«Ο άντρας στο υπόγειο»

 

 

 

Τρεις ταινίες, τρεις χώρες, τρία θέματα

 

Κοινός τόπος των τριών ταινιών η ανθρώπινη αντίδραση και πώς αυτή εκφράζεται σε κάθε περίπτωση. Άλλοτε με θυμό, άλλωστε ως προσφορά κι άλλοτε με τρόπο αυτοκαταστροφικό.

Ο εβραϊκής καταγωγής Σιμόν Σαντμπέργκ και η γυναίκα του Ελέν αποφασίζουν να

πουλήσουν ένα υπόγειο στο κτίριο που μένουν. Το αγοράζει ένας καθηγητής, ο Ζακ

Φονζίκ για να μεταφέρει εκεί κάποια πράγματα όπως είπε, αλλά εγκαθίσταται ο

ίδιος. Σύντομα οι υπόλοιποι ένοικοι θα αντιδράσουν και οι Σαντμπέργκ θα

προσπαθήσουν να ακυρώσουν την πώληση και να τον διώξουν. Όταν μάλιστα

μαθαίνουν πως ο Φονζίκ απολύθηκε από το σχολείο που εργαζόταν με την

κατηγορία του αρνητή του Ολοκαυτώματος, θα ξεκινήσουν δικαστικό αγώνα εναντίον

του. Όμως ο Φονζίκ έχει τον νόμο με το μέρος του και επιμένει πως κατηγορείται μόνο

και μόνο επειδή θέτει ερωτήματα και αμφισβητεί την επίσημη ιστορία. Μάλιστα ο

αρνητής της Ιστορίας καθηγητής γίνεται συμπαθής καθώς το μόνο που ζητά είναι

σεβασμό στο δικαίωμα της άποψης όπως ορίζει η γαλλική δημοκρατία.

«Ο άντρας στο υπόγειο» (L’ homme de la cave) είναι ένα συναρπαστικό φιλμ με στοιχεία θρίλερ όπου ο Φιλίπ Λε Γκε μιλάει για το σκοτεινό και ύπουλο πρόσωπο του ναζισμού. Το

αρχικό ερώτημα «ποιος πραγματικά είναι ο μυστηριώδης αγοραστής του υπογείου;»

παραμένει αναπάντητο μέχρι το φινάλε. Ο σκηνοθέτης υποδειγματικά κλιμακώνει τη

δράση του σπέρνοντας συνεχώς αμφιβολίες για τα πραγματικά του κίνητρα. Ο ίδιος

ευγενής, πράος και υποχωρητικός δημιουργεί μια εικόνα μάρτυρα, ο οποίος

κατηγορείται άδικα. Ο σκηνοθέτης δεν αφήνει τίποτε στην τύχη. Χτίζει την αφήγησή

του επάνω στην αμφιβολία, δημιουργεί γερούς χαρακτήρες, ελίσσεται συνεχώς. Με

εξαιρετικούς πρωταγωνιστές, τον Φρανσουά Κλουζέ στον ρόλο του Φονζίκ, να

κυριαρχεί με απόλυτη πειστικότητα, αλλά και τον Ζερεμί Ρενιέρ ως Σαντμπέργκ να

τα καταφέρνει στα σκαμπανεβάσματα που απαιτεί ο ρόλος του, ο Λε Γκε έκανε μια

ταινία κοιτάζοντας κατάματα τους συμπατριώτες προσπαθώντας να μιλήσει για την

άνοδο της ακροδεξιάς. Και να πει ότι ο φασισμός είναι υπόγειος και οι εκφραστές του

ζουν στα σκοτάδια σαν τα ποντίκια περιμένοντας τη στιγμή να ξεχυθούν και να

σκορπίσουν την αρρώστια τους.

 

Η προσφορά ως προσωπική ανάγκη

 

 

Γυρισμένη σε μια δομή φιλοξενίας προσφύγων στην Ελλάδα, η ταινία της Νέλι Ρεγκίρα «Η εθελόντρια» (La coluntaria) είναι ένα χαμηλόφωνο δράμα που βλέπει το προσφυγικό ζήτημα από μια εντελώς διαφορετική σκοπιά. Εκείνη του ανθρώπου που αποφασίζει να προσφέρει εθελοντικά παρακινούμενος περισσότερο από μια δική του ανάγκη. Όχι πως δεν θέλει να κάνει το καλό, αλλά συχνά θέλει να το κάνει με τους δικούς του όρους πετυχαίνοντας στο τέλος το αντίθετο αποτέλεσμα.

Η Μαρίσα, μια ισπανίδα συνταξιούχος γιατρός αποφασίζει να εργαστεί ως εθελόντρια σε μια ισπανική ΜΚΟ στην Ελλάδα. Καθώς η επιθυμία της να αποκτήσει εγγόνια από τα τρία της παιδιά δεν φαίνεται προς το παρόν να ικανοποιείται, η Μαρίσα επιλέγει να προσφέρει σε άλλα παιδιά που την έχουν ανάγκη. Εκεί όμως διαπιστώνει πως πρέπει να λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες και όχι με τις επιθυμίες της. Όταν θα γνωρίσει τον 8χρονο ασυνόδευτο ανήλικο Αχμέντ από τη Συρία θα αφιερωθεί με πάθος σε αυτόν παραβλέποντας τους κανόνες. Μάλιστα θα τον πάρει και θα φύγουν κρυφά από τη δομή με προορισμό την Αθήνα και με σκοπό να κινήσει διαδικασίες για να τον υιοθετήσει.

Όπως ανέφερα και στην αρχή η ταινία επικεντρώνεται στην Μαρίσα και όχι στους πρόσφυγες και στις συνθήκες που αντιμετωπίζουν. Δεν είναι, με λίγα λόγια, μια ταινία για το δράμα των προσφύγων και το προσφυγικό, δεν είναι μια ντοκιμαντερίστικης προσέγγισης μυθοπλασία, αλλά  μια ταινία για την προσφορά ως ικανοποίηση εκείνου που προσφέρει. Γι’ αυτό και η σκηνοθέτρια αποφεύγει να δημιουργήσει συγκίνηση αλλά παραμένει παρατηρήτρια των όσων συμβαίνουν.

 

Η αγάπη ως προσωπική φυλακή

 

 

Το 1872 η Αντονίνα Μιλιούκοβα, μια νεαρή, όμορφη, και έξυπνη γυναίκα γνωρίζει στο σπίτι μιας θείας της τον Πιότρ Τσαϊκόφσκι. Από τη στιγμή εκείνη, ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης της έγινε έμμονη ιδέα. Ερωτευμένη με πάθος μαζί του, η Αντονίνα έχει βάλει σκοπό να τον παντρευτεί. Σύντομα ο συνθέτης θα υποκύψει θέλοντας έτσι να ανατρέψει τις φήμες που συνοδεύουν το όνομά του σχετικά με τις ερωτικές του προτιμήσεις. Όπως ήταν φυσικό ένας τέτοιος γάμος δεν μπορούσε να πάει μακριά και μετά από ένα χρονικό διάστημα και ενώ το ζευγάρι δεν έχει ερωτικές επαφές, ο Τσαϊκόφσκι ζητά από τη γυναίκα του διαζύγιο. Κάτι δύσκολο εκείνα τα χρόνια αφού απαιτούνταν βασιλική άδεια ή δικαστική απόφαση. Η Αντονίνα αρνείται να δώσει το διαζύγιο και αποφασίζει να  παραμείνει γυναίκα του μέχρι το τέλος. Κάτι που προϋποθέτει μεγάλες θυσίες και πολύ πόνο, με αποτέλεσμα η Αντονίνα να ταπεινωθεί και να οδηγηθεί στην παράνοια.

Μια ταινία για τον Τσαϊκόφσκι όχι όμως με αυτόν πρωταγωνιστή αλλά με τη σύζυγό του. Σκηνοθετημένη από τον Κιρίλ Σερεμπρένικοφ «Η γυναίκα του Τσαϊκόφσκι» (Zhena Chaikovskogo) είναι μια ταινία που διεισδύει στην αυστηρά δομημένη πατριαρχική κοινωνία της εποχής εκείνης στην τσαρική Ρωσία. Μια ταινία για τη θέση της γυναίκας, ακόμη κι αν ανήκει στην αριστοκρατική τάξη, η οποία δύσκολα μπορεί να καταξιωθεί αφ’ εαυτής. Ο σκηνοθέτης δεν διστάζει να απογυμνώσει τον Τσαϊκόφσκι. Να τον παρουσιάσει, εκτός από ιδιοφυή δημιουργό και ως έναν άνθρωπο με αδυναμίες που δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τη συντηρητική κοινωνία και υποκύπτει στις κοινωνικές νόρμες.

Ο Σερεμπρένικοφ ακολουθεί βήμα-βήμα την πορεία της ηρωίδας του προς την άβυσσο. Μιας γυναίκας που προτίμησε να φυλακιστεί μέσα σε μια απέλπιδα αγάπη παρά να την προδώσει. Και η οποία πέθανε το Φεβρουάριο του 1917, μέσα στο επαναστατικό κλίμα που οδήγησε στην πτώση των Ρομανόφ και μετά από μερικούς μήνες στην επικράτηση των Μπολσεβίκων.

 

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet