Με την άνοδο της ακροδεξιάς κυβέρνησης συνασπισμού του Μπ. Νετανιάχου στην εξουσία, η εν εξελίξει νομοθετική μεταρρύθμισή της έχει ως κυρίαρχο στόχο την αναδιάρθρωση του νομολογιακού, όπως εξίσου και του εποπτικού ρόλου, που διέπει τις αρμοδιότητες του ανώτατου δικαστηρίου του Ισραήλ επί της εκτελεστικής εξουσίας, ως προς την προάσπιση του πολιτεύματος. Με τον τελευταίο Βασικό Νόμο που ψηφίστηκε από την ανώτατη Δικαστική Αρχή (2018), θεσπίζει το Ισραήλ ως το έθνος κράτος για τον εβραϊκό λαό και περαιτέρω τη διττή υπόσταση του ως εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος, «αγνοώντας» πολιτειακά, είναι προφανές, τον παλαιστινιακό λαό και εδραιώνοντας την εβραϊκή ανωτερότητα στο σύνολο της επικράτειας του, ιστορική γη της Παλαιστίνης, συνθλίβοντας το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα για τους αυτόχθονες Παλαιστίνιους, ακόμα και για εκείνους που έχουν αποκτήσει ισραηλινή υπηκοότητα.

Στο επόμενο φύλλο της Εποχής θα φιλοξενήσουμε συνέντευξη του αμερικανο-ισραηλινού ακτιβιστή, αρθρογράφου, συγγραφέα και ομιλητή σε διεθνή φόρα, Μίκο Πελέντ (Miko Peled)*, ενός από τους πιο γνωστούς υπερασπιστές του δίκαιου αγώνα του παλαιστινιακού λαού.

 

Με πρωτεργάτες τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Δικαιοσύνης, Γιάριβ Λεβίν (Λικούντ) και τον πρόεδρο της «Επιτροπής Σύνταγμα, Νόμος και Δικαιοσύνη» του ισραηλινού κοινοβουλίου, Σίμτσα Ρότμαν (Θρησκευτικό Σιωνιστικό Κόμμα), τα ακροδεξιά επιφανή στελέχη του κυβερνητικού συνασπισμού, η δικαστική μεταρρύθμιση τους -στην ουσία συνταγματικό πραξικόπημα- πλήττει ανεπανόρθωτα τις αρμοδιότητες του Ανώτατου Δικαστηρίου αποδυναμώνοντας τις δυνατότητες θεσμικής παρέμβασης του ως προς την άσκηση ελέγχου του νομοθετικού έργου της εκάστοτε δημόσιας εξουσίας, με συνέπεια, αναπόφευκτα, να τεθεί εν αμφιβόλω ο πυρήνας των δημοκρατικών πολιτειακών κεκτημένων, μόνο για τους ισραηλινούς πολίτες, των οποίων αποτελεί θεματοφύλακας.

 

Το ισραηλινό κίνημα διαμαρτυρίας

 

Η άσκηση εξουσίας χωρίς εποπτικές δικλείδες ελέγχου που προωθείται μέσω των μεταρρυθμίσεων, σηματοδοτεί τη διολίσθηση του πολιτεύματος σε αυταρχικό καθεστώς και την επιβολή δικτατορίας, προκαλώντας, αναπόφευκτα, μια πρωτοφανή πολιτειακή κρίση και ωθώντας εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινούς να βγουν στους δρόμους, να αποκλείσουν γέφυρες και κεντρικές οδικές αρτηρίες, το αεροδρόμιο Μπεν-Γκουριόν προκαλώντας την παράλυση της οικονομίας. Ειδικότερα στις κινητοποιήσεις που λαμβάνουν χώρα εδώ και 13 εβδομάδες συμμετέχουν συνδικάτα εργαζομένων -η Γενική Ομοσπονδία Εργατών του Ισραήλ Χισταντρούτ (Histadrut) κάλεσε σε γενική απεργία-, Πανεπιστήμια, προσωπικό επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας, στελέχη στρατιωτικών δυνάμεων -με συμμετοχή στο Κίνημα Διαμαρτυρίας βετεράνων, έφεδρων όπως και πιλότων που αρνούνται να παρουσιαστούν για υπηρεσία- όπως και υπηρεσιών ασφαλείας. Οι πολίτες του Ισραήλ αγωνίζονται ενάντια στις μεθοδεύσεις των ακραίων εξτρεμιστών της κυβέρνησης Νετανιάχου. Το κύμα οργής, πάνδημο, όπως και οι διεθνείς πιέσεις, κυρίως των ΗΠΑ και των Δημοκρατικών δια στόματος Τ. Μπάιντεν και Κ. Χάρις, ανάγκασε, προσωρινά, την αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου λόγω του εβραϊκού Πάσχα, με τον πρόεδρο του Ισραήλ, Ιτσχάκ Χέρτζογκ, να αποτελεί τον εγγυητή του διαλόγου μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

 

Γιατί αναβλήθηκε η ψήφιση των μεταρρυθμίσεων

 

Η αναβολή της ψήφισης του πακέτου μεταρρυθμίσεων στην ισραηλινή βουλή επετεύχθη δίνοντας ένα πολύτιμο «δώρο» στον εξτρεμιστή υπουργό Εθνικής Ασφάλειας, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ: τη σύσταση εθνικής φρουράς υπό την ηγεσία του. Ο ακροδεξιός αντιαραβιστής και υπέρμαχος της εξτρεμιστικής ιδεολογίας του Καχανισμού, που όπως αναφέρει ο ελληνοεβραίος δημοσιογράφος Ζαν Κοέν, αποτελεί μια πολύ ακραία θρησκευτικό-εθνικιστική ερμηνεία της Βίβλου, ισοδύναμη με τη ναζιστική, αγωνίζεται, μεταξύ άλλων, για την ψήφιση του νόμου επαναφοράς της θανατικής ποινής για τους Παλαιστίνιους αγωνιστές της ελευθερίας - τους «τρομοκράτες Άραβες». Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι θα εκτελούνται στην ηλεκτρική καρέκλα. Το νέο σώμα ασφαλείας θα απορροφήσει 1 δισ. σέκελ από τον κρατικό προϋπολογισμό, προσθέτοντας άλλη μια πάνοπλη στρατιωτική δύναμη στη φαρέτρα βίαιων διώξεων, συλλήψεων και πογκρόμ εναντίον Παλαιστινίων από τον τακτικό στρατό και από τις ομάδες ακροδεξιών εποίκων.

 

Μια πρώτη προσέγγιση επιφανών νομικών του Ισραήλ

 

Σύμφωνα με τη Σούζι Ναβότ (Suzie Navot), καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου και αντιπρόεδρο στο Ινστιτούτο της Δημοκρατίας του Ισραήλ, η θέσπιση των Βασικών Νόμων (1992) «Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια και Ελευθερία» και «Ελευθερία στην άσκηση επαγγέλματος» προστατεύει θεμελιώδη δικαιώματα και καθορίζει τις αξίες του κράτους του Ισραήλ ως εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος, περιορίζοντας, ταυτόχρονα, αποφάσεις του Κοινοβουλίου εάν θίγουν συνταγματικά δικαιώματα. Επιπρόσθετα η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (1995) στην υπόθεση του ενιαίου τραπεζικού οργανισμού Μιζράχι (United Mizrahi Bank) εναντίον του Συνεταιρισμού του χωριού Μιγκντάλ Χαεμέκ (Migdal HaEmek) -παλαιστινιακός οικισμός που καταστράφηκε, σχεδόν, ολοκληρωτικά το 1948, τότε ονομαζόταν Αλ-Μυζαιντίλ (Al-Mujaydil), με την εξαίρεση μιας εκκλησίας και ενός νεκροταφείου, ενώ εκτοπίστηκε βίαια ο γηγενής (αραβικός) πληθυσμός του- ανάγει τους προαναφερθέντες νόμους σε συνταγματικούς, δίνοντας στη Δικαστική Αρχή αρμοδιότητα ελέγχου αντισυνταγματικής νομοθεσίας από την πλευρά της κυβέρνησης και προβαίνοντας σε ακύρωση νόμων της, εάν παραβιάζονται πρόνοιες Βασικών Νόμων και διεθνώς αναγνωρισμένα ανθρώπινα δικαιώματα και νομικές αρχές.

Σύμφωνα με γνωμοδότηση του πρώην γενικού εισαγγελέα Αβιτσάι Μαντελμπίτ (Avichai Mandelblit), με βάση τον Βασικό Νόμο για την κυβέρνηση, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ μπορεί μέσω δικαστικού ελέγχου να αποτρέψει τον Μπ. Νετανιάχου από το να καθαιρέσει υπουργούς και να διορίσει στη θέση τους βουλευτές. Οι πρόνοιες του νόμου, μέσω «διασταλτικής» ερμηνείας, αφήνουν αθωράκιστο το πολίτευμα και συνεπώς θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνησης ενός ανδρός, «μόνο με τον Μπιμπί», δίνοντας τη δυνατότητα στον Μπ. Νετανιάχου να αναλάβει όλα τα υπουργικά χαρτοφυλάκια και προφανώς ακόμα και εκείνο του υπουργείου Δικαιοσύνης, ενώ εκκρεμούν ποινικές διώξεις εις βάρος του με κατηγορίες για απάτη και διαφθορά δημιουργώντας, είναι προφανές, ξεκάθαρη σύγκρουση συμφερόντων.

Όπως μπορούμε να αντιληφθούμε ο δικαιοκρατικός οργανισμός αποτελεί τον θεματοφύλακα του ισραηλινού πολιτεύματος, προστατεύοντας θεμελιώδεις ελευθερίες και ατομικά δικαιώματα για τους ισραηλινούς πολίτες. Για τους Παλαιστίνιους τα στρατιωτικά δικαστήρια στέλνουν στις ισραηλινές φυλακές ακόμα και ανήλικα παιδιά Παλαιστινίων, βαφτίζοντας τους «τρομοκράτες». Το κράτος απαρτχάιντ του Ισραήλ αδιάκοπα από το 1948 συνεχίζει τις πολιτικές εθνοκάθαρσης εναντίον τους, ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο του Εβραϊκού Κράτους νομιμοποιεί την αρπαγή της παλαιστινιακής γης, τους εποικισμούς και το γκρέμισμα ή το σφράγισμα των σπιτιών τους.

 

Ποιες είναι οι μεταρρυθμίσεις

 

Ας δούμε, συνοπτικά, ποιες είναι οι δικαστικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί η ακροδεξιά κυβέρνηση. Η έγκριση τους για την πλειοψηφία των διεθνών δρώντων και για την ισραηλινή κοινωνία/αντιπολίτευση σηματοδοτούν το τέλος της ισραηλινής δημοκρατίας.

Σύμφωνα με την ισραηλινή εφημερίδα «Χάρετζ», το νομοσχέδιο μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνει τις εξής ρήτρες:

 

Διορισμός Δικαστών

 

Σύμφωνα με την προτεινόμενη τροποποίηση του Βασικού Νόμου για τη Δικαιοσύνη, τα μέλη της Επιτροπής Διορισμού Δικαστών αυξάνονται από 9 σε 11, αναδιατάσσοντας τη σύνθεση του υπέρ των στελεχών του κυβερνητικού συνασπισμού. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θα απαρτίζεται από 3 Δικαστές -μαζί με τον Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου-, 3 υπουργούς του κυβερνητικού συνασπισμού, 3 βουλευτές του και 2 της Αντιπολίτευσης. Είναι προφανές ότι πλήττεται η ανεξαρτησία του δικαστικού οργάνου και η διάκριση των εξουσιών, καθώς στόχος της κυβέρνησης είναι η επιλογή δικαστών με «ευήκοα ώτα» στις επιταγές της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

 

Ρήτρα αναίρεσης

 

Με τη συγκεκριμένη πρόνοια, η οποία εντάσσεται στον Βασικό Νόμο για τη Δικαιοσύνη, αναιρείται η δυνατότητα ακύρωσης νόμων από το Δικαστήριο που εγκρίνονται από το κοινοβούλιο, για τους οποίους θεωρεί ότι παραβιάζουν θεμελιώδεις ελευθερίες. Η έγκριση τους στη Βουλή προϋποθέτει την ψήφιση τους με απλή πλειοψηφία -61 έδρες- και θα εξαιρούνται από δικαστικό έλεγχο.

Συνεπώς οι ασφαλιστικές δικλείδες νομικού ελέγχου της δημόσιας εξουσίας σε ό,τι αφορά το κυβερνητικό της έργο καταργούνται και αναμένεται ότι θα πληγούν ανθρώπινα δικαιώματα και ιδιαίτερα αρχές που δεν προβλέπονται ρητά στους Βασικούς Νόμους, όπως η ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου, το δικαίωμα απεργίας και συνάθροισης, η θέση της γυναίκας στην κοινωνία και τα δικαιώματα της LGBT+ κοινότητας και των μειονοτήτων.

 

O ρόλος του Ανώτατου Δικαστηρίου στον διορισμό υπουργών

 

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, το Δικαστήριο δύναται να γνωμοδοτήσει και να αποτρέψει καθαίρεση/διορισμό υπουργών. Η συγκεκριμένη τροποποίηση στον Βασικό Νόμο για την κυβέρνηση, αποστερεί τη δυνατότητα παρέμβασης σε όλα τα ζητήματα που απορρέουν ή ανακύπτουν από τον διορισμό ενός υπουργού ή την καθαίρεση από το αξίωμα του.

Η συγκεκριμένη τροποποίηση δίνει τη δυνατότητα επαναφοράς του Άριε Ντέρι, πρόεδρου του ακροδεξιού υπερορθόδοξου πολιτικού κόμματος Σας (Shas), στο υπουργικό συμβούλιο, αν και είχε καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα.

Συνεπώς ο πρωθυπουργός ανεξέλεγκτος από δικαστικό έλεγχο, μπορεί να διορίσει ως υπουργούς ακόμα και εκείνους που έχουν ποινικό μητρώο.

 

Ακύρωση Βασικών Νόμων

 

Με τη συγκεκριμένη τροποποίηση το Ανώτατο Δικαστήριο δεν θα μπορεί να ελέγξει, πλέον, την εγκυρότητα νόμων που ανάγονται ως Βασικοί Νόμοι με την ψήφιση τους στο κοινοβούλιο. Η συγκεκριμένη ρήτρα σύμφωνα με τους εξτρεμιστές εμπνευστές της εξισώνει τον ρόλο της ανώτατης Δικαστικής Αρχής με εκείνο του κοινοβουλίου που αποτυπώνει τη λαϊκή ετυμηγορία, καθώς οι αρμοδιότητες της ως προς τη διαμόρφωση θεμελιωδών αξιών είναι εφάμιλλες με εκείνες της Βουλής.

Με αυτήν την τροποποίηση όσον αφορά τον Βασικό Νόμο για τη Δικαιοσύνη, δίνεται η δυνατότητα έγκρισης νόμων από τη Βουλή που πλήττουν τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως ρητά διατυπώνονται στον Βασικό Νόμο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την Ελευθερία και περαιτέρω την ίδια την υπόσταση του Ισραήλ ως εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο δεν θα έχει τη δυνατότητα περιορισμού ή ακύρωσης οποιοδήποτε Βασικού Νόμου ανεξαρτήτως του περιεχομένου του.

 

Ακύρωση Κοινών Νόμων

 

Σύμφωνα την Τζίλα Στόπλερ (Gila Stopler), καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου και πρόεδρο της Νομικής Σχολής στο Κολέγιο Νομικής και Επιχειρήσεων του Ισραήλ, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε ακύρωση νομολογίας ως αντισυνταγματικής μόνο με ομοφωνία, που προϋποθέτει την ψήφο και των 15 Δικαστών ή εναλλακτικά των 12 από τους 15. Η έγκριση του απορριφθέντα νόμου εκ νέου στη Βουλή προϋποθέτει τις ψήφους του κυβερνητικού Συνασπισμού που έχει 61 έδρες.

Συνεπώς η ισορροπία ισχύος αναδιατάσσεται υπέρ της ισραηλινής Βουλής του ακροδεξιού κυβερνητικού συνασπισμού. Με απλή πλειοψηφία θα μπορεί να αναιρέσει αποφάσεις του Δικαστηρίου, όμως η Ανώτατη Δικαστική Αρχή μόνο κάτω από ειδικές περιστάσεις -που αναδεικνύουν ότι πρόδηλα παραβιάζεται το περιεχόμενο Βασικού Νόμου- μπορεί να προβεί στην αναίρεση νομολογίας της Βουλής, για την οποία απαιτείται ομοφωνία η εναλλακτικά υπερπλειοψηφία.

 

H Αστυνομία υπάγεται απευθείας στους βουλευτές

 

Η Εθνική Φρουρά και οι αστυνομικές δυνάμεις τίθενται υπό την εποπτεία του υπουργού Εθνικής Ασφάλειας, Ιταμάρ Μπεν Γκβίρ. Ο στόχος του είναι η Αστυνομία να υπαχθεί στο ίδιο καθεστώς διαμόρφωσης επιχειρησιακής δράσης με εκείνο του στρατού, που υπάγεται στον υπουργό Άμυνας και στο υπουργικό συμβούλιο.

Η τροποποίηση πλήττει την αυτονομία του σώματος ασφαλείας και περαιτέρω η χειραγώγηση του από κυβερνητικό αξιωματούχο αποκλείει την πιθανότητα επιβολής του νόμου, όπως επίσης και διερεύνησης σκανδάλων διαφθοράς στα ανώτερα κυβερνητικά κλιμάκια.

Η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ισραηλινής Αστυνομίας υπάγεται στους Βουλευτές. Το Τμήμα που υπάγεται στο υπουργείο Δικαιοσύνης για τη διερεύνηση καταχρηστικών πρακτικών από την πλευρά της Αστυνομίας, υπάγεται στη Γενική Εισαγγελία. Με την τροποποίηση του Νόμου για την Αστυνομία, το Τμήμα θα πρέπει να διαχωριστεί από τις Εισαγγελικές Αρχές και θα τεθεί υπό την εποπτεία του υπουργού Δικαιοσύνης και του γενικού διευθυντή του. Οι έρευνες του συγκεκριμένου Τμήματος, περαιτέρω, διευρύνονται και για στελέχη της Γενικής Εισαγγελίας. Συνεπώς, σύμφωνα με το νέο νόμο, η διερεύνηση από την Εισαγγελία κυβερνητικών καταχρηστικών πρακτικών, μπορεί να προκαλέσει, ως αντίποινα, την έναρξη διερεύνησης Εισαγγελικών Λειτουργών, ενώ το Τμήμα, πλέον, χάνει την αυτονομία του εξαρτώμενο απόλυτα από τις πολιτικές προτεραιότητες της κυβέρνησης.

 

Ο νόμος για τους Νομικούς Σύμβουλους

 

Έως τώρα το κυβερνητικό έργο προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη γνωμοδότηση των νομικών συμβούλων στα υπουργεία. Με την προτεινόμενη τροποποίηση του Βασικού Νόμου για την κυβέρνηση, η γνωμοδότηση τους πλέον δεν έχει δεσμευτικό περιεχόμενο αλλά καθαρά συμβουλευτικό. Συνεπώς απελευθερώνεται το κοινοβουλευτικό έργο από την έγκυρη νομική γνωμοδότηση συμβούλων που υποχρεώνει τις παραγόμενες πολιτικές να διασφαλίζουν τη δικαιοσύνη, την ισότητα χωρίς να υποκρύπτονται απώτερα κίνητρα από την πλευρά των νομοθετών. Περαιτέρω η πολιτική ηγεσία μπορεί να αναζητήσει ιδιώτες δικηγόρους που θα λειτουργούν με βάση τις κυβερνητικές προτεραιότητες.

 

Ακύρωση του κριτηρίου της αρχαιότητας για την εκλογή πρόεδρου

 

Έως τώρα με βάση το κριτήριο της αρχαιότητας επιλέγεται ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου από τους εν ενεργεία δικαστές. Σύμφωνα με την προτεινόμενη τροπολογία, η Επιτροπή Διορισμού Δικαστών δύναται να εκλέξει τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ενώ προβλέπεται η δυνατότητα εκλογής τους ακόμα και εκτός του σώματος δικαστών, του ανώτατου δικαιοδοτικού οργάνου. Είναι προφανές ότι με την ανάκληση του κριτηρίου της αρχαιότητας, η κυβέρνηση δύναται να εκλέξει δικούς της υποψήφιους για την πλήρωση των θέσεων στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας και εν γένει στα δικαστήρια, πλήττοντας ανεπανόρθωτα την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος.

 

Ανάκληση του δικαστικού έλεγχου για τον «εύλογο χαρακτήρα» νομολογίας

 

To πρότυπο του «εύλογου χαρακτήρα» ενός νόμου ή των πράξεων της (δημόσιας) διοίκησης συνιστά ένα πολύτιμο εργαλείο, καθώς χρησιμοποιείται ως αιτιολόγηση στο Διοικητικό Δίκαιο για τον δικαστικό έλεγχο του κυβερνητικού έργου και των υπουργικών αποφάσεων από Διοικητικά Δικαστήρια και το Ανώτατο Δικαστήριο. Πλέον ανακαλείται το συγκεκριμένο κριτήριο σύμφωνα με την προτεινόμενη τροπολογία, η οποία θα ενσωματωθεί ως προσθήκη στον Βασικό Νόμο για τη Δικαιοσύνη. Η ακροδεξιά κυβέρνηση θεωρεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου συνιστά μια πρωτοφανή παρέμβαση στο κοινοβουλευτικό έργο, στην ουσία η Δικαστική Αρχή έχει υποκαταστήσει τη νομοθετική εξουσία. Η ανάκληση αυτού του κριτηρίου περιορίζει σημαντικά τον δικαστικό έλεγχο των πολιτικών δρώντων, προσδίδοντας τους απεριόριστη ισχύ ως προς την άσκηση της εξουσίας. Από μια ανέλεγκτη εξουσία χωρίς κανένα μηχανισμό δημοκρατικού ελέγχου, μελλοντικά, προβλέπεται λήψη ακραίων πολιτικών αποφάσεων ως προς την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση, η οποία θα απέτρεπε παρασιτικές πρακτικές διαφθοράς.

 

Αφαιρείται από τη Δικαστική Αρχή η εξουσία να κηρύξει πρωθυπουργό ως ακατάλληλο

 

Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο γενικός εισαγγελέας δύναται να κηρύξει τον πρωθυπουργό ως ακατάλληλο για την άσκηση του αξιώματος του, όταν εκκρεμούν σε βάρος του κατηγορίες που τον αποτρέπουν από την άσκηση των καθηκόντων του. Σύμφωνα με την τροποποίηση στον Βασικό Νόμο για την κυβέρνηση, μόνο ο ίδιος ο πρωθυπουργός μπορεί να προβεί στη δήλωση της ακαταλληλότητας ή εναλλακτικά για την επικύρωση της απαιτείται η ψήφος του 75% , συνολικά, του υπουργικού συμβουλίου. Σε περίπτωση που ο πρωθυπουργός αντιταχθεί στην υπουργική ψήφο, τότε η ψηφοφορία μεταφέρεται στη Βουλή και η επικύρωση της δήλωσης απαιτεί την ψήφο 90 βουλευτών από τους 120. Στην πραγματικότητα το Δικαστήριο, όπως και οποιαδήποτε άλλη αρχή, πλέον, δεν έχει την αρμοδιότητα ούτε εξέτασης ούτε συζήτησης, ούτε έγκρισης ενός τέτοιου αιτήματος κήρυξης ακαταλληλότητας. Ο πρωθυπουργός θα συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του ακόμα και αν κηρυχθεί ακατάλληλος για το αξίωμα είτε για νομικούς είτε για λόγους υγείας. Είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη τροπολογία, «φωτογραφίζει» τον ίδιο τον Μπ. Νετανιάχου για να μην κηρυχθεί ακατάλληλος λόγω των εν εξελίξει δικαστικών αγωγών εναντίον του με κατηγορίες για απάτη, δωροδοκία και διαφθορά.

H γενική εισαγγελέας, Γκάλι Μπαχαράβ-Μιάρα σε πρόσφατο άρθρο της καταδεικνύει τη σοβαρότητα της πρωτοφανούς πολιτειακής κρίσης εάν εγκριθούν οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις, που αφορούν την απεριόριστη δύναμη που αποκτά η εκτελεστική εξουσία χωρίς θεσμικούς μηχανισμούς προστασίας έναντι νομοθεσίας που μπορεί να πλήξει ακόμα και τις θεμελιώδεις αρχές του Ισραήλ ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους, που συνιστά συνταγματικό νόμο. Εξέφρασε την άποψη ότι Βασικοί Νόμοι δεν μπορούν να ακυρώνουν τις πρόνοιες του, καθώς τότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις παρέμβασης του Δικαστηρίου. Εφόσον οι μεταρρυθμίσεις για τον Βασικό Νόμο για τη Δικαιοσύνη «φτάσουν» στα δικαστικά έδρανα, τότε η Δικαστική Αρχή δύναται να απορρίψει τη νομολογία του κοινοβουλίου, αναδεικνύοντας ότι η μετωπική σύγκρουση των δύο πόλων εξουσίας, το δικαστικό σώμα και ο ακροδεξιός συνασπισμός, έχει δημιουργήσει τις συνθήκες της πιο βαθιάς, ακόμα και υπαρξιακής, κρίσης που βιώνει το Ισραήλ στην ιστορία του. Ταυτόχρονα διαφαίνονται οι σπίθες ενός εμφύλιου πολέμου μεταξύ Φιλελεύθερων εναντίον του δικαστικού πραξικοπήματος και Ακροδεξιών Ισραηλινών που, πιθανόν, φέρνουν δειλά- δειλά στην ίδια πλευρά με τους Παλαιστίνιους τους προοδευτικούς Ισραηλινούς. Οι σημαίες της Παλαιστίνης σηκώνονται όλο και πιο συχνά στις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας.

 

Μια χαραμάδα ελπίδας

 

Το προηγούμενο Σάββατο ο ισραηλινός δημοσιογράφος Νταβίντ Γκρόσμαν απευθυνόμενος στο πλήθος διαδηλωτών στη διαδήλωση στην Ιερουσαλήμ είπε: «Η ζωή στο Ισραήλ μπορεί να αποτελείται από πολλές αδικίες και λάθη, όμως το χειρότερο όλων είναι ότι “πνίγουμε” μέσα μας ένα δυσβάσταχτο γεγονός: ότι είμαστε ένα έθνος που για 55 χρόνια κατέχει έναν άλλο λαό».

Ένα ρήγμα, μια χαραμάδα ελπίδας διαρρηγνύει το σιδερόφρακτο κράτος απαρτχάιντ του Ισραήλ. Νέα παιδιά αρνούνται συνειδητά να καταταγούν στον στρατό που εδραιώνει την Κατοχή και την εθνοκάθαρση του λαού της Παλαιστίνης.

Γιατί η Νάκμπα συνεχίζεται ακατάπαυστα, όμως με την κυβέρνηση των Ακροδεξιών Ηγετών του Μπ. Νετανιάχου, του Β. Σμότριχ, του Ι.Μ. Γκιβρ οι επιθέσεις εναντίον των Παλαιστινίων εντείνονται προδιαγράφοντας, ίσως, το τελευταίο στάδιο της.

 

* Μην χάσετε στο επόμενο φύλλο την αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε ο Μίκο Πέλεντ στην Εποχή. Η εφημερίδα παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον μαχητή της Ειρήνης, της Δικαιοσύνης και της Ελευθερίας. Σε μια από τις ομιλίες του, ο Μίκο Πέλεντ είπε απευθυνόμενος στο ακροατήριο:

«Δεν υπάρχει καλός σιωνισμός, είναι μια ρατσιστική, βίαια ιδεολογία. Αν δεν με πιστεύετε κοιτάξτε τι συμβαίνει στην Παλαιστίνη τα τελευταία 100 χρόνια. Αυτό είναι το Ισραήλ.

Όταν σφάζει χιλιάδες ανθρώπους στη Γάζα, οι Ισραηλινοί θα μπορούσαν να το σταματήσουν αμέσως. 100.000 Ισραηλινοί θα έβγαιναν στους δρόμους. Κανένας δεν θα είχε χτυπηθεί από σφαίρες.

Που είναι; Που είναι οι Ισραηλινοί; Πότε βγήκαν έξω; Δεν εννοώ 10 στο Σέιχ Τζαρά ή δύο στο Νακάμπ.

Όλοι μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει όταν πέφτει βόμβα ενός τόνου σε μια κατοικημένη περιοχή. Δεν χρειάζεται να είσαι ιδιοφυία για να το καταλάβεις.

Το Ισραήλ είναι δημοκρατία μόνο για τους Ισραηλινούς.

Και ποιους ψηφίζουν κάθε φορά; Τους ίδιους και τους ίδιους ξανά και ξανά.

Τι σημασία έχει αν είναι ο Γκάντζ ή ο Νετανιάχου στην εξουσία;

Δεν υπάρχει τίποτα, απολύτως τίποτα που να μπορεί να δικαιολογήσει το Ισραήλ για όλα όσα κάνει…

Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που να μπορεί να δικαιολογήσει όλα όσα κάνουν οι Σιωνιστές τα τελευταία 100 χρόνια στην Παλαιστίνη…

Τίποτα απολύτως.

Όταν βομβαρδίζουν τη Γάζα, το ακούς στο Τελ Αβίβ.»

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet