Σε πολύ κόσμο της ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς συνεχίζεται η συναισθηματική μόχλευση πικρίας και απογοήτευσης μαζί με την –ευτυχώς πάντα στην αριστερά– αυτοσυντηρούμενη προσδοκία και ελπίδα, μέσα από τα καθημερινά μικρά και μεγάλα δρώμενα της σημερινής κυβερνητικής διαχείρισης της εξουσίας. Το ίδιο συνεχής και αγωνιώδης είναι η αντίστοιχη ιδεολογική πολιτική αναζήτηση «θεραπευτικών ισορροπιών», η οποία κινείται μέσα σε πλήθος αντιφάσεων υποκινούμενη, ακόμη και ασυνείδητα, από μια εσωτερική ανάγκη μη παραδοχής του... μοιραίου.

Η πραγματολογική στοιχειοθέτηση της απόδειξης για το «μοιραίο», το οποίο εδώ ταυτίζεται με την κατάλυση ή/και προδοσία της αριστερής ιδεολογίας –ως μη αντιστρεπτή στρατηγική υποχώρηση από τον οραματικό σκοπό– είναι μια πιο αργή διαδικασία. Δεν οδηγούμαστε, όμως, έτσι ούτε σε μία «επ’ άπειρον αναδρομή», ούτε μπορεί η αριστερά να συνεχίζει επί μακρόν μία «παλινδρομική κίνηση» μεταξύ ιδεολογίας και πολιτικής πράξης στην οποία συνεχώς φθείρεται η πρώτη. Βέβαια κάποια «στιγμή» αυτή η απόδειξη θεωρείται ολοκληρωθείσα. Τα παραπάνω, όμως, αποκτούν ουσιαστική αξία όταν: 1) εκτιμηθεί σωστά η σχετική κατάσταση της ήδη διαιρεμένης αριστεράς, η οποία διαχέεται μέσα στο εντασιακό τρίπολο των τριών Κ (κυβέρνηση - κόμμα - κοινωνία) και 2) ενταχθούν στην αναγκαία ολιστική θεώρηση του ευρύτερου σημερινού χωροχρονικού πλαισίου (πολιτικο-οικονομικού, γεωπολιτικού, γεωστρατηγικού). Έτσι παροιμιακά μιλώντας η ένταση είναι μεταξύ του: «Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία» και του «Παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι ...!»
Συνεκτιμούμενα όλα αυτά μέσα στο παγκόσμιο ζοφερό περιβάλλον απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου, το εθνοτικό στοιχείο εύλογα και εύκολα διεγείρεται συσκοτίζοντας το κοινωνικο-ταξικό, αφού η απαραίτητη διεθνιστική αλληλεγγύη του κόσμου της εργασίας εμφανίζεται μεν ελπιδοφόρα αλλά σπερματικά, ανοργάνωτα και κυρίως στο λαϊκο-κινηματικό πεδίο. Έτσι, η απόφαση για την πραναφερθείσα «στιγμή» δεν πρέπει να λαμβάνεται αβασάνιστα, υπό το κράτος του αριστερού φόβου, ότι δικαιολογούμε μια ήδη αμετάκλητα δεξιά κυβερνητική στροφή.

Μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, κάποια ανησυχητικά προμηνύματα τουλάχιστον στο σημειολογικό επίπεδο ήδη υπάρχουν και μάλλον αυξάνονται, αναφερόμενοι εδώ βέβαια στα εκτός της συμφωνηθείσας «θηλειάς» του μνημονίου («προαπαιτούμενα»), δηλαδή στα περίφημα «ισοδύναμα». Όσο οι εκπτώσεις αυτές κλιμακώνονται έρχεται η στιγμή που προαναφέραμε όπου μετατρέπεται η ποσότητα σε ποιότητα και τότε η αριστερά αυτοσυντηρείται συνήθως και δυστυχώς με την αμοιβαδοποίησή της, διαδικασία που μάλλον προηγήθηκε αβασάνιστα της «στιγμής» παραμελώντας να εκτιμήσει το περιβάλλον, δηλαδή τους προαναφερθέντες παράγοντες (1 και 2).
Παράλληλα, θα πρέπει να θεωρηθούν επιπόλαιες και αμετροεπείς ιδεοληψίες αυτές που χωρίς «υλικό», δηλαδή χωρίς κοινωνικό-λαϊκό επιχείρημα, θεωρούν ότι το δημοψηφισματικό 62% επιθυμούσε σύγκρουση με κάθε κόστος και ότι ήταν έτοιμο να αναλάβει πολύ μεγάλο κίνδυνο και υψηλό ρίσκο. Εν μέρει άλλωστε το αντίθετο αποδείχτηκε και στις εκλογές που ακολούθησαν. Επαναστατικές «ασκήσεις επί χάρτου» συνιστούν μόνο μία αριστεροεπαναστατική ιδεοληψία προς επίδειξη. Υπάρχει κρίσιμο έλλειμμα της ανάλογης και αναγκαίας κοινωνικοταξικής συλλογικής θέλησης και συνειδητοποίησης. Τα πληττόμενα κοινωνικά στρώματα του 62% βρίσκονται ακόμη στις αρχικές φάσεις της διαδρομής: αγανάκτηση - άρνηση - θέση - συλλογική θέληση και ταξική συνείδηση. Το μεγαλύτερο μέρος τους, θύμα του ατομοκεντρισμού που κυριαρχεί για δεκαετίες στην κοινωνία, διακρίνεται ακόμη από την αδυναμία ή τη μεγάλη δυσκολία λόγω της γενικότερης παιδείας που έχει λάβει να μετατρέπει το «πολιτικό» σε «κοινωνικό» (και για αυτό εύκολα μπορεί να μεταστρέφεται και να συντάσσεται με την ακροδεξιά). Σε όλη αυτήν την κατάσταση, βέβαια, λαμπερές και ελπιδοφόρες οάσεις παρατηρούνται με τις έμπρακτες κινηματικές εκδηλώσεις παντός είδους κοινωνικής αλληλεγγύης.

Μια ρήξη, μα ποια ρήξη;

Μέρος της αριστεράς που αποχώρησε τελευταία από τον ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει με καθαρόαιμη αριστερή αντίληψη ότι απαιτείται ρήξη με τις κυρίαρχες πολιτικές που εφαρμόστηκαν ως τώρα, κάτι που δεν αποτέλεσε επιλογή της κυβέρνησης για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Όπως όμως πολύ σωστά συνεχίζει, για μια τέτοια ρήξη το ζήτημα της ηγεμονίας στην κοινωνία των αρχών και αξιών της αριστεράς αναδεικνύεται σε πρώτιστη προτεραιότητα, όμως η ηγεμονία αυτή είναι ακόμη ζητούμενο προς εμπέδωση στην κοινωνία.
Η γλώσσα συχνά μέσα από το πραγματολογικό «πλαίσιο αναφοράς» των εννοιών, μας βοηθά στο ξεκαθάρισμα σημασιών και νοημάτων. Έτσι η έκφραση «κοινωνική αριστερά» –εκτός από το προφανές ταυτολογικό της νόημα– ορίζει πιο συγκεκριμένα κυρίως την κινηματική διάσταση της αριστεράς, ενώ η «αριστερή κοινωνία», έστω και κατά πλειοψηφία (π.χ. 62%!) είναι προφανώς κάτι άλλο.
Αντίθετα, με τις εκφράσεις «κυβερνητική αριστερά» και «αριστερή κυβέρνηση» η κατάσταση είναι πιο συγκεχυμένη, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι ευχή όλων να «τιμάται» ο όρος «αριστερά», όσο καιρό μπορεί να γίνεται αυτό από θέση εξουσίας, αποκλείοντας το δρόμο μιας ριζικής ιδεολογικής της μετάλλαξης υπό το κράτος πάντα της αποδοχής: 1) της προϋπόθεσης ότι η εναλλακτική λύση θα ήταν καταστροφική και άρα 2) του εκβιαστικού πολιτικού ρεαλισμού, όπου το ιδεολογικό ρίσκο αυτού του ιστορικά πρωτόγνωρου και εξόχως δύσκολου στοιχήματος του ΣΥΡΙΖΑ είναι δεδομένο. Ο όρος θα «τιμάται» όσο η απομείνασα αριστερή αυτοσυντήρηση θα φαίνεται στην πράξη ότι αποτελεί το υψηλότερο και βασικότερο «ισοδύναμο» της κυβέρνησης.
Τα συναισθήματα της ελπίδας και της απογοήτευσης εξακολουθούν να είναι ανάμεικτα μαζί με την όποια διαδικασία πίστωσης χρόνου για την έλευση της «στιγμής». Πάντως πολλοί είναι οι «υπομονετικοί ρεαλιστές» που δυστυχώς διαισθάνονται ότι... «καιρός εγγύς».

Δημοσθένης Δαγκλής
 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet