Οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων και της νεολαίας κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης συνεχίζονται και εντείνονται. Στις 7 Μαρτίου, πάνω από 3 εκατομμύρια, άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας βρέθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες των μεγάλων πόλεων και της περιφέρειας, σε μια μαζική ενωτική και ιστορική για πολλούς κινητοποίηση. Αρκετά πιο μαζική, μάλιστα, από τις προηγούμενες πέντε, που ξεκίνησαν στις 19 Ιανουαρίου.

Η κυβέρνηση μπροστά σε αυτή την πρωτοφανή κατάσταση επιχειρεί να επιβάλει τη μεταρρύθμισή της. Την περασμένη Τετάρτη τα μεσάνυχτα ψήφισε το επίμαχο άρθρο 7, που αναφέρεται στην αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.

Η ψήφιση αυτή σε καμία περίπτωση δεν αλλάζει την αγωνιστική τακτική των συνδικάτων, όπως δήλωσε ο γ.γ. της CGT Φιλίπ Μαρτινέζ στο TV France 2, την Πέμπτη το πρωί. Ακολούθησε μετά και η ανακοίνωση των οκτώ συνδικαλιστικών οργανώσεων και των οργανώσεων της νεολαίας, που καλούσαν σε μια νέα κινητοποίηση για σήμερα Σάββατο, 11 Μαρτίου, για να αποσυρθεί αυτή η «βάρβαρη» μεταρρύθμιση. Άλλωστε, οι κινητοποιήσεις δεν σταμάτησαν ούτε μια μέρα. Συνεχίζονται με τις κυλιόμενες απεργίες σε μεγάλους και κρίσιμους τομείς της κοινωνίας και της οικονομίας. Στις συγκοινωνίες και γενικότερα στις μεταφορές, στα διυλιστήρια, την ενέργεια, τη διατροφική αλυσίδα κλπ

Στα πλαίσια των κινητοποιήσεων κατά του συνταξιοδοτικού, οι γυναικείες οργανώσεις προγραμμάτισαν τις κινητοποιήσεις τους της 8ης Μαρτίου, προτάσσοντας τα αιτήματα για ίσα δικαιώματα στην εργασία και τη σύνταξη. Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης Μακρόν – Μπορν αντί να βελτιώνει, επιβαρύνει τη θέση της γυναίκας προσθέτοντας χρόνια και προϋποθέσεις για μια πλήρη συνταξιοδότηση.

Τη σκυτάλη του αγώνα πήρε την επόμενη μέρα η νεολαία, που συνεχίζει να κινητοποιείται μετέχοντας στο διασυνδικαλιστικό (Συντονική Επιτροπή Συνδικαλιστικών Οργανώσεων και νεολαίας). Οι κινητοποιήσεις της νεολαίας, με αιχμή τις καταλήψεις πανεπιστημιακών σχολών και Λυκείων, ανησυχούν ιδιαίτερα την κυβέρνηση που επιχειρεί να δυσφημίσει τον αγώνα τους, συνεπικουρούμενη και από ορισμένα ΜΜΕ. Η απάντηση των νέων είναι άμεση: «αγωνιζόμαστε στο πλευρό των γονιών μας, γιατί δεν θέλουμε να τους βλέπουμε να αγωνιούν για το μεροκάματο και τη σύνταξή τους» και «ασφαλώς, δεν μπορούμε να μένουμε αδιάφοροι μπροστά στο ακόμα χειρότερο μέλλον που μας επιφυλάσσεται, με την πρόσκαιρη εργασία και τη διάλυση του κοινωνικού και δημόσιου χαρακτήρα του συνταξιοδοτικού συστήματος».

Η κυβέρνηση που έχει βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο μετά από δυο μήνες κινητοποιήσεων, αναζητά τρόπους διαφυγής για την ολοκλήρωση της ψήφισης του νομοσχεδίου της. Μεθοδεύει, με συνοπτικές διαδικασίες, να περιορίσει ασφυκτικά τον χρόνο συζήτησης των άρθρων, ελπίζοντας σε σύντομο διάστημα να έχει τελειώσει. Την τακτική αυτή εφάρμοσε και με την ψήφιση του άρθρου 7. Η ψήφιση βέβαια έγινε με παρασκηνιακή συνεργασία με τη δεξιά –διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατή. Ο νέος πρόεδρος του δεξιού–ρεπουμπλικανικού κόμματος έχει ταχθεί ανεπιφύλακτα υπέρ της μεταρρύθμισης, γιατί πρόκειται για «μια μεταρρύθμιση δικιά μας», όπως είπε στους βουλευτές του κόμματός του που εκφράζουν αντιρρήσεις.

Όμως, αντίθετα, ο υπουργός Εργασίας υποστήριξε στη Βουλή πως πρόκειται για αριστερή μεταρρύθμιση, καθώς διασώζεται ο δημόσιος και αναδιανεμητικός χαρακτήρας του συστήματος. Και η πρωθυπουργός Ελίζα Μπορν ξεκαθάρισε τα πράγματα, λέγοντας πως «δεν πρόκειται ούτε για δεξιά, ούτε για αριστερή, αλλά για μια χρήσιμη μεταρρύθμιση».

Η ψήφιση του άρθρου 7 έγινε σε κλίμα έντασης, με τους βουλευτές του Μακρόν και της Δεξιάς να προσπαθούν να αποφύγουν την ουσιαστική συζήτηση του νομοσχεδίου, να πολώσουν την κατάσταση και να συγκρατήσουν τις διαρροές, όπως έδειξε η ψηφοφορία. Ναι ψήφισαν 201, όχι 115 και 29 απείχαν. Οι βουλευτές της Αριστεράς (Κομμουνιστές, Σοσιαλιστές και Οικολόγοι) κατήγγειλαν τις μηχανορραφίες της Δεξιάς και την αντιδημοκρατική τακτική της κυβέρνησης. Μίλησαν, μάλιστα, για πραξικόπημα «σε μια στιγμή που η Γαλλία βρίσκεται στα πρόθυρα μιας κοινωνικής έκρηξης. «Εσείς, (η κυβέρνηση), βρίσκεστε αλλού… Θέλετε να επιβάλετε μια μεταρρύθμιση, φορτώνοντας τα βάρη στις πλάτες των εργαζομένων και αποφεύγοντας να φορολογήσετε τους πλούσιους».

Η κριτική των βουλευτών της Αριστεράς στράφηκε κατά του Μακρόν που φέρει την κύρια ευθύνη για το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί και τώρα παραμένει σιωπηλός, προκειμένου να μείνει στο απυρόβλητο. Ο πρόεδρος αρνήθηκε να συναντηθεί με τους εκπροσώπους του συνδικαλιστικού κινήματος και να ακούσει τις απόψεις τους, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις των συνδικάτων. Η απάντηση της πρωθυπουργού στην κριτική τη Αριστεράς ήταν «η πόρτα του διαλόγου ήταν πάντα ανοιχτή», προσθέτοντας πως «ο υπουργός Εργασίας είναι έτοιμος να σας ακούσει»! Το διασυντονιστικό των συνδικάτων και της νεολαίας, μετά την κινητοποίηση της 7η Μαρτίου, επανήλθε ζητώντας με επιστολή του προς το προεδρικό μέγαρο, να συναντηθούν με τον πρόεδρο Μακρόν. «Γιατί εάν συνεχιστεί αυτή η τακτική της σιωπής, η χώρα μπορεί να βρεθεί σε μια κατάσταση που μπορεί να γίνει εκρηκτική». Στην επιστολή αναφέρονται στις κινητοποιήσεις που είχαν την ευρύτερη αποδοχή της κοινωνίας και, μεταξύ άλλων, τονίζουν «κυρίως εσείς και η κυβέρνησή σας παραμένετε σιωπηλός μπροστά στην εκφρασμένη θέληση ενός μαζικού - κοινωνού κινήματος. Για τις οργανώσεις μας, αυτή η απουσία απάντησης στα αιτήματά μας, συνιστά σοβαρό πρόβλημα δημοκρατίας».

Τέλος, να σημειώσουμε αυτό που είπε ένας συνδικαλιστής: «κανείς δεν μπορεί να κυβερνήσει έναν λαό που αντιστέκεται μαζικά στις αντεργατικές πολιτικές».

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet