Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξέρει, πια, πότε θα γίνουν εκλογές.

Τις προανήγγειλε τηλεοπτικά, μέσα από την εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη, τοποθετώντας τες –αν και δεν έδωσε ακριβή ημερομηνία– εντός του Μαΐου. Εκεί όμως ακριβώς συνίσταται και το πρόβλημα: ότι επιλέγει να ανακοινώσει τη μείζονα αυτή διαδικασία μέσω τηλεοράσεως, και όχι με κάποιο θεσμικό τρόπο, κι αφού επί μήνες παίζει τη γάτα με το ποντίκι, τόσο με τους ψηφοφόρους όσο και με τις πολιτικές δυνάμεις, διαψεύδοντας συνεχώς πληροφορίες με τις οποίες ο ίδιος ο μηχανισμός του Μεγάρου Μαξίμου φρόντιζε να εφοδιάζει τους δημοσιογράφους.

Είναι αυτό τόσο βαρύ ατόπημα; θα αναρωτηθεί κανείς.

Ας δούμε τη μεγάλη εικόνα. Είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός που εδώ και μήνες έχει ανοίξει την προεκλογική συζήτηση, αφού από τη μία έχει δηλώσει ότι θα εξαντλήσει την τετραετία και από την άλλη –με στοχευμένες διαρροές– έχει αφήσει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα για προσφυγή στην κάλπη νωρίτερα.

Είναι οι ίδιοι οι συνεργάτες του –οι γνωστοί «κύκλοι» – που άφηναν να διαρρέει ως «κλειδωμένη» την 9η Απριλίου, ασχέτως αν η τραγωδία των Τεμπών άλλαξε όλο τον προγραμματισμό.

Είναι το ίδιο το σύστημα Μαξίμου που συνειδητά συντηρούσε την εκλογολογία και δεν έκοβε οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από τον χρόνο των εκλογών.

 

Παιχνίδια μέχρι τέλους

 

Προφανώς ο ίδιος έχει το μαχαίρι, ο ίδιος και το πεπόνι. Και μέχρι τελευταία στιγμή μετράει διάφορα. Μετράει τις δημοσκοπικές τάσεις των αναποφάσιστων, ζυγίζει τον αντίκτυπο της τραγωδίας στα Τέμπη, συσκέπτεται νυχθημερόν με τους συνεργάτες και τους ακριβοπληρωμένους του συμβούλους προκειμένου να επιλέξει την αποτελεσματικότερη –και σε επικοινωνιακό επίπεδο– διαχείριση της κρίσης, μετράει τι ποσά θα αξιοποιήσει από τον λεγόμενο «δημοσιονομικό χώρο» και τα πλεονάσματα για προεκλογικές δαπάνες, ζυγίζει υποσχέσεις και δεσμεύσεις.

Αδιαφορεί, φυσικά, προκλητικά για το πόσο κακό κάνει μια τέτοια εκκρεμότητα στη χώρα, όμως αυτό δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για τον ίδιο. Συστηματικά ασεβής απέναντι σε κάθε μορφής θεσμική λειτουργία, παίζει με την ημερομηνία των εκλογών –έξω και πέρα από κάθε κανόνα του πολιτικού fair play– όπως επί τέσσερα χρόνια απαξίωνε συστηματικά, όταν δεν επιχειρούσε να τις υπονομεύσει ή να τις ποδηγετήσει, βασικές αρχές λειτουργίας ενός κράτους δικαίου.

Στην προσπάθειά του να παραμείνει γαντζωμένος στην καρέκλα της εξουσίας, υπό το κράτος πανικού και προκειμένου να περιορίσει την κοινωνική οργή, την απαξίωση και την ανεπανόρθωτη φθορά που υφίσταται τόσο ο ίδιος όσο και η κυβέρνησή του, καταφεύγει σε μια προκλητική επίδειξη κυνισμού που αν και ενδεδυμένη με το προσωπείο του συμπάσχοντος, είναι απολύτως ενδεικτική της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η ηγετική ομάδα του Μεγάρου Μαξίμου.

Γιατί πόσο να χαμηλώσει το κεφάλι και να προσποιηθεί τον θλιμμένο; Πόσο να σκηνοθετήσει τον καταρρακωμένο; Πόσα ψέματα να επιστρατεύσει για να κρύψει την αναλγησία των επιλογών του; Η μέχρι σήμερα μιντιακή του υπεροπλία, για πόσο θα μπορεί να του παρέχει την ασυλία την οποία έχει συνηθίσει να απολαμβάνει; Και για πόσο θα μπορεί να απορροφά τους κραδασμούς από τη διογκούμενη κοινωνική οργή;

 

Επιχείρηση «damage control»

 

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτό το ιδιαίτερο μόρφωμα της διακυβέρνησης Μητσοτάκη έχει δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά: το πρώτο και κύριο είναι η σπουδή να μη θίξει ούτε στο ελάχιστο τα συμφέροντα της κάστας των εγχώριων ολιγαρχών για τους οποίους εργάζεται. Το δεύτερο είναι ότι, καθ’ ομολογία του ίδιου, η ουσία δεν μετράει, μετράει η επικοινωνία.

Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα, κι έχοντας κατά νου πως ο χρόνος που απομένει μέχρι τις εκλογές, αποκτά –μετά την τραγωδία των Τεμπών– εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, οι επιτελείς της κυβέρνησης αναζητούν με αγωνία τις κατευναστικές εκείνες κινήσεις που θα μπορούσαν, στη λογική του damage control, να λειτουργήσουν αποσυμπιεστικά στο νέο περιβάλλον και στις νέες συνθήκες που δημιούργησαν τα Τέμπη.

Χωρίς φυσικά να διαταραχθεί η σχέση με τους… χορηγούς του, και χωρίς να θεωρηθεί ότι άγεται και φέρεται από τις προεκλογικές ορέξεις των πολιτικών του αντιπάλων –πρωτίστως του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ– ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπαθεί να περιορίσει τις απώλειες.

Στην αγωνιώδη, ωστόσο, αυτή προσπάθεια, είναι αδύνατο να κρύψει το πραγματικό του πρόσωπο. Ακόμη και τη στιγμή του συλλογικού πένθους, μετακυλύει τις ευθύνες –«όλοι φταίμε» λέει, κακοποιεί και διακωμωδεί την έννοια της δημοκρατίας, υπηρετεί μέχρι τέλους τις σκληρές νεοφιλελεύθερες επιλογές του– νομοθετεί την ιδιωτικοποίηση του νερού και πιστός στην ιδεοληπτική εμμονή του με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια προαναγγέλλει τώρα την αναθεώρηση του άρθρου 16.

 

Ασεβής και επικίνδυνος

 

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η επιλογή να ανακοινώσει τον χρόνο των εκλογών μέσα από μια μαγνητοσκοπημένη τηλεοπτική εκπομπή –κατά τη διάρκεια μάλιστα της οποίας επιδόθηκε σε ένα κρεσέντο πρωτόγνωρης επικοινωνιακής αναλγησίας, μοιράζοντας ευθύνες χωρίς αντίλογο– δεν προκάλεσε έκπληξη.

Όπως έκπληξη δεν προκάλεσε και η επιλογή του τηλεοπτικού του οικοδεσπότη. Δεν είναι άλλωστε μυστικό πως οι ακροκεντρώοι, στους οποίους τόσα έχει επενδύσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης –πολλοί από τους οποίους, σφόδρα δυσαρεστημένοι από την υπόθεση των υποκλοπών αλλά και σοκαρισμένοι, μετά τα Τέμπη, από την ανικανότητα του «άριστου επιτελικού κράτους», απομακρύνονται από τη ΝΔ– είναι το προνομιακό ακροατήριο του Σταύρου Θεοδωράκη. Αυτούς θέλει να εξευμενίσει ο έλληνας πρωθυπουργός, και επιλέγει πρόθυμους –με δεδομένα δείγματα γραφής στο παρελθόν– συμμάχους.

Μόνο που ο ευτελισμός των διαδικασιών και η απαξίωση θεσμών και προσώπων, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να φανερώνει αφενός τη βουλιμία παραμονής στην εξουσία, αφετέρου την περιφρόνηση προς μια κοινωνία η οποία απογοητευμένη, θυμωμένη, ακυρωμένη, διαρρηγνύει την εμπιστοσύνη της με ό,τι συναποτελεί την ίδια τη δημοκρατία.

Κι αυτό είναι πολύ, μα πολύ, επικίνδυνο.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet