Από την προκήρυξη εκλογών άνοιξε και επίσημα η προεκλογική περίοδος. Πρώτος σταθμός είναι το ποιος θα καταφέρει να έχει την πρωτοβουλία κινήσεων, ποιος θα ορίσει την ατζέντα. Νέα Δημοκρατία, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ διεκδικούν αυτό το προνόμιο, που θα δώσει σε όποιον το αποκτήσει την απαραίτητη ώθηση για να βγάλει την κούρσα των εκλογών.

 

ΝΔ: Μέσα από το σκοτάδι

 

Η Νέα Δημοκρατία επί μήνες προτάσσει το εφεύρημα ότι ο πρωθυπουργός θα ορίσει την ημερομηνία των εκλογών, προκειμένου να δείξει ότι εκείνη έχει την πρωτοβουλία κινήσεων. Ο στόχος ήταν να περάσει τον σκόπελο των υποκλοπών και της κατάρρευσης του κράτους δικαίου. Η πολύνεκρη σύγκρουση των τρένων την έβγαλε από αυτή την τροχιά και η οργή που εξέφρασε η κοινωνία την ανάγκασε να ανακοινώσει τις εκλογές. Τις τελευταίες μέρες, έχοντας πια ημερομηνία εκλογών, οι περιοδείες του Κ. Μητσοτάκη χαράσσουν την ατζέντα, από την οποία απουσιάζουν τα Τέμπη, σαν να είναι μια μακρινή ανάμνηση που όλοι θέλουμε να ξεχάσουμε. Βέβαια, παράλληλα και με συνοπτικές διαδικασίες ψηφίστηκε το ακαταδίωκτο της επιτροπής εμπειρογνωμόνων που η κυβέρνηση διόρισε για να την ελέγξει!

Πρώτον, η ΝΔ εμφανίζεται ως ένα καράβι –τέσσερα χρόνια τώρα θαλασσοπνιγόμαστε, για την κυβέρνηση πάντα είναι σταθερό το τιμόνι- που κατάφερε να περάσει από όλες τις φουρτούνες: πανδημία, φυσικές καταστροφές (φωτιές, χιονιά, πλημμύρες), ενεργειακή κρίση, προσφυγική κρίση, παρακολουθήσεις, πόλεμος, Τέμπη. Σε καμία από αυτές τις κρίσεις δεν έκανε διαχείριση με το βλέμμα στους πληττόμενους, αλλά έκανε damage control για τη διάσωσή της. Σε όλους τους δείκτες κατάφερε και είμαστε πρωταθλητές: υψηλότερη θνητότητα, μεγαλύτερη έκταση καμένων εκτάσεων στην Ευρώπη, υπαιτιότητα για απάνθρωπη μεταχείριση μεταναστών και προσφύγων και παραβίαση διεθνούς δικαίου, αισχροκέρδεια στις τιμές ενέργειας, παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και κατάλυση του κράτους δικαίου, λειτουργία σιδηροδρομικού δικτύου χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας. Δεύτερον, επιχειρεί να εμφανίσει μια θετική ατζέντα, ότι με τη ΝΔ θα αυξηθούν οι μισθοί, θα υπάρξει περαιτέρω ανάπτυξη και επενδύσεις. Ότι θα πάμε μπροστά, σταθερά. Και εκεί προσθέτει και την εμμονή της για ιδιωτικοποιήσεις και επιτίθεται ξανά στο συνδικαλιστικό κίνημα («εστίες αναχρονισμού και αναξιοκρατίας»). Τρίτον, προσπαθεί να διορθώσει το επικοινωνιακό της λάθος και θεσμικό ατόπημα ότι οι πρώτες εκλογές είναι για να καούν. Μόλις δύο μέρες μετά την προκήρυξη της πρώτης και της δεύτερης κάλπης (αν χρειαστεί, επιφυλάχθηκε), δήλωσε ότι «αυτή τη στιγμή υπάρχει μία κάλπη για εμάς. Είναι η κάλπη της 21ης Μαΐου». Τέταρτο, επιδιώκει την αυτοδυναμία, χαρακτηρίζοντας ξανά «τερατογένεση» μια κυβέρνηση συνεργασίας. Πέμπτο, τρομοκρατεί: «υβριδική απειλή» στον Έβρο –οι Μένουμε Ευρώπη κατά παράβαση της ευρωπαϊκής γραμμής να μην υπάρχουν φράχτες, ανακοινώνουν την ολοκλήρωση του έργου τους, με εκατομμύρια ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό- τουρκική απειλή, απειλή τρομοκρατικού χτυπήματος. Έκτο, επιχειρεί να εμφανιστεί ως μια νέα κυβέρνηση, που κατάφερε να επιβιώσει από την πρώτη τετραετία της και διεκδικεί τη δεύτερη, για να εφαρμόσει ολοκληρωμένα το όραμά της. Το επιχείρημα είναι ότι συγκρίνονται δύο τετραετίες, μία του ΣΥΡΙΖΑ με μία της ΝΔ. Δημιουργεί έτσι μία εντύπωση, ότι τα κόμματα της μεταπολίτευσης που κυβέρνησαν έχουν χαθεί στο χρόνο. Όλα αυτά τα σημεία, αναπαράγονται ξανά και ξανά από τα πάντα πειθαρχημένα ΜΜΕ, που όμως έχουν να διαχειριστούν και εκείνα το τεράστιο πλήγμα στην αξιοπιστία τους από το πώς παρουσίασαν τα Τέμπη.

 

ΣΥΡΙΖΑ: Επιλέγει το φως στο σήμερα

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, προσπαθεί να ρίξει φως στην ατζέντα που η επικαιρότητα ορίζει, παρά τις προσπάθειες της ΝΔ: Τέμπη, κράτος δικαίου και οικονομία. Το βασικό επιχείρημα είναι να μην συνεχιστεί η συγκάλυψη. Εδώ, όμως, λείπει η προωθητική ιδέα του πώς αντιμετωπίζονται αυτές οι κρίσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ, προς το παρόν, εμφανίζεται να έχει περίπου την ίδια πρόταση με τη ΝΔ ως προς το σιδηροδρομικό δίκτυο, την επαναδιαπραγμάτευση με την Hellenic Train. Αναμένουμε, όμως, την παρουσίαση ενός πλήρους σχεδίου ανάταξης του δικτύου, το οποίο έχει προαναγγείλει εδώ και μία βδομάδα. Στο κράτος δικαίου επαναφέρει και ορθά το ζήτημα των υποκλοπών, φέρνοντάς το στο Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο και καταδίκασε την κυβέρνηση για τις κινήσεις που έχει κάνει. Ο απόλυτος έλεγχος των μίντια από την κυβέρνηση δεν βοηθά στην ενημέρωση, όμως και πάλι το ερώτημα είναι τι θα έκανε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ή με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, πώς θα θωράκιζε το κράτος δικαίου, πώς θα έφερνε κάθαρση στη Δικαιοσύνη, πώς θα έκανε τους πολίτες να νιώθουν ασφαλείς από το κράτος. Στην οικονομία, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν η μόνη τα χρόνια των απανωτών οικονομικών κρίσεων, που κατάφερε να μειώσει τις ανισότητες. Αυτό είναι ένα επίτευγμα που πρέπει να προταχθεί και οι προτάσεις να μην γίνονται αντιληπτές από τους πολίτες ως «λίγο πάνω, λίγο κάτω», αλλά να εμπεδώνεται η φιλοσοφία μιας άλλης οικονομικής πολιτικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ, επίσης, προτάσσει το να γίνει debate μεταξύ Αλ. Τσίπρα και Κ. Μητσοτάκη, κάτι που συστηματικά απέφυγε ο πρόεδρος της ΝΔ στις προηγούμενες εκλογές και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του. Η εκτίμηση είναι ότι η σύγκριση που προτάσσει η ΝΔ είναι προσχηματική, αφού θέλει να έχει τον αποκλειστικό λόγο. Η σύγκριση όμως προϋποθέτει δύο. Το ζήτημα είναι να μην επιμείνει εμμονικά ο ΣΥΡΙΖΑ σε ένα debate μεταξύ αρχηγών, αλλά να το εφαρμόζει όπου υπάρχει πολιτική συζήτηση, έχοντας κωδικοποιήσει τα σημεία σύγκρισης. Ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα δεν έχει βρει πώς θα απαντά στην ασυνέπεια της δικής του διακυβέρνησης. Το επιχείρημα του «με την πλάτη στον τοίχο» πάσχει απέναντι σε μια ΝΔ που λέει πως παρά τις κρίσεις που είχε να ξεπεράσει εφάρμοσε σχεδόν όλο το κυβερνητικό της πρόγραμμα. Χρειάζεται μια πειστική απάντηση γιατί αυτή τη φορά είναι διαφορετικές οι συνθήκες, αλλά και διαφορετικές οι δυνατότητες. Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ προτάσσει τη συνεργασία, ακόμα και αν ήταν αυτοδύναμος. Αυτό δείχνει μια κουλτούρα ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής, αλλά απαιτεί και ένα πρόγραμμα σημείων συμπόρευσης.

 

ΠΑΣΟΚ: Από τις στάχτες του

 

Το ΠΑΣΟΚ, τέλος, παλεύει για τη δική του επιβίωση, σαν αναβαπτισμένος πολιτικός χώρος. Το γεγονός ότι ο κ. Ανδρουλάκης προσωπικά δεν έχει κυβερνήσει δεν μπορεί να σταθεί ως επιχείρημα, διότι το ΠΑΣΟΚ έχει κυβερνήσει από το 1981 έως το 1989, από το 1993 έως το 2004, από το 2009 έως το 2011, οπότε και μπήκαμε στα μνημόνια, και από το 2012 έως το 2015 οπότε και ήταν κυβερνητικός εταίρος της ΝΔ και της ΔΗΜΑΡ. Η απαίτηση για διψήφιο ποσοστό είναι για να δείξει ότι ξεπέρασε την «πασοκοποίηση», την κατάρρευση δηλαδή μετά τα μνημόνια, και ως φοίνικας κατάφερε να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες του. Είναι εξαιρετικά δύσκολη η θέση του και για αυτό στο πρώτο του τηλεοπτικό σποτ προσπαθεί να αυτοπροταθεί ως το κόμμα που θα δώσει ορμή στην οργή. Εκείνο που πρέπει να απαντήσει πειστικά το ΠΑΣΟΚ είναι τι θα κάνει, με ποιον θα συγκυβερνήσει, διότι σε δύο βάρκες πατούσε ο κ. Ανδρουλάκης στις εσωκομματικές εκλογές, δεν μπορεί να το κάνει και στις εθνικές, είναι πιο βαθιά τα νερά.

Το να νιώσεις ασφαλής είναι το ζητούμενο των ημερών. Ποιος ένιωσε ασφαλής για το σιδηροδρομικό μας δίκτυο; Ποιος ένιωσε ασφαλής για τη δημόσια υγεία και την αντιμετώπιση της πανδημίας; Ποιος ένιωσε ασφαλής για το ότι θα μπορέσει να βγάλει το μήνα; Ποιος ένιωσε ασφαλής ότι θα έχουμε τρεχούμενο νερό για πάντα; Ποιος ένιωσε ασφαλής ότι τα δάση μας και το οικοσύστημα είναι προστατευμένο για να έχουμε οξυγόνο; Ποιος ένιωσε ασφαλής ότι δεν ζει υπό την απειλή των παρακολουθήσεων; Ποιος ένιωσε ασφαλής ότι η ανθρώπινη ζωή είναι η υπέρτατη αξία; Εγώ πάντως, όχι. Και ήμουν μία από τους/τις εκατοντάδες χιλιάδες που βρέθηκαν στους δρόμους αυτές τις μέρες. Το να πάρουμε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης θα μας δώσει ώθηση να πάμε μέχρι την κάλπη. Το αν θα σηκώσουμε το βλέμμα και να δούμε τον ορίζοντα θα ορίσει τι θα βάλουμε μέσα στο φάκελο. Οι μέρες τρέχουν και οι προβληματισμοί το ίδιο. Αρκεί να μην νιώσουμε μόνοι και μόνες.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet