιστωτικές κάρτες) καθώς και δάνεια προς αυτοαπασχολούμενους ή μικροεπιχειρηματίες, δηλαδή επιχειρηματίες του εαυτού τους ή/και των οικογενειών τους, εντέλει προλεταριακούς επιχειρηματίες. Και των τριών κατηγοριών, οι δανειολήπτες υποθήκευσαν τα σπίτια τους, δηλαδή την πρώτη κατοικία τους, για να λάβουν τα δάνειά τους. Τα οποία ωστόσο μόνον οι της πρώτης κατηγορίας χρησιμοποίησαν για την απόκτηση της υποθηκευθείσας πρώτης κατοικίας τους! Οι των υπόλοιπων δύο κατηγοριών τα πήραν, υποθηκεύοντας την πρώτη τους κατοικία, όχι για να αποκτήσουν την τελευταία, αλλά για να ικανοποιήσουν προσωπικές τους ανάγκες ή ανάγκες της όποιας τέλος πάντων επιχείρησής τους. Συνεπώς αυτοί οι προλεταριακοί επιχειρηματίες πήραν δάνεια όχι για να αποκτήσουν πρώτη κατοικία, αλλά υποθήκευσαν την πρώτη τους κατοικία, την οποία κατείχαν ήδη, για να πάρουν αυτήν τη φορά ενυπόθηκα δάνεια και να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Η ειρωνεία της θέσης τους είναι ούτως ειπείν τραγικότερη από εκείνην των δανειοληπτών της πρώτης κατηγορίας. Διότι οι τελευταίοι θα βρεθούν, μετά τον εκπλειστηριασμό της κατοικίας τους σε σχέση με την κατάστασή τους πριν τη λήψη του δανείου, να χρωστούν το μέρος του δανείου που απομένει μετά την απομείωση του οφειλόμενου ποσού κατά το ποσό που θα αποφέρει ο πλειστηριασμός της κατοικίας τους. Σπίτι ούτε είχαν πριν ούτε θα έχουν μετά την περιπέτεια της δανειοληψίας. Θα τούς μείνουν μόνον τα χρέη ‒ προς ποιόν, θα δούμε στην συνέχεια. Ενώ οι της πρώτης κατηγορίας θα χάσουν με τον πλειστηριασμό το σπίτι που είχαν αποκτήσει με δικά τους χρήματα και θα χρεωστούν το προαναφερθέν ποσό. Δηλαδή, όπως λέει η γνωστή ρήση, και κ… και δερμένοι.

 

Ο ρόλος των τραπεζών

 

Μετά από αυτά μένει να διευκρινίσουμε το ερώτημα όχι σε ποιόν χρωστούσαν αμέσως μετά και τη λήψη του δανείου τους, αλλά σε ποιόν χρωστούν σήμερα οι δανειολήπτες. Μα σε ποιον να χρωστούν σήμερα; Στις τράπεζες ‒ θα έλεγε κανείς. Όχι βέβαια. Διότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις (ποιά, πώς, πότε και με ποιον νόμο, δεν μας ενδιαφέρει εδώ) φρόντισε, χάριν της σωτηρίας των εμπορικών τραπεζών, στις οποίες χρωστούν οι δανειολήπτες αρχικά τα δάνειά τους, να μη χρωστούν πλέον στις τράπεζες, αλλά στα γνωστά μας funds. Πώς το κατάφερε αυτό; Οι απαιτήσεις των τραπεζών έναντι των δανειοληπτών είναι και αυτές ιδιοκτησία, ιδιωτική ιδιοκτησία, της σχετικής τράπεζας. Ωστόσο δεν είναι κατ’ ανάγκην εμπορεύσιμη ιδιοκτησία. Συνεπώς και οι εν λόγω απαιτήσεις των τραπεζών δεν ήταν αντικείμενο αγοραπωλησίας και δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν σε άλλους, δηλαδή να πωληθούν. Η κυβέρνηση φρόντιζε, για να σώσει τις τράπεζες, να άρει αυτόν τον περιορισμό και να θεσπίσει την μεταβιβασιμότητά τους, δηλαδή την αγοραπωλησία τους. Τη μεταβιβασιμότητά τους όμως προς τρίτους, όχι προς όλους ‒ αποκλείοντας έτσι τους δανειολήπτες ως αγοραστές. Γιατί θέσπισε τη μεταβιβασιμότητα αυτών των απαιτήσεων; Για να απαλλάξει τους ισολογισμούς των τραπεζών από αυτά τα επισφαλέστατα στοιχεία ενεργητικού. Αλλά η μεταβιβασιμότητα είναι αναγκαία, όχι και ικανή συνθήκη της εξυγίανσης των τραπεζών. Η ικανή συνθήκη είναι η πραγματική μεταβίβαση προς κάποιον άλλον, η πώλησή τους σε αυτόν. Ποιος όμως να αγοράσει τέτοιες επισφαλείς απαιτήσεις, τέτοια, όπως λέγονται, «σκουπίδια»;

 

Οι αγοραστές των «σκουπιδιών»

 

Όπως όμως γνωρίζουν όχι μόνο οι οικολόγοι, αλλά ήδη όλοι μας, ακόμα και για σκουπίδια βρίσκονται αγοραστές. Εξαρτάται από την τιμή και τους όρους που προσφέρει ο πωλητής, εδώ το κονσόρτσιουμ τραπεζών και κράτους. Και τι προσφέρουν αυτοί οι δύο στους αγοραστές, δηλαδή στα γνωστά μας funds; Πρώτον, τη δυνατότητα να έχουν τα τελευταία την έδρα τους στο εξωτερικό και έτσι να μην φορολογούνται στην Ελλάδα για τις οικονομικές τους δραστηριότητες, δεύτερον, να διεκπεραιώνουν τις οικονομικές δραστηριότητές τους, δηλ. τους εκπλειστηριασμούς τους στην Ελλάδα μέσω τρίτων, των γνωστόν servicers, τρίτον, να διεξάγονται οι πλειστηριασμοί ηλεκτρονικά, δηλαδή χωρίς (χρονό)τριβές. Και, τέταρτον, ευτελής τιμή αγοράς των «σκουπιδιών».

Μα πώς θα καλύψουν οι τράπεζες την απόσβεση των σχετικών δανείων σε μια τόση χαμηλή τιμή πώλησης των απαιτήσεων που απορρέουν από αυτά;

Τη ζημιά πληρώνει το κράτος που για πολλούς, άκρως σημαντικούς λόγους δεν θέλει βέβαια να επιτρέψει την πτώχευση των τραπεζών. Θα ρωτήσετε γιατί δεν τις εξαγοράζει; Μα είναι ερωτήσεις αυτές; Που βρισκόμαστε; Ξεχάστε το. Ξεχάστε αυτά που ξέρατε.

Τότε γιατί τουλάχιστον δεν επετράπη στους δανειολήπτες να τα αγοράσουν στην προαναφερθείσα τιμή. Μα τι λέτε; Αυτοί δεν μπορούν να τα εξυπηρετήσουν; Πώς να τα αγοράσουν; Αυτό είναι βέβαια ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς. Πού να βρουν τα χρήματα αυτοί οι αδέκαροι.

 

Αυτά δεν γίνονται

 

Μήπως όμως ορισμένοι από αυτούς, π.χ. εκείνοι που εξακολουθούν να εξυπηρετούν τα δάνειά τους, θα μπορούσαν και να τα αγοράσουν; Μήπως θα μπορούσε να δοθεί σ’ αυτούς τουλάχιστον αυτή η option (που λένε και οι ειδήμονες); Από την ερώτηση και μόνον προκύπτει ότι αυτός που την θέτει όχι μόνον ειδήμων δεν είναι, αλλά δεν κατανοεί απολύτως τίποτα. Αυτή η option έχει δοθεί αποκλειστικά στα funds. Τα οποία αγόρασαν και τα εξυπηρετούμενα δάνεια που δεν είναι σκουπίδια, στην τιμή των μη εξυπηρετούμενων δανείων, δηλαδή των «σκουπιδιών»[1].

Μήπως όμως εντέλει θα μπορούσε το κράτος να επιδοτήσει τους δανειολήπτες να αγοράσουν τα δάνεια τους από τις τράπεζες, όπως επιδότησε τις τράπεζες για να μπορέσουν να τα πουλήσουν σε τιμή σκουπιδιών χωρίς να ζημιωθούν αντιστοίχως και να πτωχεύσουν; Όχι βέβαια. Αυτά δεν γίνονται. Διαφορετικά θα αναθαρρήσουν όλοι οι επίδοξοι δανειολήπτες και ιδίως οι μπαταχτζήδες αφού γνωρίζουν ότι εντέλει δεν θα χρειαστεί να τα εξυπηρετήσουν πλήρως. Θα ρωτήσετε: μήπως οι τράπεζες όμως θεωρήσουν δεδομένο ότι το κράτος θα τις ξελασπώνει πάντα, ό,τι κι αν γίνει; Ε, και; Ας καλομάθουν. Καλύτερα αυτές παρά οι δανειολήπτες. Όχι για τον ευτελή λόγο, τον οποίον υπονοεί ο κάθε κακόπιστος, αλλά για τον εξής απλό λόγο: Αδιάφορο στην τσέπη ποιών θα πάνε οι κρατικές επιδοτήσεις, στις τράπεζες ή στους δανειολήπτες, η ρύθμιση μέσω επιδότησης των πρώτων είναι ευχερέστερη και ταχύτερα διεκπεραιώσιμη από εκείνην μέσω επιδότησης των τελευταίων. Άντε να τους βρεις όλους αυτούς. Ενώ οι τράπεζες, πόσες είναι αυτές; Τέσσερις-πέντε είναι. Τις βρίσκεις εύκολα.

 

Τέτοια και αλλιώτικη

 

Ας πάψουμε λοιπόν τις ερωτήσεις κι ας αφήσουμε τα funds τώρα πλέον να κάνουν μέσω των servicers τη δουλειά τους.

Μια οριστικώς τελευταία ερώτηση δικαιούμαστε να κάνουμε ακόμη. Τι είναι το δικαίωμα που έχει ο ιδιοκτήτης μιας έστω και προσημειωμένης ή υποθηκευμένης πρώτης ή όποιας τέλος πάντων τάξης κατοικίας; Είναι δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Και οι απαιτήσεις των τραπεζών που απορρέουν από δάνεια απέναντι στους δανειολήπτες καθώς και οι σχετικές απαιτήσεις των funds τι είναι; Και αυτά είναι δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Προστατεύει το κράτος, όπως ισχυρίζεται το ίδιο, το δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας του οφειλέτη; Προστατεύει την πρώτη κατοικία και πώς; Διευρύνει τα προαναφερθέντα αρχικά δικαιώματα των τραπεζών; Θεσπίζει για τους αγοραστές αυτών των διευρυμένων δικαιωμάτων, τα funds, και νέες διευρύνσεις των αρχικών δικαιωμάτων τους; Προφανώς, το κράτος δεν ενδιαφέρεται για το δικαίωμα ιδιοκτησίας γενικά, αλλά εν προκειμένω μόνο στο βαθμό που αυτό αφορά τις τράπεζες και τα funds και όχι την πρώτη κατοικία.

Δεν υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία εν γένει. Υπάρχει, όπως συνηθίζουν να λένε σε τέτοιες περιπτώσεις οι Βαυαροί solche und solchene, δηλαδή τέτοια και αλλιώτικη ιδιωτική ιδιοκτησία.

 

Σημείωση:

1. Δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι τα funds έχουν ήδη πάρει τα λεφτά τους πίσω, δηλαδή έχουν αν χρηματοδοτηθεί, μέσω έκδοσης σχετικών ομολόγων.

Προστασία της πρώτης κατοικίας ή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας;

 

Του Γιώργου Σταμάτη

 

Το δίκαιο που την διέπει ονομάζεται εμπράγματο, η ίδια όμως δεν αφορά σε πράγματα, όπως κατοικίες και βίλες, ψησταριές σουβλατζήδικων και εργοστάσια, αλλά και σε βεβαιωμένες απαιτήσεις επί των τελευταίων.

Ο λόγος για την ατομική ιδιοκτησία. Αφορμή η τρέχουσα δημόσια συζήτηση για την προστασία της προσημειωμένης ή υποθηκευμένης πρώτης κατοικίας. Πώς περιήλθε σε κίνδυνο η πρώτη κατοικία και από ποιόν κινδυνεύει; Πρώτον από την υποθήκευσή της στις εμπορικές τράπεζες, οι οποίες, λίγα χρόνια πριν, σώθηκαν από την πτώχευση με χρήματα του Δημοσίου. Το αναφέρουμε, διότι αυτή η διάσωση ιδιωτικής ιδιοκτησίας έγινε με σχεδόν αθόρυβο και άκρως αποτελεσματικό τρόπο από το κράτος. Και έγινε, επειδή η πτώχευση των ιδιωτικών τραπεζών θα είχε ολέθριες συνέπειες. Ωστόσο, η μεθόδευση της αποφυγής μιας πιθανής πτώχευσης των τραπεζών δεν είχε ως μόνη συνέπεια τη διάσωση των τραπεζών, αλλά και τη διάσωση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μετόχων των τραπεζών με χρήματα του κράτους. Δηλαδή το κράτος δεν έσωσε μόνον τις τράπεζες ως επιχειρήσεις, αλλά και την αντίστοιχη ιδιωτική ιδιοκτησία των μετόχων τους, με αποκλειστικά δικά του και μόνον χρηματικά ποσά. Χάρισε δηλαδή στους εν λόγω μετόχους τη σχετική ιδιοκτησία τους με δικά του έξοδα, ίσα με την αξία αυτής της ιδιοκτησίας.

 

Ίσα κι όμοια

 

Από τι κινδύνευαν οι τράπεζες με πτώχευση; Από το γεγονός ότι πολλοί δανειολήπτες για διάφορους λόγους, όπως μείωση του εισοδήματός τους λόγω της εισοδηματικής πολιτικής της εκάστοτε κυβέρνησης, της κρίσης ως συνέπειά της αποικιοκρατικής ρύθμισης του δημοσίου χρέους, της πανδημίας και της αύξησης των επιτοκίων των δανείων τους συνεπεία αυξήσεων του επιτοκίου της ΕΚΤ, δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν τα δάνεια που έχουν πάρει από αυτές.

Τι δάνεια είναι αυτά; Είναι δάνεια για την αγορά ή κατασκευή κατοικίας, αλλά και καταναλωτικά δάνεια (όπως δάνεια για εξόφληση χρεών από πιστωτικές κάρτες) καθώς και δάνεια προς αυτοαπασχολούμενους ή μικροεπιχειρηματίες, δηλαδή επιχειρηματίες του εαυτού τους ή/και των οικογενειών τους, εντέλει προλεταριακούς επιχειρηματίες. Και των τριών κατηγοριών, οι δανειολήπτες υποθήκευσαν τα σπίτια τους, δηλαδή την πρώτη κατοικία τους, για να λάβουν τα δάνειά τους. Τα οποία ωστόσο μόνον οι της πρώτης κατηγορίας χρησιμοποίησαν για την απόκτηση της υποθηκευθείσας πρώτης κατοικίας τους! Οι των υπόλοιπων δύο κατηγοριών τα πήραν, υποθηκεύοντας την πρώτη τους κατοικία, όχι για να αποκτήσουν την τελευταία, αλλά για να ικανοποιήσουν προσωπικές τους ανάγκες ή ανάγκες της όποιας τέλος πάντων επιχείρησής τους. Συνεπώς αυτοί οι προλεταριακοί επιχειρηματίες πήραν δάνεια όχι για να αποκτήσουν πρώτη κατοικία, αλλά υποθήκευσαν την πρώτη τους κατοικία, την οποία κατείχαν ήδη, για να πάρουν αυτήν τη φορά ενυπόθηκα δάνεια και να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Η ειρωνεία της θέσης τους είναι ούτως ειπείν τραγικότερη από εκείνην των δανειοληπτών της πρώτης κατηγορίας. Διότι οι τελευταίοι θα βρεθούν, μετά τον εκπλειστηριασμό της κατοικίας τους σε σχέση με την κατάστασή τους πριν τη λήψη του δανείου, να χρωστούν το μέρος του δανείου που απομένει μετά την απομείωση του οφειλόμενου ποσού κατά το ποσό που θα αποφέρει ο πλειστηριασμός της κατοικίας τους. Σπίτι ούτε είχαν πριν ούτε θα έχουν μετά την περιπέτεια της δανειοληψίας. Θα τούς μείνουν μόνον τα χρέη ‒ προς ποιόν, θα δούμε στην συνέχεια. Ενώ οι της πρώτης κατηγορίας θα χάσουν με τον πλειστηριασμό το σπίτι που είχαν αποκτήσει με δικά τους χρήματα και θα χρεωστούν το προαναφερθέν ποσό. Δηλαδή, όπως λέει η γνωστή ρήση, και κ… και δερμένοι.

 

Ο ρόλος των τραπεζών

 

Μετά από αυτά μένει να διευκρινίσουμε το ερώτημα όχι σε ποιόν χρωστούσαν αμέσως μετά και τη λήψη του δανείου τους, αλλά σε ποιόν χρωστούν σήμερα οι δανειολήπτες. Μα σε ποιον να χρωστούν σήμερα; Στις τράπεζες ‒ θα έλεγε κανείς. Όχι βέβαια. Διότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις (ποιά, πώς, πότε και με ποιον νόμο, δεν μας ενδιαφέρει εδώ) φρόντισε, χάριν της σωτηρίας των εμπορικών τραπεζών, στις οποίες χρωστούν οι δανειολήπτες αρχικά τα δάνειά τους, να μη χρωστούν πλέον στις τράπεζες, αλλά στα γνωστά μας funds. Πώς το κατάφερε αυτό; Οι απαιτήσεις των τραπεζών έναντι των δανειοληπτών είναι και αυτές ιδιοκτησία, ιδιωτική ιδιοκτησία, της σχετικής τράπεζας. Ωστόσο δεν είναι κατ’ ανάγκην εμπορεύσιμη ιδιοκτησία. Συνεπώς και οι εν λόγω απαιτήσεις των τραπεζών δεν ήταν αντικείμενο αγοραπωλησίας και δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν σε άλλους, δηλαδή να πωληθούν. Η κυβέρνηση φρόντιζε, για να σώσει τις τράπεζες, να άρει αυτόν τον περιορισμό και να θεσπίσει την μεταβιβασιμότητά τους, δηλαδή την αγοραπωλησία τους. Τη μεταβιβασιμότητά τους όμως προς τρίτους, όχι προς όλους ‒ αποκλείοντας έτσι τους δανειολήπτες ως αγοραστές. Γιατί θέσπισε τη μεταβιβασιμότητα αυτών των απαιτήσεων; Για να απαλλάξει τους ισολογισμούς των τραπεζών από αυτά τα επισφαλέστατα στοιχεία ενεργητικού. Αλλά η μεταβιβασιμότητα είναι αναγκαία, όχι και ικανή συνθήκη της εξυγίανσης των τραπεζών. Η ικανή συνθήκη είναι η πραγματική μεταβίβαση προς κάποιον άλλον, η πώλησή τους σε αυτόν. Ποιος όμως να αγοράσει τέτοιες επισφαλείς απαιτήσεις, τέτοια, όπως λέγονται, «σκουπίδια»;

 

Οι αγοραστές των «σκουπιδιών»

 

Όπως όμως γνωρίζουν όχι μόνο οι οικολόγοι, αλλά ήδη όλοι μας, ακόμα και για σκουπίδια βρίσκονται αγοραστές. Εξαρτάται από την τιμή και τους όρους που προσφέρει ο πωλητής, εδώ το κονσόρτσιουμ τραπεζών και κράτους. Και τι προσφέρουν αυτοί οι δύο στους αγοραστές, δηλαδή στα γνωστά μας funds; Πρώτον, τη δυνατότητα να έχουν τα τελευταία την έδρα τους στο εξωτερικό και έτσι να μην φορολογούνται στην Ελλάδα για τις οικονομικές τους δραστηριότητες, δεύτερον, να διεκπεραιώνουν τις οικονομικές δραστηριότητές τους, δηλ. τους εκπλειστηριασμούς τους στην Ελλάδα μέσω τρίτων, των γνωστόν servicers, τρίτον, να διεξάγονται οι πλειστηριασμοί ηλεκτρονικά, δηλαδή χωρίς (χρονό)τριβές. Και, τέταρτον, ευτελής τιμή αγοράς των «σκουπιδιών».

Μα πώς θα καλύψουν οι τράπεζες την απόσβεση των σχετικών δανείων σε μια τόση χαμηλή τιμή πώλησης των απαιτήσεων που απορρέουν από αυτά;

Τη ζημιά πληρώνει το κράτος που για πολλούς, άκρως σημαντικούς λόγους δεν θέλει βέβαια να επιτρέψει την πτώχευση των τραπεζών. Θα ρωτήσετε γιατί δεν τις εξαγοράζει; Μα είναι ερωτήσεις αυτές; Που βρισκόμαστε; Ξεχάστε το. Ξεχάστε αυτά που ξέρατε.

Τότε γιατί τουλάχιστον δεν επετράπη στους δανειολήπτες να τα αγοράσουν στην προαναφερθείσα τιμή. Μα τι λέτε; Αυτοί δεν μπορούν να τα εξυπηρετήσουν; Πώς να τα αγοράσουν; Αυτό είναι βέβαια ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς. Πού να βρουν τα χρήματα αυτοί οι αδέκαροι.

 

Αυτά δεν γίνονται

 

Μήπως όμως ορισμένοι από αυτούς, π.χ. εκείνοι που εξακολουθούν να εξυπηρετούν τα δάνειά τους, θα μπορούσαν και να τα αγοράσουν; Μήπως θα μπορούσε να δοθεί σ’ αυτούς τουλάχιστον αυτή η option (που λένε και οι ειδήμονες); Από την ερώτηση και μόνον προκύπτει ότι αυτός που την θέτει όχι μόνον ειδήμων δεν είναι, αλλά δεν κατανοεί απολύτως τίποτα. Αυτή η option έχει δοθεί αποκλειστικά στα funds. Τα οποία αγόρασαν και τα εξυπηρετούμενα δάνεια που δεν είναι σκουπίδια, στην τιμή των μη εξυπηρετούμενων δανείων, δηλαδή των «σκουπιδιών»[1].

Μήπως όμως εντέλει θα μπορούσε το κράτος να επιδοτήσει τους δανειολήπτες να αγοράσουν τα δάνεια τους από τις τράπεζες, όπως επιδότησε τις τράπεζες για να μπορέσουν να τα πουλήσουν σε τιμή σκουπιδιών χωρίς να ζημιωθούν αντιστοίχως και να πτωχεύσουν; Όχι βέβαια. Αυτά δεν γίνονται. Διαφορετικά θα αναθαρρήσουν όλοι οι επίδοξοι δανειολήπτες και ιδίως οι μπαταχτζήδες αφού γνωρίζουν ότι εντέλει δεν θα χρειαστεί να τα εξυπηρετήσουν πλήρως. Θα ρωτήσετε: μήπως οι τράπεζες όμως θεωρήσουν δεδομένο ότι το κράτος θα τις ξελασπώνει πάντα, ό,τι κι αν γίνει; Ε, και; Ας καλομάθουν. Καλύτερα αυτές παρά οι δανειολήπτες. Όχι για τον ευτελή λόγο, τον οποίον υπονοεί ο κάθε κακόπιστος, αλλά για τον εξής απλό λόγο: Αδιάφορο στην τσέπη ποιών θα πάνε οι κρατικές επιδοτήσεις, στις τράπεζες ή στους δανειολήπτες, η ρύθμιση μέσω επιδότησης των πρώτων είναι ευχερέστερη και ταχύτερα διεκπεραιώσιμη από εκείνην μέσω επιδότησης των τελευταίων. Άντε να τους βρεις όλους αυτούς. Ενώ οι τράπεζες, πόσες είναι αυτές; Τέσσερις-πέντε είναι. Τις βρίσκεις εύκολα.

 

Τέτοια και αλλιώτικη

 

Ας πάψουμε λοιπόν τις ερωτήσεις κι ας αφήσουμε τα funds τώρα πλέον να κάνουν μέσω των servicers τη δουλειά τους.

Μια οριστικώς τελευταία ερώτηση δικαιούμαστε να κάνουμε ακόμη. Τι είναι το δικαίωμα που έχει ο ιδιοκτήτης μιας έστω και προσημειωμένης ή υποθηκευμένης πρώτης ή όποιας τέλος πάντων τάξης κατοικίας; Είναι δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Και οι απαιτήσεις των τραπεζών που απορρέουν από δάνεια απέναντι στους δανειολήπτες καθώς και οι σχετικές απαιτήσεις των funds τι είναι; Και αυτά είναι δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Προστατεύει το κράτος, όπως ισχυρίζεται το ίδιο, το δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας του οφειλέτη; Προστατεύει την πρώτη κατοικία και πώς; Διευρύνει τα προαναφερθέντα αρχικά δικαιώματα των τραπεζών; Θεσπίζει για τους αγοραστές αυτών των διευρυμένων δικαιωμάτων, τα funds, και νέες διευρύνσεις των αρχικών δικαιωμάτων τους; Προφανώς, το κράτος δεν ενδιαφέρεται για το δικαίωμα ιδιοκτησίας γενικά, αλλά εν προκειμένω μόνο στο βαθμό που αυτό αφορά τις τράπεζες και τα funds και όχι την πρώτη κατοικία.

Δεν υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία εν γένει. Υπάρχει, όπως συνηθίζουν να λένε σε τέτοιες περιπτώσεις οι Βαυαροί solche und solchene, δηλαδή τέτοια και αλλιώτικη ιδιωτική ιδιοκτησία.

 

Σημείωση:

1. Δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι τα funds έχουν ήδη πάρει τα λεφτά τους πίσω, δηλαδή έχουν αν χρηματοδοτηθεί, μέσω έκδοσης σχετικών ομολόγων.

 

Γιώργος Σταμάτης Ο Γιώργος Σταμάτης διετέλεσε καθηγητής Οικονομικής Θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (1979-2008). Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet