Μερικές φορές καλό είναι να βλογάμε και τα γένια μας, όταν βλέπουμε δικούς μας ανθρώπους, συνεργάτες της «Εποχής», να μιλάνε στα ίσια, να εκφράζονται τολμηρά και να μην αυτολογοκρίνονται όταν εμφανίζονται σε τηλεοπτικά πάνελ. Ο λόγος για τον Νίκο Γιαννόπουλο ο οποίος, αντίθετα με άλλους βαρύγδουπους κινηματικούς που μόλις απέκτησαν την λεζάντα του δημοσιογράφου οικειοποιήθηκαν έναν ομογενοποιημένο λόγο «σούπα» που δεν λέει τίποτα, δεν έκανε τον καθωσπρέπει δημοσιογράφο που στρογγυλεύει τις απόψεις του, άστραψε και βρόντηξε και μίλησε ξεκάθαρα για τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους. «Επιτέλους, πάψτε να χαϊδεύετε τους μπάτσους», είπε στους εκπρόσωπους της Νέας Δημοκρατίας, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ στο τηλεοπτικό πάνελ του Κόντρα 24. Προηγήθηκε, από τη μια η λατρευτική ακροδεξιά αντίληψη που δικαιολογεί τα εγκλήματα και ενισχύει την ασυδοσία των ένστολων οργάνων της εξουσίας κι από την άλλη η, εξ απαλών ονύχων, κριτική σε μια μικρή μερίδα ανεκπαίδευτων και ως εκ τούτου επικίνδυνων αστυνομικών που αμαυρώνουν την εικόνα του σώματος. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι όλα τα κόμματα, εκτός από το ΜέΡΑ25, ψήφισαν το επίδομα των 600 ευρώ για τους μπάτσους, το καθένα για τους δικούς του λόγους.

 Ας πούμε, λοιπόν, τα πράγματα με το όνομά τους. Οι εξουσίες εδραιώνουν την κυριαρχία τους μέσω της καταστολής. Οι ακροδεξιές, τυχοδιωκτικές κυβερνήσεις τύπου Μητσοτάκη εξισώνουν τους μπάτσους με το κράτος και ανοίγουν τον δρόμο στην καθιέρωση της ανεξέλεγκτης βίας της εξουσίας ως άγρια κι ανεμπόδιστη καθημερινότητα. Ας περιγράψουμε μερικές από τις επιτυχίες της αστυνομίας τα τελευταία χρόνια: την κατασταλτική επιβολή, με όλα τα μέσα, του δόγματος της ατομικής ευθύνης στην περίοδο της πανδημίας, έχοντας την σιωπηρή συνεπικουρία και της μεγαλύτερης μερίδας της Αριστεράς και των αριστερών ατομικά, την βρώμικη εισβολή στο οικογενειακό άσυλο και την κακοποίηση της οικογένειας Ινδραρέ, τον βασανισμό στα κρατητήρια που οδήγησε στον μετέπειτα θάνατο του Βασίλη Μάγγου στον Βόλο, τις ειδεχθείς δολοφονίες του Νίκου Σαμπάνη και του Κώστα Φραγκούλη που όλως τυχαίως ήταν νεαροί ρομά, την κατάληψη του κάμπους και την διαρκή κακοποίηση των φοιτητών του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, τους βιασμούς στο αστυνομικό τμήμα Ομονοίας. Κι όλα αυτά χωρίς κανείς να είναι υπόλογος, χωρίς κανείς μπάτσος να τιμωρηθεί έστω στο ελάχιστο, κάτι ψευτο-ΕΔΕ γίνονται για το ξεκάρφωμα και καταλήγουν πάντα στα αζήτητα. Ασύδοτοι, ανέγγιχτοι, με τις ευλογίες της εξουσίας συνεχίζουν το θεάρεστο έργο τους.

 Στην προεκλογική περίοδο που διάγουμε ακούμε πολλά και διάφορα, τίποτα όμως για το ρόλο της αστυνομίας, πλην των γνωστών ασαφών γενικολογιών. Λογικό είναι, γιατί κάθε εξουσία χρειάζεται τους μπάτσους να κάνουν τη βρώμικη δουλειά. «Σκυλιά φυλάτε τ’ αφεντικά σας», όπως λέει το γνωστό νεανικό σύνθημα. Στην παρούσα συγκυρία, όμως, με την μοναδική ίσως ιστορική ευκαιρία της απλής αναλογικής, όσοι υποστηρίζουν την ιδέα της προοδευτικής κυβέρνησης συνεργασίας δεν θα πρέπει να μας πουν και κάτι γι’ αυτό το τεράστιο θέμα που το ζούμε καθημερινά στο πετσί μας; Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να πουν: πλήρης αλλαγή της φιλοσοφίας, των ψυχολογικών και των πρακτικών μεθόδων εκπαίδευσης στις σχολές της αστυνομίας που μέχρι τώρα παράγουν κατά πλειοψηφία φασίστες, βίαιους ράμπο και εν δυνάμει δολοφόνους. Δεν είναι άραγε η κατάλληλη ευκαιρία να τεθεί ξανά στο τραπέζι ο αφοπλισμός των ΜΑΤ και η κατάργηση των ΟΠΚΕ και ΔΙΑΣ;

 Γράφοντας αυτό το κείμενο για τους μπάτσους, μου ήρθε στο μυαλό ότι πριν λίγα χρόνια βρεθήκαμε στο ίδιο τραπέζι μιας ταβέρνας στα Λαδάδικα, μαζί με έναν μπάτσο και τον Περικλή. Ήταν τότε που ο αθεόφοβος πήρε την μεγάλη ρεβάνς από την αστυνομία, με την οποία είχε ανοιχτούς λογαριασμούς από την εποχή των βασανιστηρίων της χούντας. Μπήκε από την κεντρική είσοδο, ως προσκεκλημένος της λέσχης ανάγνωσης των αστυνομικών, μίλησε για τους «Ανθρωποφύλακες», το εμβληματικό βιβλίο του στο οποίο περιγράφονται τα βασανιστήρια που υπέστη από τους ανθρωποφύλακες μπάτσους, και τους το έτριψε στα μούτρα μέσα στην μεγάλη αίθουσα της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης. Ουδόλως, βέβαια, προβληματίστηκε για τα όποια αρνητικά «συντροφικά» σχόλια θα ακουγόταν γι’ αυτό το γεγονός. Το μέγεθος του Περικλή ήταν τέτοιο που δεν τον άγγιζε τίποτα!

 Σαν σήμερα, έφυγε ο σύντροφος μας στη ζωή, στην πολιτική και στα γλέντια, ο Περικλής Κοροβέσης. Τον θυμόμαστε πάντα, είναι ακόμα μαζί μας, μας εμπνέει και μας ξεσηκώνει. «Μπορώ να δω από ψηλά την ψυχή μου. Είναι ένα ρόδι. Μέσα της μιλούν χίλιες γλώσσες και ανθίζουν εκατό λουλούδια. Η ψυχή μου είναι ένα συλλαλητήριο», έγραφε ο Περικλής στο βιβλίο του «Κοινός Τόπος» που επανακυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Opportuna. «Δεν ξεχνιέται ο Περικλής, ίσα ίσα που πονάει περισσότερο όσο ξεμακραίνει…», όπως λέει και η αγαπημένη σύντροφός του!

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet