Δημήτρης Δεληολάνης «Ποιος σκότωσε τον Γκράμσι», εκδόσεις Στοχαστής, 2022

 

Αν όμως η ιδιότητα και μόνο του κομμουνιστή

επιφέρει ποινικές ευθύνες, τότε την αποδέχομαι.[1]

 

Το βιβλίο του Δημήτρη Δεληολάνη, συγγραφέα, μεταφραστή και δημοσιογράφου, πρώην ανταποκριτή (επί 35 χρόνια) της ΕΡΤ στη Ρώμη και άριστου γνώστη της ιταλικής πολιτικής ιστορίας, δεν αποτελεί μια βιογραφία του Αντόνιο Γκράμσι (υπάρχει εξάλλου η πληρέστατη βιογραφία του από τον Τζιουζέπε Φιόρι με τίτλο «Αντόνιο Γκράμσι, η ζωή ενός επαναστάτη»), ούτε μια κριτική ανάλυση του θεωρητικού του έργου, των περίφημων, κωδικοποιημένων Τετραδίων της Φυλακής. Ιχνηλατεί περισσότερα τα τελευταία χρόνια της ζωής και τη δράσης του κομουνιστή ηγέτη.

 

Κυρίως, ενδιαφέρεται για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έζησε και πέθανε αυτός στις φυλακές του Μουσολίνι, από τη σύλληψή του στις αρχές του Νοέμβρη του 1926 μέχρι και τον θάνατό του από εγκεφαλική αιμορραγία, στις 27 Απριλίου του 1937 (στην πραγματικότητα είχε εγκριθεί η αποφυλάκισή του τρεις μόλις ημερές πριν τον θάνατό του). Ήταν εξάλλου εξαρχής κοινός τόπος ότι ο Γκράμσι, με την υγεία του ήδη επιβαρυμένη, δεν θα άντεχε για πολύ καιρό στις φυλακές του φασιστικού καθεστώτος. Υπεισέρχονται όμως παράγοντες που, όπως υποστηρίζει ο Δεληολάνης, παραθέτοντας πηγές και ντοκουμέντα για να τις τεκμηριώσει, ίσως επιτάχυναν το μοιραίο ή, έστω, παρέτειναν την παραμονή του στη φυλακή. Αναφέρεται εξάλλου ότι ο ανακριτής τού είχε πει μετά τη σύλληψή του κατά λέξη: «Βουλευτά Γκράμσι, έχετε φίλους που σίγουρα επιθυμούν να μείνετε για πολύ στη φυλακή». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Γκράμσι κατηγορήθηκε για «απόπειρα ανατροπής του καθεστώτος με ένοπλα μέσα», κατηγορητήριο εντελώς ανυπόστατο.

 

Η κομματική του δράση

 

Το βιβλίο χωρίζεται, σε γενικές γραμμές, σε δύο ενότητες. Τα πέντε πρώτα κεφάλαια περιγράφουν την κομματική δράση του Γκράμσι από την ίδρυση του Ιταλικού Κομουνιστικού Κόμματος στο Λιβόρνο (21 Ιανουαρίου 1921), μετά από τη διάσπαση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έως τη σύλληψη του Σαρδηνού διανοούμενου. Με ντοκουμέντα και μαρτυρίες -άγνωστα στην Ελλάδα-, παρακολουθούμε την πορεία του Γκράμσι, την εσωκομματική πάλη με τη φράξια του δογματικού Αμεντέο Μπορντίγκα, που ανέδειξε νικητή τον Γκράμσι, την αποστολή του το 1922 στη Μόσχα ως αντιπροσώπου των ιταλών κομουνιστών, την κρίση του για το σοβιετικό καθεστώς την επαύριο του θανάτου του Λένιν, την επιστροφή του στην Ιταλία και ανάδειξή του σε γενικό γραμματέα του Κ.Κ.Ι., την ίδρυση της εφημεριδάς LUnita, το Συνέδριο του 1926 από όπου προέκυψαν οι σημαντικές Θέσεις της Λυών (στα ελληνικά έχουν εκδοθεί από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο), τη στενή σχέση του με τον Παλμίρο Τολιάτι, ο οποίος αρχικά τον διαδέχθηκε στα καθήκοντά του στην έδρα της Γ’ Διεθνούς και αργότερα έγινε και ο ίδιος γενικός γραμματέας του κόμματος.

Μεγάλο τμήμα αυτών των κεφαλαίων καλύπτει η επιστολογραφία του Γκράμσι, κυρίως με τον Τολιάτι, καθώς και με την Τατιάνα Σουχτ, αδελφή της συζύγου του, Ιουλίας, η οποία είχε ρωσική υπηκοότητα και ήταν εγκατεστημένη στη Μόσχα. Στην επιστολογραφία του βαραίνει ιδιαίτερα η επιστολή του προς την Κεντρική Επιτροπή του Ρωσικού Κομουνιστικού Κόμματος, το 1926, λίγο πριν τη σύλληψή του, όπου ασκεί κριτική στην φραξιονιστική διαπάλη που ξέσπασε για τη διαδοχή του Λένιν και επιρρίπτει ευθύνες στη φράξια του Στάλιν, χωρίς όμως να ταχθεί με το μέρος αυτής του Τρότσκι. Παρόλα αυτά, κάποιοι έσπευσαν να του φορέσουν την ταμπέλα του τροτσκιστή, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τη σταλινική ηγεσία μετά την επικράτηση του τελευταίου, ενώ έγινε και η αιτία για να διαταραχθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα οι σχέσεις του με τον Τολιάτι. Επιπλέον, ο Γκράμσι άσκησε έγκαιρα κριτική στην Κομιντέρν για την εν γένει στάση της απέναντι στην άνοδο του φασισμού: έχοντας μελετήσει από κοντά το φαινόμενο στη χώρα του, ο Γκράμσι ήταν ίσως ο πρώτος που έκανε έκκληση για τη συγκρότηση ευρέων συμμαχιών και λαϊκών μετώπων για την αντιμετώπιση του φασισμού, την ίδια ώρα η Κομιντέρν έκανε λόγο για «σοσιαλφασισμό». Και αυτό το γεγονός έριξε μια βαριά σκιά στη σχέση του με τη Μόσχα.

 

Η ζωή στη φυλακή

 

Τα υπόλοιπα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου, που είναι και τα εκτενέστερα, περιγράφουν τη ζωή του Γκράμσι στη φυλακή και τις προσπάθειες που έγιναν για την απελευθέρωσή του. Στην επίμονη προσπάθεια του φυλακισμένου ηγέτη να μετατρέψει τους κομουνιστές συντρόφους του σε στελέχη με ικανότητες πολιτικής ανάλυσης και κινητοποίησης που θα πάλευαν για την αντιφασιστική ενότητα.

Όσον αφορά την πιθανότητα απελευθέρωσής του, είτε ύστερα από απονομή χάρης από τον Μουσολίνι είτε με ανταλλαγή ιταλών κρατουμένων στη Μόσχα, ο συγγραφέας παραθέτει ντοκουμέντα (επιστολές, άγνωστα κείμενα από τα αρχεία της Διεθνούς, κ.ά.) που καταδεικνύουν ότι μάλλον έγιναν λάθος χειρισμοί, θεμιτοί και αθέμιτοι, σ’ αυτό το θέμα από όσους επιζητούσαν την απελευθέρωση του Γκράμσι. Επίσης, η στάση της ηγεσίας της Σοβιετικής Ένωσης υποδηλώνει ότι μάλλον δεν είχε πάρει και πολύ ζεστά αυτό το θέμα, σε σύγκριση με τον ζήλο που επέδειξε για την απελευθέρωση άλλων πολιτικών κρατουμένων, με κορυφαίο παράδειγμα τον Γκιόργκι Δημητρώφ. Αξίζει να σημειωθεί ότι, από το 1933, η Σοβιετική Ένωση και η Ιταλία διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις, είχαν υπογράψει σύμφωνο ειρήνης και είχαν προχωρήσει σε εκατέρωθεν ανταλλαγές άλλων πολιτικών κρατουμένων. Όχι όμως τον Γκράμσι. Βεβαίως, η αιτία γι’ αυτό μπορεί να οφείλεται στον ίδιο τον Μουσολίνι, που γνώριζε καλά τη δράση και την ευφυία του Γκράμσι και δεν ήταν δυνατόν να απελευθερώσει έναν τόσο επικίνδυνο αντίπαλο.

«Τη στιγμή όμως που ο Γκράμσι αισθάνεται εγκαταλελειμμένος, βρίσκει τη δύναμη να ερμηνεύσει κατάλληλα τις λίγες πληροφορίες που έφταναν έως το κελί του και στα Τετράδια της Φυλακής ασκεί εύστοχη κριτική αναφορικά με το αυταρχικό καθεστώς που έβλεπε να επιβάλλεται σταδιακά στη Σοβιετική Ένωση, ενώ, παράλληλα, εκφράζει τη βαθιά απογοήτευσή του για την πορεία που ακολουθούσε το αντιφασιστικό κίνημα, που αδυνατούσε να ενωθεί στην πάλη ενάντια στον Μουσολίνι».

Είναι αλήθεια ότι ο Παλμίρο Τολιάτι αγωνίστηκε για να έρθουν στα χέρια του και τελικά να δημοσιευθούν τα γραπτά του Γκράμσι που συνέθεσαν τα Τετράδια της Φυλακής (από τις εκδόσεις Einaudi). Ωστόσο, από τις πρώτες εκδόσεις των γραπτών του (Επιστολές, 1947) έλειπαν οι αναφορές στον ίδιο τον Τολιάτι, που είχε και την επμέλεια, καθώς και στη Μόσχα, δηλαδή η -διακριτική- κριτική του στον επίσημο μαρξισμό-λενινισμό. Αυτά τα κείμενα άρχισαν να γίνονται γνωστά μόνο μετά τον θάνατο του Στάλιν και του Τολιάτι, και την επανακυκλοφορία των εμπλουτισμένων Τετραδίων.

Οι προβληματισμοί του Γκράμσι γύρω από το κομβικό ζήτημα της ηγεμονίας, το εργατικό συμβουλιακό σύστημα διακυβέρνησης, τον πόλεμο θέσεων και της έννοιας και του ρόλου του οργανικού διανοούμενου, μαζί με τις Σημειώσεις για τον Μακιαβέλι, αποτελούν τη σημαντικότερη πνευματική κληρονομιά του. Δεν ήταν άλλωστε μόνο θεωρητικός διανοούμενος, αλλά και άνθρωπος της δράσης και της κομματικής δουλειάς. Άλλωστε, ο ίδιος, για να αποφύγει τη λογοκρισία των φασιστικών φυλακών, δεν χρησιμοποιούσε στα Τετράδια τον όρο «ιστορικός υλισμός», αλλά τον όρο «φιλοσοφία της πράξης».

 

Σημείωση

1. Από την απολογία του Γκράμσι κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας της δίκης του από το φασιστικό καθεστώς (Ρώμη, 28 Μαΐου 1928).

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet