Η Ελλάδα είχε την ευκαιρία να αλλάξει θέση στο γεωπολιτικό χάρτη των πληθυσμιακών μετακινήσεων στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 και να μετατραπεί από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής μεταναστευτικού δυναμικού. Η σοβαρή αυτή μετατροπή της χώρας ήταν το αποτέλεσμα σύνθετων κοινωνικοπολιτικών διεργασιών στο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον, αλλαγής των οικονομικών δεικτών της εθνικής οικονομίας αλλά και της πτώσης των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη.

Είναι γνωστό απ’ όλους τους μελετητές ότι η αλλαγή αυτή βρήκε την ελληνική κοινωνία εντελώς απροετοίμαστη, το ελληνικό κράτος άπειρο, με όλες τις συνέπειες που θα μπορούσε να επιφέρει η παρουσία αυτού του νέου άγνωστου «συγκάτοικου» για τους Έλληνες. Μεταξύ των ζητημάτων που προέκυψαν αυτές τις δεκαετίες της μεταναστευτικής παρουσίας ήταν το θέμα της συμμετοχής των μεταναστευτικών πληθυσμών και των παιδιών της δεύτερης γενιάς στις αυτοδιοικητικές εκλογές, τόσο ως υποψήφιοι όσο και ως ψηφοφόροι, συζήτηση που απασχολεί το σύνολο των παραδοσιακών χωρών υποδοχής μεταναστών (Η.Π.Α., Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία, κα.), αλλά και των νεότερων (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία). Το παρόν κείμενο αποτελεί μία προσπάθεια να αποσαφηνιστεί το θέμα της συμμετοχής τους στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές με την ιδιότητα του υποψήφιου και του ψηφοφόρου.

 

Χρήση ορολογίας για αποφυγή συγχύσεων και άσκηση πολιτικών

 

Η χρήση του όρου «μετανάστες» έχει εργαλειοποιηθεί παντού σε ακραίο βαθμό για να προωθήσει στερεότυπα, προκαταλήψεις, να συστήσει ακροδεξιό πολιτικό λόγο και βάση για επιθετικές και εγκληματικές συμπεριφορές. Ασφαλώς αυτή η αρνητική χρήση δεν έχει ουδεμία σχέση ούτε με την πραγματική κοινωνική και οικονομική προσφορά των μεταναστών ούτε με την πολιτική τους παρουσία. Και επιπλέον, η αλόγιστη χρήση του όρου «μετανάστες» δημιουργεί σύγχυση με αρνητικά αποτελέσματα για όλους. Πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι τα παιδιά των μεταναστών δεν είναι τα ίδια μετανάστες. Είναι «παιδιά δεύτερης γενιάς με γονείς μετανάστες» ή «παιδιά μεταναστών» ή «δεύτερη γενιά» τόσο απλά, μετά από 30 χρόνια συμμετοχής των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία. Αυτός ο αναγκαίος διαχωρισμός δεν αποτελεί θέμα επιστημονικής διαστροφής, αλλά κυρίως εκφράζει διαφορετικές πραγματικότητες. Ο όρος έχει υιοθετηθεί εδώ και 50 χρόνια, είναι διεθνής, και όλες οι αναλύσεις πάνω σε αυτούς τους πληθυσμούς έχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία αποκλίνουν σημαντικά από τα χαρακτηριστικά της πρώτης γενιάς. Ενδεικτική αναφορά είναι ότι τα παιδιά της δεύτερης γενιάς δεν έχουν υποστεί την αποκοινωνικοποίηση που έχουν υποστεί οι γονείς τους, οι οποίοι μοίρασαν τη ζωή τους σε δύο διαφορετικές κοινωνίες, αλλά υφίστανται καθημερινά διάρρηξη κοινωνικής ταυτότητας γιατί νιώθουν και τα θεωρούν και οι άλλοι «ξένα» τόσο στην κοινωνία που συμμετέχουν από παιδιά όσο και στην κοινωνία καταγωγής τους. Το παράδοξο σχήμα εδώ είναι ότι τα παιδιά αυτά συχνότατα δεν γνωρίζουν καθόλου τη χώρα καταγωγής τους παρά μόνο μέσα από τις διακοπές τους σε αυτήν.

 

Δημοκρατία και τυπική ενσωμάτωση

 

Άμεση συνέπεια είναι ότι οι νέοι αυτοί είναι ενσωματωμένοι, παρόλες τις δυσκολίες που περιγράψαμε παραπάνω, με αποτέλεσμα να έχουν το αυτονόητο δικαίωμα να είναι υποψήφιοι, τους το παρέχει το Σύνταγμα μέσα από το ρυθμιστικό πλαίσιο του κώδικα ελληνικής ιθαγένειας. Ως υποψήφιοι είναι λοιπόν Έλληνες γιατί έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια επειδή έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και έχουν κοινωνικοποιηθεί και συμμετάσχει στο ελληνικό σχολείο ή μόνο το δεύτερο. Ο κώδικας ελληνικής ιθαγένειας τους το επιτρέπει και ευτυχώς. Η δεύτερη εκδοχή, δηλαδή της συμμετοχής στην εκπαίδευση, αποτελεί και το σύγχρονο κριτήριο πρόσβασης στην ιθαγένεια της χώρας υποδοχής που χρησιμοποιούν πλέον όλες οι πολιτισμένες ευρωπαϊκές χώρες για να επιτρέψουν την κτήση ιθαγένειας σε μεταναστευτικούς πληθυσμούς που δεν έχουν γεννηθεί στη χώρα υποδοχής ή που δεν κατάγονται από γονείς της χώρας υποδοχής. Μία τρίτη κατηγορία υποψηφίων, την οποία όμως συναντάμε πιο σπάνια,  είναι μετανάστες πρώτης γενιάς, πολιτογραφημένοι Έλληνες, μέσω της διαδικασίας πολιτογράφησης, μιας διαδικασίας αναχρονιστικής, χρονοβόρας και πολύ δαπανηρής. Πρέπει να επισημανθεί ότι η κυβέρνηση της ΝΔ έχει μετατρέψει όλες τις παραπάνω διαδικασίες σε διαδικασίες πολιτογράφησης.

 

Δημοκρατία και ουσιαστική ενσωμάτωση

 

Η ουσιαστική όμως επιτυχία της κοινωνίας, ως κοινωνίας που ενσωματώνει όλα τα μέλη της, δεν είναι το τυπικό μέρος της κτήσης ιθαγένειας, αλλά το συμμετοχικό. Η πολιτική συμμετοχή και εκπροσώπηση των παιδιών της δεύτερης γενιάς αποτελεί την κορωνίδα της κοινωνικής τους ενσωμάτωσης και μία κοινωνία κρίνεται μέσα από αυτή ανά πάσα στιγμή. Στις παραδοσιακές κοινωνίες υποδοχής μεταναστευτικών πληθυσμών, ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία, Βέλγιο, Σουηδία, η δεύτερη γενιά καταγράφει μεγάλες επιτυχίες εκλεγμένων βουλευτών και βουλευτριών, με τη μεταναστευτική καταγωγή να αποτελεί σοβαρό πλεονέκτημα ως απόδειξη ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας και επιτυχίας στα προοδευτικά και σοσιαλιστικά κόμματα. Αν η ελληνική κοινωνία δεν έχει προκρίνει μέχρι σήμερα τους μηχανισμούς για να ενθαρρύνει αυτά τα παιδιά, που συνήθως χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερο ψυχικό σθένος, δυναμικότητα, συγκροτημένα σχέδια για το μέλλον και υψηλού επιπέδου ήθος, αυτό αποτελεί αδυναμία, φοβικό σύνδρομο και αρτηριοσκλήρυνση της ίδιας. Η παρουσία τους στα ψηφοδέλτια αλλά και η ενδεχόμενη επιτυχία τους αποτελούν σημάδι μιας αλληλέγγυας και ειρηνικής κοινωνίας που αγκαλιάζει αρμονικά το διαφορετικό, στο βαθμό που υφίσταται, και το αναδεικνύει σε κοινωνικό και πολιτικό θησαυρό.

 

Κοινωνίες μεταναστεύσεων – Κοινωνίες δημοκρατίας

 

Όλες οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν συστατικό τους στοιχείο τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Οι πληθυσμοί αυτοί είναι ζωντανοί πληθυσμοί, συμμετέχουν στην παραγωγή, στην καθημερινότητα, κάνουν οικογένειες, παιδιά, αυτά συμμετέχουν στην εκπαίδευση, μεγαλώνουν, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των κοινωνιών μας. Δεν είναι εγκληματίες, δεν είναι επικίνδυνοι, δεν είναι εξωγήινα όντα, δεν είναι «παράξενοι», δεν είναι οι «άλλοι», είναι εμείς και κομμάτι μας μέσα στην ιστορία των λαών. Έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις με μας, αυτό επιτάσσει η δημοκρατία, μέσω αυτού κρίνεται. Αν η δημοκρατία φοβόταν τη διαφορετικότητα αφού η ίδια διαπλάθεται μέσα από αυτή, θα είχε άραγε περιεχόμενο;

 

Δέσποινα Παπαδοπούλου Η Δέσποινα Παπαδοπούλου είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet