Μετά το κύμα των απεργιών κατά της ακρίβειας και της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης του σοσιαλιστή Αντόνιο Κόστα, τη σκυτάλη της διαμαρτυρίας στην Πορτογαλία ανέλαβε ο πρωταγωνισμός των νέων ανθρώπων, τροφοδοτώντας ένα πρωτοφανές κίνημα για τη στέγη από τα κάτω, που προετοίμασε επί μήνες την κοινωνική αντίδραση που ξεκίνησε από τις γειτονιές, τις συνοικίες και τις πιο διαφορετικές κοινότητες κυρίως νέων και ευάλωτων ανθρώπων.

Περισσότεροι από τριάντα χιλιάδες, κυρίως νέες και νέοι, διαδήλωσαν στη Λισαβόνα και άλλες δεκάδες χιλιάδες σε άλλες τουλάχιστον έξι πορτογαλικές πόλεις στις αρχές Απριλίου, διεκδικώντας αξιοπρεπείς κατοικίες με συνθήματα όπως: «Σπίτια για να ζήσουμε», «Η κατοικία είναι δικαίωμα, όχι προνόμιο», «Τόσοι άνθρωποι χωρίς σπίτι, τόσα πολλά σπίτια χωρίς ανθρώπους», «Οι τουρίστες δεν είναι κάτοικοι».

Τις διαδηλώσεις των τελευταίων εβδομάδων για την κατοικία, που ξεκίνησαν στα μέσα Μαρτίου και συνεχίστηκαν με αποκορύφωμα τις ταυτόχρονες διαδηλώσεις στους δρόμους της Λισαβόνας, του Πόρτο, του Βισέου, του Αβέιρο, της Κόιμπρα, της Μπράγκα και άλλων πορτογαλικών πόλεων την 1η Απριλίου, διοργάνωσαν τα νέα κινήματα, κυρίως τοπικά και συνοικιακά, που δημιουργήθηκαν για να διεκδικήσουν το δικαίωμα στην αξιοπρεπή κατοικία.

«Το γεγονός ότι πάνω από 120 συλλογικότητες διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο αιτημάτων για τη στέγαση δείχνει ότι ο κόσμος έχει τη διάθεση να οργανωθεί ακόμη περισσότερο για να διεκδικήσει αξιοπρεπή κατοικία», τόνισε η Ρίτα Σίλβα, του συλλόγου «Κατοικία», εκτιμώντας ότι «από την πλευρά της κυβέρνησης δεν υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον να ακούσει τα αιτήματα», γεγονός που οδηγεί τις συλλογικότητες «να συνεχίσουν με νέες πρωτοβουλίες και μάλιστα πολύ σύντομα». «Θα πρέπει να συνεχίσουμε με άλλου τύπου ενέργειες», συνέχισε η Σίλβα, ενώ η επέτειος της Επανάστασης των Γαρυφάλλων στις 25 Απριλίου φαίνεται ότι θα αποτελέσει ευκαιρία εντατικοποίησης του κινηματικού αγώνα. Γεγονός που φαίνεται ότι συμφωνούν τόσο το Μπλόκο της Αριστεράς, όσο και το Πορτογαλικό ΚΚ.

 

Καταδίκη μικροεπεισοδίων

 

Η Σίλβα καταδίκασε τα μικρά επεισόδια ανάμεσα σε διαδηλωτές και αστυνομικούς στη Λισαβόνα, που κατέληξαν στην πρόσκαιρη προσαγωγή δύο γυναικών, εκτιμώντας ότι «δεν θα πρέπει να αφήσουμε αυτό που συνέβη στο τέλος της διαδήλωσης να χρησιμεύσει για να αποσπαστεί η προσοχή από το σημαντικό γεγονός ότι χιλιάδες και χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για την κατοικία και περισσότερες από εκατό οργανώσεις συμφώνησαν σε ένα μανιφέστο που έχει συγκεκριμένες προτάσεις». Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις της συντονίστριας του Μπλόκου της Αριστεράς Καταρίνα Μαρτίνς και του γενικού γραμματέα του Πορτογαλικού ΚΚ Πάουλο Ραϊμούντο, δεδομένου ότι ηγετικά στελέχη και όχι μόνο των δύο κομμάτων συμμετείχαν στις διαδηλώσεις.

Το κίνημα στέγης και τα δύο κόμματα της Αριστεράς υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση εξαιτίας των αντιδράσεων αναγκάστηκε να παραδεχθεί ανάγκες που δεν αναγνώριζε, αλλά δεν έχει καταθέσει κανένα μέτρο που να αντιμάχεται τη σπέκουλα και την κερδοφορία των μεγάλων οικονομικών ομίλων του κατασκευαστικού και τραπεζικού τομέα και της αγοράς ακινήτων και ότι καταναλώνεται απλά σε μέτρα για τη λεγόμενη καταπολέμηση του πληθωρισμού χωρίς το παραμικρό κόστος για τους μεγάλους οικονομικούς ομίλους, τις εταιρείες διαχείρισης ακινήτων και τις τράπεζες.

 

Το Μανιφέστο του κινήματος

 

Το μανιφέστο με τις προτάσεις για «ένα αξιοπρεπές σπίτι για όλους τους ανθρώπους», που υπέγραψαν περισσότερες από 120 συλλογικότητες, υποστηρίζει το δικαίωμα στη στέγαση, το δικαίωμα στην πόλη, τον τερματισμό της εκμετάλλευσης και της αύξησης του κόστους ζωής.

«Τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 40% την τελευταία 5ετία, οι τιμές των σπιτιών αυξήθηκαν κατά 19% το προηγούμενο έτος, ενώ οι τράπεζες που κατασχέτουν τα σπίτια μας διπλασίασαν τα κέρδη τους. Την ίδια στιγμή συνεχίζονται οι εξώσεις από τα σπίτια μας, μας πετούν μακριά από τις κοινότητές μας, ενώ ανθούν οι επιχειρήσεις γύρω από τον τουρισμό, τα τοπικά καταλύματα (Airbnb) και την κερδοσκοπία», υποστηρίζει το Μανιφέστο των περίπου 120 συλλογικοτήτων.

Ποιοι είναι όμως όλοι αυτοί; «Εμείς, που εξαρτόμαστε από τη δουλειά μας για να ζήσουμε, δεν μπορούμε να πληρώσουμε το νοίκι μας. Είμαστε μετανάστες, μαύροι και από την κοινότητα των τσιγγάνων, που ιστορικά και συστηματικά έχουν υποστεί ρατσισμό και διακρίσεις και δυσκολεύονται ακόμη περισσότερο να νοικιάσουν σπίτι. Είμαστε νέοι που δεν μπορούμε να φύγουμε από το σπίτι των γονιών μας ή πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτό. Είμαστε φοιτητές που πρέπει να σταματήσουμε να σπουδάζουμε, γιατί τα δωμάτια έχουν γίνει απρόσιτα. Είμαστε ηλικιωμένοι που αναγκαζόμαστε να εγκαταλείψουμε τα σπίτια και τις γειτονιές που έχουμε ζήσει μια ζωή. Είμαστε γυναίκες, με χαμηλά εισοδήματα που διατρέχουμε μεγαλύτερο κίνδυνο καταστάσεων βίας λόγω έλλειψης εναλλακτικής στέγασης, και όταν είμαστε μόνες με παιδιά και χαμηλά εισοδήματα δεν έχουμε που να ζήσουμε και συνωστιζόμαστε σε λίγα μέτρα για να επιβιώσουμε. Είμαστε άνθρωποι που υφίστανται διακρίσεις στην αγορά ενοικίων για τους πιο ποικίλους λόγους, είτε λόγω της ταυτότητας φύλου μας, του σεξουαλικού μας προσανατολισμού, επειδή κάνουμε σεξουαλική εργασία, επειδή χρησιμοποιούμε ψυχοδραστικές ουσίες ή λόγω της σωματικής ή ψυχικής μας κατάστασης. Είμαστε άνθρωποι σε επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης, είμαστε άνθρωποι που ζούμε σε γειτονιές και συχνά πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στο να πληρώσουμε το ενοίκιο ή να βάλουμε φαγητό στο τραπέζι. Είμαστε άνθρωποι που έχουμε ήδη υποστεί εξώσεις ή έχουμε δει τα σπίτια μας να γκρεμίζονται. Είμαστε άνθρωποι σε επισφαλείς συνθήκες σωματικής και ψυχικής υγείας, που επιδεινώνονται από τη ζωή σε συνωστισμό, σε υποβαθμισμένα σπίτια ή χωρίς ελάχιστες συνθήκες προσβασιμότητας, σε καταφύγια, σε διαρκή απειλή έξωσης ή στους δρόμους», υπογραμμίζουν στο Μανιφέστο τους οι επιτροπές και τα κινήματα των συνοικών και των γειτονιών, των Καθολικών, των Ρομά, των μεταναστών, των ΛΟΑΤΚΙ και δεκάδων άλλων εκφράσεων μιας ζωντανής κοινωνίας ευάλωτων πολιτών.

«Αυτή είναι η πορτογαλική πραγματικότητα το 2023: τη στιγμή που υπάρχουν 730.000 άδεια σπίτια στη χώρα, υπάρχουν 2 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν στη φτώχεια και περισσότερο από το 50% του πληθυσμού κινδυνεύει από ακραία φτώχεια», συνεχίζουν οι οργανώσεις που υπογράφουν το Μανιφέστο.

Το κίνημα διεκδικεί το δικαίωμα στη στέγη, που σημαίνει ένα αξιοπρεπές σπίτι για όλους τους ανθρώπους, να σταματήσουν οι εξώσεις χωρίς μια αξιοπρεπή και επαρκή εναλλακτική λύση και να σταματήσουν οι κατεδαφίσεις κατοικιών. Διεκδικεί να σταματήσει η ποινικοποίηση των ανθρώπων που κατέχουν ή που αντιστέκονται στις εξώσεις, την αύξηση της ποιοτικής δημόσιας, κοινωνικής και συνεταιριστικής κατοικίας που δεν συνεπάγεται ατελείωτες νέες κατασκευές. Διεκδικεί τον έλεγχο της αγοράς ακινήτων και την άμεση μείωση των ενοικίων και την αναπροσαρμογή τους με βάση το εισόδημα των νοικοκυριών και να μην ξεπερνούν ποτέ το 20% των εισοδημάτων τους. Διεκδικεί τη μείωση και το πάγωμα των τόκων και των κερδών των τραπεζών και την παρεμπόδιση της έξωσης από την οικογενειακή στέγη από τις τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Διεκδικεί ένα πραγματικό τέλος στις χρυσές βίζες, το καθεστώς του μη μόνιμου κατοίκου στα άτομα αυτά, κίνητρα για τους ψηφιακούς νομάδες και το τέλος στις φορολογικές απαλλαγές για τα πολυτελή ακίνητα, τις εταιρείες και τα επενδυτικά κεφάλαια. Διεκδικεί επίσης την κολεκτιβοποίηση των άδειων σπιτιών που ανήκουν σε εταιρείες ακινήτων, επενδυτικά κεφάλαια και μεγαλοϊδιοκτήτες, απαιτώντας επίσης το τέλος των τουριστικών διαμερισμάτων (Airbnb), γιατί τα σπίτια είναι για να ζήσουν άνθρωποι και οικογένειες.

Το Μανιφέστο διεκδικεί επίσης το δικαίωμα στην πόλη, που σημαίνει το τέλος της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων χώρων, τη δημοκρατική τάξη των αστικών και αγροτικών περιοχών σύμφωνα με τις ανάγκες των κατοίκων και του περιβάλλοντος, το τέλος της γκετοποίησης των πιο περιθωριοποιημένων ανθρώπων και την πλήρη πρόσβασή τους στα αστικά κέντρα, το τέλος τουριστικοποίησης και υποταγή της πόλης στην αγορά. Οι συλλογικότητες απαιτούν ποιοτικές δημόσιες συγκοινωνίες, χρόνο και πρόσβαση στον πολιτισμό, ποιοτικούς πράσινους και κοινωνικούς χώρους και σοβαρές δεσμεύσεις για την καταπολέμηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.

Με το Μανιφέστο τους οι 120 περίπου συλλογικότητες ζητούν το τέλος της εκμετάλλευσης και της αύξησης του κόστους ζωής διαμέσου του καθορισμού από το κράτος των τιμών των βασικών αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και τη συλλογική και δημοκρατική διαχείριση βασικών τομέων, όπως η ενέργεια, το νερό, οι δημόσιες συγκοινωνίες, οι επικοινωνίες και η ίδια η στέγαση. Επίσης το κίνημα διεκδικεί τα τεθεί τέλος στη διακοπή του ρεύματος στα ευάλωτα νοικοκυριά, επαρκή θέρμανση, βιώσιμη ενέργεια και άνεση στα σπίτια, το τέλος της επισφάλειας, των χαμηλών μισθών, των συντάξεων φτώχειας, της υποβάθμισης του δημόσιου συστήματος υγείας και της δουλείας χωρίς δικαιώματα.

 

Στέγη τώρα

 

Το κίνημα για τη στέγη απαιτεί τον έλεγχο των ενοικίων, τη χρήση των κενών κατοικιών, που μόνο στη Λισαβόνα φθάνουν τις 160.000, την αναστολή των εξώσεων, την αναστολή της μη ανανέωσης των συμβολαίων ενοικίασης, την απαγόρευση κατάσχεσης της οικογενειακής κατοικίας, και μάλιστα ενόψει των διαδοχικών αυξήσεων των επιτοκίων. Το κίνημα ζητά δημόσιες επενδύσεις στον τομέα της κατοικίας, αφού στην Πορτογαλία οι δημόσιες κατοικίες φθάνουν μόλις στο 2%, σε σχέση με το 15% του μέσου ευρωπαϊκού όρου, ενώ σε πολλές χώρες ξεπερνούν το 20%.

«Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 116% από το 2015, οι μισθοί παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα και έχουν μειωθεί στην πραγματικότητα από τις ανατιμήσεις, γεγονός που οδηγεί πολύ κόσμο σε απελπιστική κατάσταση», υποστηρίζει η Έλενα Σόουτο, του κινήματος «Στέγη τώρα» του Πόρτο, καταγγέλλοντας ότι η κυβέρνηση μιλά για «ενοίκια μόλις κατά 20% κάτω από τις τιμές τις αγορές για τις δημόσιες κατοικίες, όταν στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης τα ενοίκια των κατοικιών του δημοσίου είναι ανάλογα των εισοδημάτων των πολιτών». Η εκπρόσωπος του κινήματος «Στέγη Τώρα» κατήγγειλε επίσης ότι η κυβέρνηση διευκολύνει την κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων, γιατί με τις «χρυσές βίζες» οι ιδιοκτήτες «προτιμούν να νοικιάσουν μια κατοικία για 2.000 ευρώ τον μήνα σε έναν ξένο από τα 300 ευρώ που θα έπαιρναν από έναν απλό κάτοικο».

 

Χάρτα για την κατοικία

 

Η συντονίστρια του Μπλόκου της Αριστεράς Κ. Μαρτίνς ζήτησε από το βήμα της βουλής το 25% των νεόδμητων κατοικιών να προσφέρονται σε προσιτές τιμές. Μεγάλες κοινωνικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων των Ρομά, των καθολικών, των μεταναστών, των οικολόγων και των ειρηνιστών ζήτησαν μια «Χάρτα για την κατοικία», που να προστατεύει τους πλέον ευάλωτους σε κάθε γειτονιά και κοινότητα, ενώ ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί εναντίον της «τουριστικοποίησης της Λισαβόνας», καταγγέλλοντας την κυβέρνηση ότι έχει παραδώσει την πρωτεύουσα της χώρας στα ιδιωτικά συμφέροντα. Τα κινήματα στέγης απαιτούν μηχανισμούς ελέγχου των τιμών των κατοικιών και των ενοικίων, όπως έχουν δρομολογηθεί εδώ και δεκαετίες σε πόλεις, όπως η Βιέννη, το Ελσίνκι και το Άμστερνταμ.

 

Απόρριψη μέτρων Κόστα

 

Το κίνημα για τη στέγη απορρίπτει τα μέτρα της κυβέρνησης του προγράμματος «Περισσότερη κατοικία», που παρουσιάστηκαν σε τρεις φάσεις από τα μέσα Φεβρουαρίου έως τα τέλη Μαρτίου διαμέσου δύο νομοσχεδίων και ενός διατάγματος και δέχθηκαν πάνω από 2.700 προτάσεις για αλλαγές από συλλόγους, δημόσιους οργανισμούς και αυτοδιοικητικές αρχές. Το κίνημα για τη στέγη καταγγέλλει ότι τα περισσότερα μέτρα δεν θα μπορέσουν να εφαρμοστούν εξαιτίας των προβλημάτων που θα δημιουργηθούν με τα δημοτικά συμβούλια, ενώ το 12,1% των κατοικιών για οικογένειες ή 722.000 κατοικίες παραμένουν κλειστές, σύμφωνα με την απογραφή του 2021, με το πρόβλημα στέγης να φθάνει σε εκρηκτικά επίπεδα στα παράλια της χώρας και την ενδοχώρα να συνεχίζει να αδειάζει τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Έτσι παρόλο που στη μητροπολιτική περιοχή της Λισαβόνας ζει το 27,8% του πληθυσμού, υπάρχει μόλις το 25,1% των διαθέσιμων κατοικιών για οικογένειες.

 

Οι προτάσεις της κυβέρνησης

 

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι επενδύοντας 2,7 δισ. θα κατασκευάσει 26.000 κατοικίες έως το 2026 και ότι η προσφορά κινήτρων στους ιδιοκτήτες θα οδηγήσει στην αύξηση της προσφοράς ενοικιαζόμενων κατοικιών, στοχεύοντας παράλληλα στη μετατροπή ή αποκατάσταση παλαιών κτιρίων, σε συνεργασία με ιδιώτες, που θα δοθούν με προσιτά ενοίκια. Επίσης προβλέπονται επενδύσεις 250 εκατ., που θα χρησιμοποιηθούν για πρόσβαση σε προσιτές κατοικίες με συμβόλαια τουλάχιστον 25 ετών και το προαιρετικό δικαίωμα απόκτησης της κατοικίας, και φορολογικά κίνητρα στις κατασκευαστικές εταιρείες που θα προσφέρουν προτιμά ενοίκια.

Δίνοντας έναν τόνο σοσιαλιστικής και κοινωνικής οικονομίας, η κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα αναφέρθηκε στην ανάγκη δημιουργίας μιας «νέας γενιάς συνεταιρισμών», με άξονα την παραχώρηση κρατικών ιδιοκτησιών με αλλαγές στη χρήση γης για την κατασκευή κατοικιών με προσιτά ενοίκια και τη «συνεργατική στέγαση», εμπλέκοντας τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Για να πείσει τους ιδιοκτήτες να ενοικιάζουν τα ακίνητά τους, η κυβέρνηση προτείνει τη μείωση του ειδικού συντελεστή φόρου στο 25% από το 28%, που θα μειώνεται στο 15% από το 23% για τα 5ετή συμβόλαια, στο 10% από το 14% για τα συμβόλαια έως 10 έτη, κα στο 5% από το 10% για αυτά που θα ισχύουν για περισσότερα από 20 έτη, ενώ φοροαπαλλαγές προβλέπονται για τους ιδιοκτήτες που ενοικιάζουν τα ακίνητά τους σε οικογένειες αντί να τα εκμεταλλεύονται ως τοπική διαμονή - Airbnb. Η υπουργός Κατοικίας Μαρίνα Γκοντσάλβες κατέστησε σαφές ότι η κυβέρνηση δεν στρέφεται κατά των Airbnb που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί.

Ο Κόστα τόνισε ότι θα καταπολεμήσει την κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων δίνοντας στους Δήμους το δικαίωμα να προτείνουν την ενοικίαση ακινήτων που είναι άδεια για τουλάχιστον 100 ημέρες και να απαγορεύσουν την αδειοδότηση νέων κατοικιών τοπικής διαμονής - Airbnb.

 

Αντιδράσεις δεξιάς, ακροδεξιάς και ιδιοκτητών Airbnb

 

Οι ορισμένοι ιδιοκτήτες των κατοικιών τοπικής διαμονής - Airbnb πάντως απάντησαν δυναμικά στα μέτρα του Κόστα, πραγματοποιώντας μια πρώτη διαδήλωση πενήντα ατόμων στο Πόρτο, από τα 70.000 διαμερίσματα τοπικής διανομής του Πόρτο, για να καταγγείλουν «τη φορολογική επιβάρυνση που οδηγεί στον θάνατο τον τομέα», κινδυνολογώντας ότι «εάν πέσει ο τουρισμός, θα πέσει η Πορτογαλία», ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα θέλει να τους πάρει τα σπίτια και ότι ένα διαμέρισμα 50 τετραγωνικών θα πρέπει να πληρώνει πάνω από 5.000 ευρώ φόρο το έτος.

Οι ιδιοκτήτες των κατοικιών τοπικής διαμονής – Airbnb βρήκαν πάντως τον άγγελο προστάτη τους, τον ευρωβουλευτή του δεξιού PSD Νούνο Μέλο, που κατήγγειλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την «κατάφωρη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας», ενώ ανάλογες πρωτοβουλίες ανακοίνωσε ότι θα δρομολογήσει τόσο ο πρόεδρος του μικρότερου δεξιού κόμματος CDS-PP, όσο και το ακροδεξιό Chega.

 

Κοινωνικά μέτρα για ενοικιαστές

 

Για την κυβέρνηση πάντως το δημόσιο διαμέσου νέων υπηρεσιών θα αναλάβει την καταβολή του ενοικίου μετά από τρεις μήνες αδυναμίας πληρωμής του, αξιολογώντας την κατάσταση του ενοικιαστή για να εισπράξει τα ποσά των ενοικίων με τα νόμιμα μέσα που διαθέτει το δημόσιο ή σε περίπτωση αδυναμίας του νοικοκυριού να βρει εναλλακτική σταθερή στέγαση στα άτομα που έχουν ανάγκη. Το δημόσιο θα μισθώνει κατοικίες που θα προσφέρονται εθελοντικά από ιδιώτες, για να τις υπο-ενοικιάζει στην πράξη σε νοικοκυριά της μεσαίας τάξης που έχουν υποστεί μεγάλη μείωση εισοδημάτων, μονογονεϊκές οικογένειες και νέες και νέους. Ένα από τα μέτρα που έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη κριτική από τους ιδιώτες, συνίσταται στη δυνατότητα του κράτους, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, να νοικιάζει άδεια σπίτια, πληρώνοντας ενοίκιο στον ιδιοκτήτη. Το μέτρο θα προχωρήσει, αλλά με διαφορετικό τρόπο και μόνο για διαμερίσματα που είναι άδεια για περισσότερα από 2 χρόνια.

Ο Αντόνιο Κόστα υποσχέθηκε την κατάργηση της «χρυσής βίζας» και ότι οι υφιστάμενες χρυσές βίζες θα μετατραπούν σε άδειες κανονικής διαμονής, ενώ προβλέπεται ένα απότομο φρένο στις άδειες για τοπικά καταλύματα – Airbnb έως το 2030 σε περιοχές υψηλής δημογραφικής πυκνότητας ή εκεί που οι Δήμοι δηλώνουν έλλειψη στέγης.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet