Η Δανάη Κολτσίδα, διευθύντρια του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και αντιπρόεδρος του ευρωπαϊκού δικτύου transform! είναι γνωστή στις αναγνώστριες και τους αναγνώστες της «Εποχής», κυρίως από τις συνεντεύξεις που μας έχει δώσει κατά καιρούς, οι οποίες αναφέρονται στην πολιτική επικαιρότητα. Στις Ιδέες, όμως, γράφει για πρώτη φορά, κάτι που μας κάνει πολύ χαρούμενους, αφού ένας από τους στόχους αυτής της στήλης είναι η συνεργασία με νέους, αριστερούς ανθρώπους. Αυτή η χαρά ενισχύεται από το γεγονός ότι το περιεχόμενο τού ορθογραφικά και συντακτικά άψογου κειμένου της (η χαρά του επιμελητή), αλλά και η γραφή της, ταιριάζουν στον πρωτότυπο τίτλο του. Στην ουσία πρόκειται για ένα μεγάλο πολιτικό χρονογράφημα, που με αφορμή την πρόσφατη σφαγή των Τεμπών τονίζει τη σημασία της ειλικρινούς, και όχι προσποιητής, δηλαδή πολιτικάντικης, έκφρασης (και) των όποιων συναισθημάτων, συμπεριλαμβανομένου του θυμού, στον λόγο της Αριστεράς. Η Κολτσίδα υποστηρίζει την άποψή της με την ίδια ενσυναίσθηση που θα ήθελε να έχουν οι αριστεροί δρώντες στον δημόσιο χώρο, με έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό από τη βάρβαρη, λαϊκίστικη ματσίλα, με έναν «γυναικείο» τρόπο. Κλείνω, επαναλαμβάνοντας την ευχή που εκφράζω κάθε φορά σ’ αυτήν τη στήλη: να αποτελέσει το συγκεκριμένο κείμενο αντικείμενο συζήτησης, με τη συμμετοχή όχι μόνο όσων συμφωνούν, αλλά και όσων διαφωνούν περισσότερο ή λιγότερο με όσα αναφέρει η συγγραφέας του.

 

Χ. Γο.

 

 

Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

                                     

 

Το κείμενο που ακολουθεί έχει περισσότερο συναίσθημα από όσο αναλογεί συνήθως σε μια ανάλυση. Όμως όπως καταλαβαίνει κανείς ήδη από τον τίτλο αυτό είναι ηθελημένο. Και ίσως αναπόφευκτο, μια εκδήλωση βαθιάς προσωπικής ανάγκης.

 

«Πάρε με (ότ)αν φτάσεις». Είναι οι λέξεις της μάνας λίγο πριν κλείσουμε την πόρτα του σπιτιού πίσω μας. Είναι το μήνυμα της κολλητής τη στιγμή που χωριζόμαστε μετά τη βραδινή έξοδο. Εδώ και λίγες μέρες, από το τρομερό βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου, έγιναν και σύνθημα. Γέμισαν δρόμους και τοίχους, γράφτηκαν σε αυτοσχέδια πλακάτ, έγιναν αυτοκόλλητα, σχηματίστηκαν από σχολικές τσάντες σε προαύλια σχολείων. Μια φράση τόσο απλή και οικεία, σχεδόν πεζή, ενίοτε ενοχλητική («άσε μας ρε μάνα!»), έγινε το πιο δυνατό σύνθημα, το μότο μιας από τις κορυφαίες στιγμές κοινωνικής κινητοποίησης των τελευταίων ετών στην Ελλάδα, που είχε ως επιπλέον χαρακτηριστικό την πρωτοκαθεδρία των νεότερων ηλικιών σε αυτή.

Πώς μπόρεσε μια φράση –γεμάτη μεν έγνοια και τρυφερότητα, που όμως δεν περιλαμβάνει καμία καταγγελία, κανένα αίτημα, καμία υπόσχεση, καμία ανάλυση– να εκφράσει τόσο συμπυκνωμένα και καλύτερα από κάθε άλλη όσες και όσους γέμισαν (γεμίσαμε) τους δρόμους και τις πλατείες; Και, κυρίως, ήταν μια εξαίρεση; Ήταν η φύση του συμβάντος –το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη– που επέβαλε τόσο αποφασιστικά το συναίσθημα στον δημόσιο χώρο και στον πολιτικό λόγο; Ή υπάρχει κάτι άλλο, κάτι περισσότερο και βαθύτερο; Αλλά, ακόμα κι αν δεν υπάρχει συνειδητά διατυπωμένο, μήπως θα έπρεπε να το αρθρώσουμε και να το απαιτήσουμε;

 

Η «εποχή του ξύλου»

 

Ο δημόσιος λόγος είναι γεμάτος από αναφορές σε επάλληλες κρίσεις, πολυκρίση, permacrisis: η έννοια «κρίση» χρησιμοποιείται σε κάθε δυνατό συνδυασμό. Αυτό που είναι πάντως αναμφισβήτητο, ανεξάρτητα από το πώς ο καθένας και η καθεμία, η κάθε πολιτική οπτική ή σχολή σκέψης αναλύει την τρέχουσα συγκυρία, είναι πως η καθημερινότητα για τους «απλούς ανθρώπους» είναι όλο και πιο περίπλοκη, όλο και πιο δύσκολη.

Αν η νέα γενιά –σύμφωνα με την απόλυτα εύστοχη περιγραφή μίας εκπροσώπου της, όπως την κατέγραψε η Εφημερίδα των Συντακτών– είναι η «γενιά της πατητής», που δεν μπόρεσε να πάρει ανάσα από τα απανωτά πλήγματα, τότε κατ’ αντιστοιχία η εποχή μας είναι για όλες και όλους, μικρότερες και μεγαλύτερους, η «εποχή του ξύλου». Κάθε μέρα, από κάθε πλευρά τρώμε ξύλο. Συνήθως μεταφορικά, κάποτε και κυριολεκτικά.

Ζούμε σε μικρά, ακατάλληλα και παρ’ όλα αυτά πανάκριβα σπίτια, σε πόλεις που οι περισσότερες παρακμάζουν γρήγορα, υποβαθμισμένες γειτονιές, με παρατημένες και κάποτε επικίνδυνες υποδομές. Δουλεύουμε πολύ, πληρωνόμαστε λίγο, ο ελεύθερος χρόνος μας συρρικνώνεται, η ανασφάλεια είναι ο κανόνας. Τι θα γίνει αν αρρωστήσουμε, ποιος θα βοηθήσει τους ηλικιωμένους γονείς μας, ποιος θα κρατήσει –αν το πάρουμε απόφαση να κάνουμε– τα μικρά παιδιά μας στις ατέλειωτες ώρες που εμείς δουλεύουμε. Ακόμα και η παραμικρή «αναποδιά», όπως ας πούμε μια ανοιξιάτικη βροχή, αρκεί για να προκαλέσει χάος γύρω μας, να πλημμυρίσει τους δρόμους και να μας εγκλωβίσει, αν όχι να μας θέσει σε κίνδυνο. Και η πιο απλή δραστηριότητα γίνεται πρόκληση.

Το «ξύλο» που τρώμε αφήνει ίχνη. Στην προσωπική ζωή, στην ψυχική, αλλά και στη σωματική υγεία του καθενός και της καθεμίας και σε όλες και όλους μαζί, στο συλλογικό κοινωνικό μας σώμα. Κι όλα αυτά, χωρίς να πάμε στα «μεγάλα», χωρίς να σκεφτούμε τον πόλεμο, την κλιματική καταστροφή, την πυρηνική απειλή που ξαναζωντάνεψε –όλα ανησυχητικά παρόντα, όσο κι αν τα απωθούμε κάθε μέρα. Χωρίς να μιλήσουμε για τα δικαιώματα και την ποιότητα της δημοκρατίας. Χωρίς να μπούμε καν στον κόπο να μιλήσουμε για την ακόμα πιο περίπλοκη και δύσκολη ζωή αυτών που συνήθως αποκαλούμε «το άλλο μισό του ουρανού» και ζουν (ζούμε) καθημερινά ακόμα περισσότερες πλευρές της ανισότητας, τον σεξισμό, την έμφυλη βία, τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Χωρίς να μιλήσουμε για τους «άλλους», για τη ζωή των μεταναστών, για τον ρατσισμό, χωρίς να μιλήσουμε για την αναπηρία. Εκεί το επίπεδο δυσκολίας ανεβαίνει εκθετικά. Και το ξύλο γίνεται όλο και πιο κυριολεκτικό. Πιο ενσώματο.

Πώς λειτουργούν, όμως, αυτές οι εμπειρίες; Και τι μορφή θα είχε τελικά μια πολιτική που να ασκείται από και για τους ανθρώπους της «εποχής του ξύλου»;

 

Η πολιτική της τρυφερότητας

 

Αν υπάρχει μια γενιά που έχει βιώσει πιο έντονα και καθολικά όλα τα παραπάνω –καθώς δεν γνώρισε ποτέ τίποτε άλλο, τίποτα από όσα συγκροτούσαν την πρότερη «κανονικότητά» μας– είναι ακριβώς η σημερινή νεολαία, έστω με την ευρεία έννοια.

Η γενιά αυτή δεν είναι μόνο ή απλώς η «γενιά της κρίσης». Είναι και η γενιά που ιστορικά πολιτικοποιήθηκε, εκτός των άλλων, από τρεις δολοφονίες: του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, του Παύλου Φύσσα και του Ζακ Κωστόπουλου. Και μάλιστα, πολύ εντονότερα οι νέες γυναίκες.1

Είναι η γενιά που έκανε σύνθημά της το «εγώ αδερφή μου σε πιστεύω» όταν το κίνημα #MeToo εμφανίστηκε και στη χώρα μας. Η γενιά που έτρεξε μαζικά να εμβολιαστεί, ακόμα κι όταν αντιμετωπίστηκε ως ευκαιρία να «ξεστοκάρουμε» τα εμβόλια που τότε αμφισβητούνταν, από έγνοια και πραγματική αγάπη για τους γύρω, τους μεγαλύτερους και τις μεγαλύτερες. Είναι η γενιά που πρωτοστάτησε τα προηγούμενα χρόνια στην οργάνωση της αλληλεγγύης προς μετανάστριες και πρόσφυγες. Είναι η γενιά που αγανακτεί και θλίβεται μπροστά σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής αδικίας και ταυτόχρονα η γενιά που στηρίζει μαζικά την προοπτική μιας ανοιχτής κοινωνίας με περισσότερα δικαιώματα για όλες και όλους.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της πολιτικοποίησης αυτής της γενιάς είναι ακριβώς η προσωπική της διάσταση. Το πολιτικό και το προσωπικό συγχέονται, αλληλοδιαπλέκονται και τελικά αλληλοτροφοδοτούνται δημιουργικά. Είναι αυτό που εδώ επιλέγεται να περιγραφεί ως «πολιτική της τρυφερότητας». Είναι η απάντηση των «από κάτω» στο ξύλο που τρώνε σε κάθε πτυχή της ζωής τους. Είναι η άρνηση να γίνουν όμοιοι με τους «από πάνω», με εκείνους που ευθύνονται για το ξύλο –είτε είναι πολιτικοί, είτε είναι αφεντικά, είτε είναι ο σεξιστής γείτονας, ο ομοφοβικός συνάδελφος ή ένας κακοποιητικός σύντροφος στη ζωή τους. Είναι το έμπρακτο αντιπαράδειγμά τους.

Τι χαρακτηρίζει αυτή την «πολιτική της τρυφερότητας»; Με δυο λόγια, είναι προσαρμοσμένη στα μέτρα των ανθρώπων και του κόσμου τους, στις ανάγκες και τις δυνατότητές τους και σε όλα όσα τους χαρακτηρίζουν, ακόμα κι αν θεωρούνται εξοβελιστέα από την κυρίαρχη παραδοσιακή πολιτική. Παρακάτω περιγράφονται τρία βασικά στοιχεία, θα μπορούσε όμως κανείς να σκεφτεί κι άλλα.

 

Μια οικονομία των ανθρώπινων αναγκών ή η ευτυχία στην οικονομία

 

Αν κάτι άφησε πίσω της η πανδημία, αυτό είναι μια αναθεώρηση όσων θεωρούνται αναγκαία και σημαντικά για τη ζωή μας, ατομικά και συλλογικά. Η συζήτηση περί της οικονομίας της φροντίδας –της οικονομίας, τυπικής και άτυπης, με την έννοια της αμειβόμενης ή μη εργασίας κυρίως των γυναικών, που αφορά την υγεία, τη φροντίδα παιδιών, ηλικιωμένων κλπ– η οποία μέχρι πρότινος αφορούσε κυρίως το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα, έγινε πλέον κεντρική. Η αξιολόγηση των επαγγελμάτων ως προς την κοινωνική τους χρησιμότητα και κατ’ επέκταση τη συμβολική και υλική αναγνώριση που τους πρέπει, έγινε επίσης αντικείμενο επανεξέτασης, έστω προσωρινά. Σήμερα διανοούμενοι όπως ο διευθυντής σπουδών της γαλλικής EHESS, Ρομπέρ Μπουαγιέ, προβλέπουν ή προτρέπουν να στρέψουμε την προσπάθειά μας και τις οικονομίες μας προς ένα περισσότερο ανθρωποκεντρικό παράδειγμα, που θα επενδύει στην υγεία, στην παιδεία και στον πολιτισμό.2

Αυτή είναι μία συζήτηση για την οικονομία που φεύγει από τους «σκληρούς» μακροοικονομικούς και δημοσιονομικούς δείκτες που η κυρίαρχη αντίληψη προτάσσει, χωρίς ωστόσο να στερείται και τέτοιων επιχειρημάτων, και μπορεί –τουλάχιστον υπό προϋποθέσεις– να λειτουργήσει μετασχηματιστικά σε πολλά επίπεδα. Είναι όμως κυρίως –και αυτό μας ενδιαφέρει εδώ– μια προσέγγιση της οικονομίας που μπορεί να θέσει τέλος στην «εποχή του ξύλου» και να φροντίσει τις κοινωνικές πληγές που αυτή άνοιξε. Μια προσέγγιση που μπορεί να υποτάξει τις δυνάμεις της αγοράς ή την τεχνολογική πρόοδο στις ανθρώπινες ανάγκες. Είναι, τελικά, μια συζήτηση για την οικονομία που εισάγει την παράμετρο της ευτυχίας.

 

Το συναίσθημα στην πολιτική

 

Στο αμιγώς πολιτικό επίπεδο, αν κάτι ξεχωρίζει αυτή τη διαφορετική προσέγγιση της πολιτικής είναι ακριβώς αυτή η προσωπική διάσταση στην οποία αναφερθήκαμε, είναι η αναγνώριση ότι στην πολιτική υπάρχει χώρος (και) για το συναίσθημα.

Ασφαλώς, στην πραγματικότητα και σήμερα το συναίσθημα όχι απλώς δεν απουσιάζει από την πολιτική, αλλά αποτελεί κεντρικό στοιχείο της, όπως και να το δει κανείς. Η πολιτική ψυχολογία πια αποτελεί ένα μεγάλο και ταχέως αναπτυσσόμενο διεπιστημονικό πεδίο. Γνωρίζουμε πολλά για τη σχέση ανάμεσα στα συναισθήματα και την πολιτική/εκλογική συμπεριφορά: φόβος, θυμός, θλίψη, ελπίδα, σχεδόν κάθε ανθρώπινη αντίδραση στα εξωτερικά ερεθίσματα έχει και μια πολιτική προέκταση. Ο πολιτικός λόγος, η πολιτική επικοινωνία, οι καμπάνιες είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να απευθύνονται ή και να προκαλούν το συναίσθημα.

Ωστόσο, επισήμως η πολιτική –κυρίως στην κορυφή της και στη θεσμοποιημένη εκδοχή της– είναι και παρουσιάζεται ως ορθολογική διαδικασία λήψης αποφάσεων, απαλλαγμένη από το συναίσθημα. Αν και η όλο και πιο στενή σχέση της πολιτικής με την επικοινωνία αναγκάζει τα πολιτικά πρόσωπα να μοιράζονται δημόσια την «ανθρώπινη πλευρά» τους, σε social media και δήθεν «εκ βαθέων» συνεντεύξεις, στην πραγματικότητα το κυρίαρχο πρότυπο είναι αυτό ενός ή μίας πολιτικού που μπορεί να παραμερίζει το συναίσθημα και να σκέφτεται «λογικά».

Λες και το ανθρώπινο συναίσθημα, αυτή η πρωτογενής, αδιαμεσολάβητη ηθική αντίδραση στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος είναι εξ αντιδιαστολής «παράλογο». Μήπως, όμως, αυτή η αφαίρεση του συναισθήματος από την πολιτική, ακόμα και στην πρώτη γραμμή, στην κορυφή της, την κάνει τελικά περισσότερο απάνθρωπη; Μήπως η απουσία του είναι αυτή που απομακρύνει την πολιτική και τους πολιτικούς από τους «απλούς ανθρώπους»; Μήπως το συναίσθημα θα μπορούσε να λειτουργεί κάποτε –ειδικά σε στιγμές που τα πολιτικά διλήμματα πυκνώνουν και σοβαρεύουν– ως μια ηθική πυξίδα;

Ο εξοβελισμός του συναισθήματος από την πολιτική έχει στον πυρήνα του κάτι βαθιά ελιτίστικο. Σύμφωνα με την κυρίαρχη λογική, το συναίσθημα είναι για τις μάζες, για τον λαό, που –απαίδευτος ων– άγεται και φέρεται από συναισθήματα. Το συναίσθημα εγκαλείται ως ταπεινό, ως στερούμενο γνώσης και κατανόησης, ως κάτι που καθιστά το υποκείμενο χειραγωγήσιμο. Είναι το ανθρώπινο συναίσθημα και τελικά ο ίδιος ο «απλός άνθρωπος» αυτό που στοχοποιείται συχνά με τις κατηγορίες περί λαϊκισμού: «μην κλαίτε, μη θυμώνετε, μην αγαπάτε, αυτά δεν έχουν χώρο στην πολιτική, είναι λαϊκισμός».

 

Μια πολιτική για όλες και όλους

 

Ταυτόχρονα, καθώς το συναίσθημα θεωρείται κυρίως «γυναικείο» χαρακτηριστικό3, ο εξοβελισμός του από την πολιτική είναι ακόμα ένας τρόπος να διαιωνίζονται οι έμφυλες διακρίσεις. Οι γυναίκες είναι «υπερβολικά συναισθηματικές», «αδύναμες» και άρα ακατάλληλες για «υψηλή πολιτική». Τελικά όμως αυτό που χάνεται δεν είναι απλώς η παρουσία περισσότερων γυναικών με αριθμητικούς όρους στη λήψη των αποφάσεων, αλλά το ενδεχομένως διαφορετικό που θα μπορούσε να κομίζει μια φεμινιστική πρόσληψη της πολιτικής.

Μία (ή ένας) πρωθυπουργός που λυγίζει, που κλαίει –αυθόρμητα, όχι καθ’ υπόδειξη των επικοινωνιολόγων της (του)– είναι άραγε πιο αδύναμη/ος; Μια (ή ένας) υπουργός που μοιράζεται ανοιχτά με τους ανθρώπους που διοικεί τις αγωνίες της, τις αδυναμίες της, αυτά που φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να πραγματοποιήσει, είναι άραγε λιγότερο αποτελεσματική; Μία (ή ένας) βουλευτής που αγαπάει, που νιώθει, που δεν «ακούει» απλά τους πολίτες που την (τον) εκλέγουν στο πλαίσιο μιας περιοδείας ή στα ραντεβού ενός βουλευτικού γραφείου, αλλά ζει μαζί τους, τους ξέρει, τους πονάει, τους αγκαλιάζει όταν οι κάμερες και οι φωτογράφοι λείπουν, θα ήταν άραγε χειρότερη/ος εκπρόσωπός τους στη βουλή; Μάλλον το ακριβώς αντίθετο.

Σήμερα, αν εξακολουθούμε να πιστεύουμε το τρίπτυχο της δημοκρατικής πολιτικής –«από τον λαό, με τον λαό και για τον λαό»– πρέπει να ξαναπάρουμε την πολιτική από τα χέρια των επαγγελματιών της, εκείνων που έχουν «γερό στομάχι» ικανό να αντέξει τη θεωρούμενη ως δεδομένη και αναπόφευκτη σκληρότητα του χώρου της πολιτικής και να την ξαναδώσουμε στους «απλούς», «καθημερινούς» ανθρώπους. Σε εκείνους και εκείνες που κλαίνε, που συντρίβονται, που έχουν κάνει λάθη, που μετανιώνουν, που δεν αντέχουν άλλο.

Πρέπει να κάνουμε χώρο για τον λαό. Αυτόν που πραγματικά υπάρχει σήμερα και όχι ένα φαντασιακό, μια σκιά εκείνου που υπήρξε δεκαετίες πριν, αν υπήρξε στ’ αλήθεια ποτέ. Σήμερα, που έχουμε διανύσει ήδη το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, ο λαός δεν είναι (μόνο) τα μπλε και πράσινα καφενεία. Είναι και τα κορίτσια και αγόρια που διαδηλώνουν με το «πάρε με (ότ)αν φτάσεις» ή το «εγώ αδελφή μου σε πιστεύω». Δεν είναι μόνο οι άντρες που με την αυτοπεποίθηση του μαθημένου κοινωνικού τους ρόλου διεκδικούν τον χώρο τους στη δημόσια ζωή. Είναι και εκείνοι που δεν «φοράνε παντελόνια», εκείνες που προσέρχονται στη δημόσια συζήτηση με τις αμφιβολίες και τις ανασφάλειές τους. Δεν είναι μόνο τα λαμπερά πρότυπα των νέων, όμορφων, υγιών και επιτυχημένων. Είναι και άνθρωποι ταλαιπωρημένοι, άτυχοι, άνθρωποι τσακισμένοι από τη ζωή. Σε αυτές και αυτούς πρέπει να κάνουμε χώρο.

 

Υστερόγραφο

 

Τις τραγικές ώρες που οι γονείς του τρένου περίμεναν έξω από το νοσοκομείο της Λάρισας να μάθουν την τύχη των παιδιών τους, η καλύτερή μου φίλη μού έστειλε ένα μήνυμα: «Θα ήθελα να μπορούσα να πάω εκεί και να τους πάρω όλους έναν–έναν μια αγκαλιά». Τελικά, η πολιτική της τρυφερότητας ίσως να είναι ακριβώς αυτό: μια συλλογική αγκαλιά, που θα φροντίσει, θα παρηγορήσει, θα προστατέψει, θα γιατρέψει, αλλά και θα εντάξει, θα συμπεριλάβει, θα δώσει αυτοπεποίθηση και χώρο σε καθέναν και καθεμία από μας.

 

Επιμέλεια: Χάρης Γολέμης

 

Σημειώσεις

1. Βλ. αναλυτικά στην πρόσφατα δημοσιευθείσα ετήσια έρευνα «Νεολαία. Συνήθειες, αντιλήψεις και πολιτική συμπεριφορά» του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς σε συνεργασία με την Prorata S.A.

2. Robert Boyer, Οι καπιταλισμοί στη δίνη της πανδημίας, μτφρ. Άγγελος Μουταφίδης, εκδόσεις Πόλις, 2021.

3. Και δεν έχουμε λόγο να το ερευνήσουμε ή να το διαψεύσουμε, γιατί –ακόμα κι αν είναι έτσι– είναι σαφές ότι στο κείμενο αυτό το να είναι κανείς συναισθηματικός θεωρείται προτέρημα.

Δανάη Κολτσίδα Η Δανάη Κολτσίδα είναι νομικός - πολιτική επιστήμονας και διευθύντρια του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Ιδέες )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet