Εκτός απροόπτου, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας οδεύει, απρόσκοπτα αυτή τη φορά, στις κάλπες της ανάδειξης νέου προέδρου από τη λαϊκή βάση του την επόμενη Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015, με το οριστικό αποτέλεσμα να κρίνεται πιθανότατα στις 10 Ιανουαρίου 2016, οπότε θα αναμετρηθούν οι δύο επικρατέστεροι από τους τέσσερις υποψήφιους.
Από το αποτέλεσμα της αναμέτρησης θα κριθούν η πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος και, κατ’ επέκταση, η κοινωνική του απεύθυνση και ο χειρισμός των ευθυνών που του αναλογούν ως αξιωματική αντιπολίτευση και διεκδικητή, άρα, της κυβερνητικής εξουσίας. Το μεγάλο στοίχημα για τη ΝΔ είναι αν από την εσωκομματική αναμέτρηση θα προκύψει μια σύνθεση με προωθητική δυναμική, ή αν θα υπάρξει αποσυσπείρωση και κατακερματισμός.
Το ενδεχόμενο, με την κατάσταση που βρίσκεται αυτή τη στιγμή το κόμμα, να συμβεί το δεύτερο, θα πρέπει να απασχολεί τα ηγετικά του στελέχη, όμως δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι όλοι οι διεκδικητές της θέσης του προέδρου και οι υποστηρικτές τους εννοούν το ίδιο πράγμα όταν μιλούν για συσπείρωση.
Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζει σήμερα το κόμμα που ίδρυσε το 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανταποκρινόμενος στις προκλήσεις της εποχής του; Τι είναι αυτό που δρα σήμερα αποσυσπειρωτικά στη ΝΔ, σε αντίθεση με τη συγκυρία της ίδρυσής της πριν σαράντα ένα χρόνια;
Το νήμα, που την απόληξή του έχουμε σήμερα μπροστά μας, ξεκινάει, ακριβώς, πριν σαράντα ένα χρόνια, με μια διπλή κίνηση του Κ. Καραμανλή: την ίδρυση της ΝΔ και τη νομιμοποίηση, από την κυβέρνησή της, του ΚΚΕ.

Εξομάλυνση του πολιτικού βίου

Η διπλή αυτή κίνηση, που αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική και έδωσε το γενικό πλαίσιο αυτού που λέμε Μεταπολίτευση, είχε συνολική και ταυτόχρονη στόχευση. Απέβλεπε –στην ευνοϊκή για τη συντηρητική παράταξη συγκυρία της κατάρρευσης της χούντας– στην απενοχοποίηση της δεξιάς, στην «αμνήστευση» του πλήθους των ευθυνών της για την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας αλλά και για τη μακροημέρευσή της. Και αποσκοπούσε, ως αναγκαία προϋπόθεση όσων προαναφέρθηκαν, στην εξομάλυνση του πολιτικού βίου της χώρας και την εύρυθμη λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με την κατάργηση του μετεμφυλιακού καθεστώτος των πολιτικών και, κατ’ επέκταση, κοινωνικών διακρίσεων.
Ο νόμος των πιθανοτήτων επιβράβευσε την κίνηση εκείνη, αλλά είναι μάλλον απίθανο ο ιδρυτής της ΝΔ να είχε φανταστεί τότε ότι η νομιμοποίηση του ΚΚΕ θα οδηγούσε, μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές, στην ανάθεση, σαράντα χρόνια μετά και με καθαρή λαϊκή εντολή, της διακυβέρνησης της χώρας στη ριζοσπαστική αριστερά. Πολύ περισσότερο που η κίνησή του εκείνη αποσκοπούσε, παράλληλα, στην αποκαθήλωση της αριστεράς από το λαϊκό μαρτυρολόγιο, στην απομυθοποίησή της μέσα από την τριβή της πολιτικής καθημερινότητας και τις προκλήσεις της, και άρα στην αποδυνάμωσή της.
 

Στέκουν αμήχανοι μπροστά στη πρόκληση της δημοκρατικής διαχείρισης, καθώς το κόμμα στο οποίο συστεγάζονται ούτε συγκροτημένη ιδεολογική φυσιογνωμία έχει, ούτε, κυρίως, κοινωνική «αφήγηση» διαθέτει, καθώς έχει χάσει τις αναφορές του στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα και η κοινωνική του απήχηση φθίνει, χωρίς ορατό σημείο αναστροφής



Και βρίσκεται τώρα η ΝΔ στην ανάγκη να πρέπει να διαχειριστεί μια πραγματικότητα που προέκυψε σήμερα σαν «παράπλευρη συνέπεια» της επιλογής εκείνης του ιδρυτή της. ΄Η, ορθότερα, μια πραγματικότητα που προέκυψε αβίαστα από τη λογική της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας.
Στη δυναμική ιδρυτική της εκκίνηση χρωστά σε μεγάλο βαθμό η ΝΔ το γεγονός ότι διατήρησε κεντρικό ρόλο στο πολιτικό προσκήνιο μέχρι σήμερα. Μια σημαντική μερίδα στελεχών και μελών της μοιάζει να το αντιλαμβάνεται αυτό, όταν, μιλώντας για συσπείρωση, κάνει λόγο για μια παράταξη της κεντροδεξιάς. Μια άλλη μερίδα –παρεμβόλιμοι αυτοί– εννοούν τη συσπείρωση με όρους σκληροπυρηνικής δεξιάς.

Αμήχανοι μπροστά στην πρόκληση

Και εκείνοι και αυτοί στέκουν το ίδιο αμήχανοι μπροστά στη πρόκληση της δημοκρατικής διαχείρισης, καθώς το κόμμα στο οποίο συστεγάζονται ούτε συγκροτημένη ιδεολογική φυσιογνωμία έχει, ούτε, κυρίως, κοινωνική «αφήγηση» διαθέτει, καθώς έχει χάσει τις αναφορές του στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα και η κοινωνική του απήχηση φθίνει, χωρίς ορατό σημείο αναστροφής. Επιπλέον, και πιο σημαντικό, βρίσκεται σε αδυναμία, εξαιτίας των νεοφιλελεύθερων επιλογών της και της υιοθέτησης πολιτικών ακραίας και άκριτης λιτότητας, να αρθρώσει και να απευθύνει στην κοινωνία ένα επεξεργασμένο και πειστικό πρόγραμμα αντιμετώπισης της πολυδιάστατης κρίσης.
Είναι αποκαλυπτικό των αδιεξόδων στα οποία έχει παγιδευτεί η αξιωματική αντιπολίτευση το γεγονός ότι έχει αφήσει το κύρος και την αξιοπιστία της να καταπονούνται εβδομάδες τώρα με τις διαδικασίες της εκλογής νέου προέδρου. Αλλά αποκαλυπτικό για έναν επιπλέον, και μάλλον σοβαρότερο, λόγο: παραπέμποντας η ΝΔ την εκλογή προέδρου στα μέσα Ιανουαρίου, στην ουσία εμφανίζεται να αποποιείται την ευθύνη να αντιπαραθέσει ουσιαστικό αντίλογο και πειστικές αντιπροτάσεις στους σχεδιασμούς της κυβέρνησης για μείζονα ζητήματα όπως είναι το ασφαλιστικό, η φορολογική μεταρρύθμιση, το αγροτικό ζήτημα και η διαπραγμάτευση του χρέους, ζητήματα τα οποία θα ανοίξουν αυτήν ακριβώς την περίοδο.
Επειδή περί αυτού πρόκειται στην ουσία, λίγοι είναι αυτοί που θα εκπλαγούν, πιστεύουμε, αν η ΝΔ, και μετά ακόμα την επικράτηση του ικανότερου και επαρκέστερου από τους τέσσερις υποψήφιους στις 10 Ιανουαρίου 2016, θα εμφανιστεί να κουκουλώνει την έλλειψη ουσιαστικού αντίλογου και την προγραμματική της ανεπάρκεια, αφήνοντας να πλανάται η αίσθηση ότι η σοβαρότητα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα επιβάλλει στην αξιωματική αντιπολίτευση να προχωρήσει, πρώτα απ’ όλα, σε εκ βάθρων ανασυγκρότηση. Και τότε, ακόμα λιγότεροι θα εκπλαγούν αν η νέα ηγεσία της ΝΔ εξαγγείλει την πραγματοποίηση έκτακτου συνεδρίου του κόμματος.
Αν πάρουμε της μετρητής –και δεν έχουμε κανένα λόγο να μην το κάνουμε– αυτό που είπε προ ημερών σε δημόσια δήλωσή του κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ότι δηλαδή «η ΝΔ δεν είναι έτοιμη να κυβερνήσει», τότε το παραπάνω ενδεχόμενο –η προκήρυξη συνεδρίου– δεν μοιάζει απίθανο να συμβεί στο ορατό μέλλον.
Και τότε είναι απολύτως λογικό και αναμενόμενο η ΝΔ να εμφανιστεί σε ρόλο μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης η οποία θα αρκείται σε περιπτωσιολογικές κενολογίες, καταγγελτικές ρητορείες, ρηχό λαϊκισμό και τρομολαγνεία, όπως δηλαδή πορεύεται από τον περασμένο Γενάρη.

Για την εύρυθμη και παραγωγική λειτουργία της δημοκρατίας

Μένει να φανεί πόσο επιβλαβές ενδέχεται να αποβεί αυτό για την εύρυθμη και παραγωγική λειτουργία της δημοκρατίας και την ικανότητα της χώρας να μεταβεί με αξιώσεις στο «μετά την κρίση» ευρωπαϊκό και το διεθνές περιβάλλον, που στη φάση την οποία διανύει ο κόσμος δεν φαντάζει ευοίωνο.
Μένει επίσης να φανεί πόσο προετοιμασμένη είναι η κυβέρνηση μπροστά στο ενδεχόμενο μιας στείρας μείζονος αντιπολίτευσης και στην ανάγκη να πορευτεί στο δύσβατο πρώτο εξάμηνο του 2016 με μόνο συμπαραστάτη της μια κοινωνία που βρίσκεται στα όριά της.
Πράγμα που θέτει μπροστά στις δικές του ευθύνες ένα άλλο κόμμα, το «κυβερνητικό». Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εναποθέσει τις προσδοκίες της ανασυγκρότησής του στο συνέδριό του, που την πραγματοποίησή του τοποθετεί τέλη του χειμώνα με αρχές της άνοιξης – μάλλον καθυστερημένα, κατά τη γνώμη μας, μπροστά στο επείγον των αναγκών. Καιρός να επιταχυνθούν οι προετοιμασίες, το άνοιγμα στην κοινωνία να διευρυνθεί. Η οργανωτική συγκρότηση και η κοινωνική γείωση του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα προέλθουν σαν αποτέλεσμα των αποφάσεων του συνεδρίου. Μάλλον το αντίστροφο πρέπει να συμβεί: το συνέδριο να επικυρώσει και να αποτυπώσει σε επίπεδο κορυφής τα κέρδη από το δράση των οργανώσεων της κομματικής βάσης, σαν αποτέλεσμα της παρότρυνσης, της ενθάρρυνσης και της διαμοιβής μεταξύ βάσης και ηγεσίας που πρέπει να χαρακτηρίζουν όλο το προσυνεδριακό γίγνεσθαι.

Κωστής Γιούργος
Μπάμπης Κοβάνης

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet